Άρθρα και Τοποθετήσεις

Φασισμός: Προσέγγιση του φαινομένου. Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο. Tου Νίκου Μαρκέτου, ψυχιάτρου

Φασισμός: Προσέγγιση του φαινομένου. Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο.

του Νίκου Μαρκέτου, ψυχιάτρου

Το δημοσιευόμενο κείμενο αποτελεί την πρώτη ενότητα του εξαιρετικά ενδιαφέροντως κειμένου του ψυχιάτρου Νίκου Μαρκέτου "Η Ψυχολογία του Φασισμού - μια βιβλιογραφική ανασκόπηση". Θα ακολουθήσουν έντεκα συνέχειες, ώστε να καλυφθούν και οι δώδεκα ενότητες της πολύ αξιόλογης αυτής νέας και πολύ επίκαιρης εργασίας

1.Προσέγγιση του φαινομένου. Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο

Εισαγωγή

Τότε και σήμερα

Παρακολουθώντας την επανεμφάνιση του φασισμού στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, το κοινωνικό σώμα προβάλει το αίτημα για κατανόηση και νοηματοδότηση.  Η ψυχολογική νοηματοδότηση δεν σκοπεύει να αποπολιτικοποιήσει το φασιστικό φαινόμενο. Οι φασιστικές πρακτικές είναι της ίδιας κατηγορίας με τις πρακτικές ενός συστήματος διασφάλισης των σχέσεων εξουσίας, της εκμετάλλευσης, της χειραγώγησης, της βίας και ενός γραφειοκρατικού συστήματος ηθικά τυφλού που η αποστολή του είναι να υλοποιεί με την μέγιστη αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα την πολιτική της εξουσίας.  Όσο ο καπιταλισμός γίνεται πιο αδίστακτος και ληστρικός τόσο θα αυξάνονται η χειραγώγηση η βία και η καταστολή. Ως εκ τούτου, το φασιστικό φαινόμενο εμπίπτει εξ ολοκλήρου στην αναλυτική της εξουσίας, γιατί «ο φασισμός είναι πρωτίστως και θεμελιωδώς μια πολιτική» (Badiou) και μάλιστα μια παροξυσμική εκδοχή της βιοπολιτικής (Foucault 1997).

Η παρούσα εργασία δεν σκοπεύει να ψυχιατρικοποιήσει ατομικά τον φασίστα, αλλά να συμβάλει στην κατανόηση του ακτιβισμού και της δυναμικής των φασιστικών ομάδων, της έλξης που ασκεί στην μάζα η φασιστική ρητορική και των διεργασιών της υποταγής στην εξουσία.

 Ο ολοκληρωτισμός σταδιακά και ύπουλα διεισδύει στην καθημερινότητα μας.  Όπως αναλύθηκε στο προηγούμενο άρθρο, ο μετανεωτερικός άνθρωπος έχει χάσει τα ανοσία του ενάντια στην απολυταρχία και είναι έτοιμος να καλωσορίσει την νέα μορφή τυραννίας. Θα πρέπει να κατανοήσουμε το φαινόμενο του Φασισμού, εις βάθος και να μην περιοριζόμαστε σε αφορισμούς. 

Υπάρχει μια σιωπή εκ μέρους της γνήσιας φιλοσοφικής κριτικής σε ό, τι αφορά την λεγόμενη φασιστική ιδεολογία. Η φιλοσοφία ως «σχολή» δεν έχει καμία πραγματική εργασία για το "θεωρητικό φασισμό». Οι εξηγήσεις του φασισμού ως μηδενισμός (Rauschning κ.ά.). ή ως προϊόν του «ολοκληρωτικού τρόπου σκέψης» παραμένει ασαφής και ανακριβής  (Sloterdijk P., 1987).

Για τον Sloterdijk, η ολοκληρωτική ιδεολογία δεν έχει την αξίωση ενός συστήματος που κάνει ένα ισχυρισμό της αλήθειας. Ούτε καν οι συντάκτες της, αξιώνουν να ληφθεί σοβαρά υπόψη – ο χαρακτήρας της είναι ακριβώς ενός μέσου χειραγώγησης, καθαρά εξωτερικού και εργαλειακού. Η κυριαρχία της κατοχυρώνεται όχι από την αξία της αλήθειας, αλλά από την απλή έξω-ιδεολογική βία και την υπόσχεση του κέρδους.

Ο ιστορικός Robert Paxton δεν πιστεύει ότι ο φασισμός χαρακτηρίζεται από την ιδεολογία του ή από ορισμένες αμετάβλητες πολιτικές θέσεις αλλά από τα «υπόγεια πάθη» που πυροδοτεί και αντιπροσωπεύει. Η άποψη αυτή πλησιάζει σ’ αυτό που οι ψυχαναλυτές ονομάζουν «φασιστική κατάσταση του νου» (Paxton 2004).

Ο Baudrillard στοβιβλίοτου ‘Simulacra and simulation γράφει:

«Ο ίδιος ο φασισμός, το μυστήριο της εμφάνισης του και της συλλογικής ενέργειας του, την οποία καμία ερμηνεία δεν μπόρεσε να κατανοήσει (ούτε η μαρξιστική για την πολιτική χειραγώγηση από τις κυρίαρχες τάξεις, ούτε η Ραϊχική για τη σεξουαλική καταπίεση των μαζών, ούτε η Ντελεζιανή για την δεσποτική παράνοια), μπορεί ήδη να ερμηνευθεί ως η «παράλογη» έξαρση των μυθικών και πολιτικών αναφορών, η παρανοϊκή  έξαρση της συλλογικής αξίας (αίμα, φυλή, λαός, κλπ), η επανέγχυση του θανάτου, μιας "πολιτικής αισθητικής του θανάτου» σε μια εποχή που γίνεται ήδη έντονα αισθητή στην Δύση η διαδικασία της αποιδανικοποίησης της αξίας και των συλλογικών αξιών, της ορθολογικής εκκοσμίκευσης και μονοδιάστατης αντίληψης της ζωής. Ο φασισμός είναι μια αντίσταση σε αυτό, ακόμα κι αν είναι μια βαθιά, παράλογη, παράφρων αντίσταση, δεν θα είχε αντλήσει αυτή την τεράστια ενέργεια αν δεν ήταν μια αντίσταση σε κάτι πολύ χειρότερο. Η βαναυσότητα του φασισμού, η τρομοκρατία του είναι στο επίπεδο αυτού του άλλου τρόμου που είναι η σύγχυση του πραγματικού και του λογικού, η οποία εμβάθυνε στη Δύση, και είναι μια απάντηση σε αυτήν».

(Baudrillard, J. 1981)

Αντίστοιχα, οι Horkheimer  και Adorno, βλέπουν τον φασισμό σαν  μια σκόπιμη επαναλειτουργικοποίηση (δηλαδή, που επιβάλλεται από πολιτικές ελίτ) της αντίστασης κατά την οποία η υποκειμενική φύση  αντιστέκεται στον εξορθολογισμό. Ο Horkheimer ερμηνεύει την ολοένα και πιο διαπεραστική δυσαρέσκεια εντός του πολιτισμού ως εξέγερση του υποκειμενικού χαρακτήρα κατά της πραγμοποίησης, ως «επανάσταση της φύσης»: «Όσο πιο δυνατά η ιδέα του ορθολογισμού διακηρύσσεται και αναγνωρίζεται, τόσο ισχυρότερη είναι η αύξηση, στο ψυχισμό των ανθρώπων, της συνειδητής ή ασυνείδητης δυσαρέσκειας για τον πολιτισμό και το πρακτορείο του μέσα στο άτομο, το εγώ " (Horkheimer M., Adorno W. T.,r 1947) .

 Ο Horkheimer έχει ήδη την άποψη των φαινομένων που έκτοτε έχουν υπερθεματίσει οι Foucault, Laing, Basaglia και άλλοι. Το κοινωνικο-ψυχολογικό κόστος ενός εξορθολογισμού περιορισμένου στην γνωστική-εργαλειακή διάσταση- το κόστος που εξωτερικεύεται από την κοινωνία και μετατοπίζεται στα άτομα- εμφανίζεται σε διάφορες μορφές, που κυμαίνονται από κλινικά αντιμετωπίσιμες ψυχικές ασθένειες όπως οι νευρώσεις, φαινόμενα εθισμού, ψυχοσωματικές διαταραχές, έλλειψη κινήτρων, ως στις δράσεις διαμαρτυρίας, στις αντικουλτούρες, στις θρησκευτικές σέχτες, και στις περιθωριακές εγκληματικές ομάδες. Ο Max Horkheimer  ερμηνεύει το φασισμό ως μια επιτυχή-επαναλειτουργικοποίηση, ως χρησιμοποίηση της εξέγερσης της εσωτερικής φύσης εις όφελος του κοινωνικού εξορθολογισμού κατά του οποίου στρέφεται.

Σαν πολιτικό φαινόμενο, ο φασισμός είναι μέρος του ρεπερτορίου του καπιταλισμού για να διαιωνίζει την εξουσία του. Απέδειξε την ικανότητα των προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών να ανταποκρίνονται σε κρίσιμες καταστάσεις κινδύνου επαναστατικής αλλαγής,  με την αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος και την ικανότητα του να απορροφά την εναντίωση της οργανωμένης εργασίας. Η επιρρέπεια του κόσμου να στηρίζει ένα τόσο αυταρχικό και αδίσταχτο σύστημα ή να υποτάσσεται σ’αυτό, την στιγμή μάλιστα που τα δεινά του φασισμού είναι νωπά στην ιστορική μνήμη είναι το ερώτημα που πλανάται σήμερα. Σαν το κακό και η καταστροφή να είναι μια αναγκαιότητα στις διεργασίες των ανθρώπινων συστημάτων.  Εκλύεται σε συνθήκες κρίσης και διάλυσης σα να θέλει να επιταχύνει την καταστροφή έτσι ώστε να παραχθεί το καινούργιο.

Η αδίσταχτη και ληστρική φύση του ύστερου καπιταλισμού με τις σκληρές επιπτώσεις των οικονομικών υφέσεων, τροφοδοτούν την πολιτική του μίσους. Οι αντιπαλότητες μεταξύ εθνών, φυλών και θρησκειών είναι σε έξαρση.  Η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων και μεταξύ φτώχειας και πλούτου ποτέ δεν είχε οξυνθεί τόσο πολύ.

Η έξαρση του Εθνικισμού και της αναζήτησης ομοιογένειας μπορεί να έρχεται σαν αντίδραση στην μετανεωτερικότητα. Το άτομο κοσμοπολίτης πιστεύεται ότι κατοικεί σε ένα ηλεκτρονικό, παγκοσμιοποιημένο κόσμο, αντί για μια μονή πατρίδα. Κατά συνέπεια, στον μετανεωτερικό κόσμο "η ίδια η ιδέα των ανεξάρτητων ή κυρίαρχων εθνών τίθεται σε αμφισβήτηση» (Gergen K., 2000). Η κατάρρευση των παλαιών ορίων, οι ρευστές συνθήκες του μετανωτερικού κόσμου η απώλεια της βεβαιότητας και η σύγχυση της γεωγραφικής ταυτότητας έχουν προκαλέσει αυτό που ο Giddens (1991) ονομάζει «οντολογική ανασφάλεια». Όπως υποδηλώνει ο Bauman (1992), ο μετανεωτερικός πολίτης είναι μια νομάς περιπλανώμενη μεταξύ ασύνδετων τόπων. Οι στερημένοι και ανασφαλείς δεν μπορούν να αντέξουν αυτή τη νομαδική κατάσταση. Οδηγούνται να αναζητούν ασφαλείς ταυτότητες, παλινδρομώντας συχνά σε προγενέστερο στάδιο ανάπτυξης (Billig M.,1995).

Ο Fredric Jameson στο άρθρο του «Μετανεωτερικότητα ή η πολιτιστική λογική του ύστερου καπιταλισμού, (1984)», ανήγγειλε την μετανεωτερική στροφή από ένα αλλοτριωμένο σε ένα κατακερματισμένο υποκείμενο. Μίλησε επίσης για την εξασθένηση του συναισθήματος, που χαρακτηρίζεται από ένα «νέο είδος επιπεδότητας ή ρηχότητας. Στον απόηχο αυτών των αλλαγών ανέκυψαν επιφανειακές σχέσεις συμβατές με την καταναλωτική κουλτούρα, και την επιπέδωση της πολιτικής. Η ρηχότητα της κουλτούρας συνοδεύεται από μια ψυχολογική έλλειψη βάθους. Οι Ψυχολογικοί δεσμοί, έχουν γίνει πιο αδύναμοι. Στη θέση ενός αυτόνομου εγώ, το οποίο προσδίδει στις «αλήθειες» και στις σταθερές ταυτότητες» μια συναισθηματική δύναμη, υπάρχει μια αίσθηση μετατοπιζόμενων  αβαθών (depthless) εαυτών.  Οι πολιτικές επιπτώσεις, που αναμένει ο Jameson, από την  απουσία ενός ενιαίου υποκειμένου  που να μπορεί να συνθέσει τις πολλαπλές και αντικρουόμενες αναπαραστάσεις είναι η σύγχυση, ο κυνισμός, η παθητικότητα, και η ηθική υποβουλησία. Αυτές οι συνθήκες είναι κατάλληλες για να επωασθεί ο ολοκληρωτισμός.  Σ’ αυτήν την διαπίστωση είχε καταλήξει και η Hanna Arendt μερικά χρόνια νωρίτερα (1963) λέγοντας «όσο  πιο επιφανειακός είναι  κάποιος, τόσο πιο πιθανό θα είναι ο ίδιος να ενδώσει στο κακό».

Τότε και σήμερα

Στην διάρκεια του μεσοπολέμου επικράτησαν στην Ευρώπη πολλά ολοκληρωτικά καθεστώτα (Φασίστες στην Ιταλία, Ναζί στην Γερμανία, οι φαλαγγίτες στην Ισπανία, η 4η Αυγούστου στην Ελλάδα, στην Πολωνία κλπ).  Αν και οι ιστορικοί και θεωρητικοί μιλούν χωριστά για τον Φασισμό και τον Ναζισμό σαν διαφορετικά πολιτικά και ιδεολογικά κινήματα υπάρχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο πολιτικό ρεύμα.  Σ’ αυτό το κείμενο με τον όρο φασισμός υπονοούνται και τα δύο ρεύματα τα οποία εξετάζονται δηλαδή ο Ιταλικός φασισμός και ο Εθνικοσοσιαλισμός.

Ο Erich Fromm (1942) εξετάζοντας την δεκτικότητα υποταγής στο φασιστικό καθεστώς την αποδίδει κυρίως σε μια κατάσταση εσωτερικής κούρασης και παραίτησης.  Η ματαίωση της εργατικής τάξης για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού ή τουλάχιστον για βελτίωση της οικονομικής πολιτικής θέσης, προκαλεί μια βαθιά αίσθηση παραίτησης, δυσπιστίας προς τους ηγέτες τους, αμφιβολία για την αξία και την αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε είδους πολιτικής οργάνωσης και πολιτικής δράσης.

Σε αντίθεση με την αρνητική ή την παραιτημένη στάση της εργατικής τάξης και της φιλελεύθερης και καθολικής αστικής τάξης, η φασιστική ιδεολογία ασκεί  έλξη στα κατώτερα στρώματα της μεσαίας τάξης, που αποτελούνται από μικρούς καταστηματάρχες, τεχνίτες και εργαζόμενους του λευκού κολάρου, των οποίων  η οικονομική θέση και κοινωνική αίγλη επιδεινώθηκε πιο ραγδαία.

Εκτός από αυτούς τους παράγοντες, είχε καταρρεύσει επίσης το τελευταίο προπύργιο της ασφάλειας της μεσαίας τάξης: η οικογένεια. Οι γονείς έχασαν την αίγλη και το κύρος τους και χάθηκε η παλιά ηθική της μεσαίας τάξης. Επιπλέον, η οικονομική παρακμή της μεσαίας τάξης στέρησε τους γονείς από τον ρόλο τους ως υποστηρικτές του οικονομικού μέλλοντος των παιδιών τους. Η νεότερη γενιά αισθάνεται ματαίωση από το γεγονός ότι η βάση για μια ανεξάρτητη οικονομική ύπαρξη, όπως είχαν οι γονείς τους, χάθηκε. Η επαγγελματική αγορά ήταν κορεσμένη, και οι πιθανότητες προς το ζην ως γιατρός ή δικηγόρος ήταν μικρή. Η αυξανόμενη κοινωνική ματαίωση οδήγησε σε μια προβολή η οποία έγινε μια σημαντική πηγή του φασισμού: αντί να είναι ενήμεροι για την οικονομική και κοινωνική μοίρα της παλιάς μεσαίας τάξης, τα μέλη της συνειδητά ταύτισαν την τύχη τους με την μοίρα του έθνους.  Η χρεωκοπία και η ταπείνωση από τους δανειστές παρόξυναν τις Εθνικιστικές τάσεις, όπως για την Γερμανία η ήττα στον πόλεμο και η Συνθήκη των Βερσαλλιών, την οποία η πλειοψηφία των Γερμανών θεώρησε άδικη έγιναν τα σύμβολα προς τα οποία μετατοπίστηκε η απογοήτευση. Η δυσαρέσκεια κατά των Βερσαλλιών είχε τη βάση της στην κατώτερη μεσαία τάξη· η εθνικιστική δυσαρέσκεια ήταν μια μετάθεση της κοινωνικής κατωτερότητας σε εθνική κατωτερότητα (Fromm E., 1942).

Ιστορικά, οι εκπρόσωποι  της μεγαλοαστικής τάξης προσδοκούσαν ότι ο φασισμός θα έστρεφε την συναισθηματική δυσαρέσκεια που τους απειλούσε σε άλλα κανάλια και ταυτόχρονα θα αξιοποιούσε τον εθνικισμό υπέρ των δικών τους οικονομικών συμφερόντων. Πράγματι στην Γερμανία ο ναζισμός προώθησε τα συμφέροντα των πιο ισχυρών ομάδων της γερμανικής βιομηχανίας. Το ναζιστικό σύστημα είναι η «βελτιωμένη» εκδοχή του γερμανικού προπολεμικού ιμπεριαλισμού και συνέχισε εκεί όπου η μοναρχία είχε αποτύχει. (Αλλά και η Δημοκρατία, δεν διέκοψε πραγματικά την ανάπτυξη του γερμανικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, αλλά τον διεύρυνε ακόμη περισσότερο με τα μέσα που έχει στη διάθεσή της.)

Η Ιταλία μετά τον Α παγκόσμιο πόλεμο, παρά το γεγονός ότι ήταν από την πλευρά του νικητή έχασε εδάφη, κάνοντας πολλούς να αναρωτιούνται τι κερδήθηκε από τον πόλεμο.

Η Οκτωβριανή επανάσταση, είχε σαν αποτέλεσμα την διάσπαση της αριστεράς. Εκτός από τους φόβους του κομμουνισμού, το συντηρητικό σύστημα που οδήγησε την Ιταλία στον πόλεμο είχε καταρρεύσει. Πολλοί κατηγόρησαν το κράτος ότι άφησε τους φτωχούς να πεθάνουν στο πεδίο της μάχης, ενώ οι πλούσιοι παρέμειναν προστατευμένοι.  Οι εργάτες και οι αγρότες φοβόντουσαν ότι θα χάσουν ό, τι είχε απομείνει από το βιοτικό τους επίπεδο, ενώ η σοσιαλιστική μεταρρύθμιση απειλούσε τους γαιοκτήμονες και τους βιομήχανους. Και την ίδια στιγμή οι περισσότεροι Ιταλοί απλά ήθελαν  να διατηρήσουν τα ελάχιστα που τους είχαν απομείνει και να αποφύγουν  τα περαιτέρω δεινά.

Οι πρώτοι υποστηρικτές του φασισμού ήταν δεξιοί εθνικιστές, βετεράνοι του πολέμου και πατριώτες που κατηγόρησαν την μεταπολεμική απώλεια εξουσίας και εδαφών στη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Μέσα από την κοινή τους οδύνη και την αλληλεγγύη, πολλοί βετεράνοι βρήκαν προστασία στην υπακοή στους ανωτέρους τους και στην μάχη κατά της νέας απειλής του κομμουνισμού. Εκτός από τους στρατιωτικούς, η κατώτερη μεσαία τάξη άρχισε να ελπίζει στον φασισμό, που τους υποσχόταν προστασία από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τροφοδοτούσε το όνειρο της κοινωνικής ανέλιξης. Ο αγροτικός πληθυσμός, 500.000 εκ των  οποίων  είχαν αποκτήσει γη στη διάρκεια του πολέμου, φοβόντουσαν την σοσιαλιστική κολεκτιβοποίηση και ήταν αποφασισμένοι να την προασπίσουν και ο φασισμός υποσχέθηκε να διατηρήσει τις περιουσίες τους. Οι γαιοκτήμονες και οι κάτοχοι ακινήτων υποστήριξαν τον φασισμό γιατί τους προστάτευε από τα εργατικά συνδικάτα και τις σοσιαλιστικές πολιτικές. Τέλος, υπήρχαν οι τεχνοκράτες, οι βιομήχανοι και πλούσιοι επιχειρηματίες που ενδιαφέρονταν να κάνουν επενδύσεις. Αν υπήρχε κάποια ομάδα επιφυλακτική στον φασισμό ήταν η πολιτική ελίτ, αλλά ακόμη και αυτοί προτιμούσαν μια φασιστική κυβέρνηση παρά τις απαρχαιωμένες πολιτικές ή την κομμουνιστική επανάσταση. Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος της έλξης του φασισμού βασιζόταν στην υπόσχεση της αλλαγής, μια λύση για την μεταπολεμική κατάσταση» ανημπόριας» της Ιταλίας (Barrantes S. L. 2014). 

Διαβάστε περισσότερα...

Οι κ.κ. Θ. Λιανός, Γ. Μπήτρος και Α. Σαρρής για τη Μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ: Άγνοια ή Απόκρυψη; Του Θεόδωρου Μαριόλη

Οι κ.κ. Θεόδωρος Λιανός, Γιώργος Μπήτρος και Αλέξανδρος Σαρρής για τη Μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ: Άγνοια ή Απόκρυψη;

Θεόδωρος Μαριόλης

Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Πρόεδρος του «Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών Δημήτρης Μπάτσης» και μέλος της ομάδας εμπειρογνωμόνων του «Ευρωπαϊκού Δικτύου Ερευνών Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής» (ΕΔΕΚΟΠ).

1. Εισαγωγή

Στην εφημερίδα «Καθημερινή» της 26.02.2017 δημοσιεύτηκε άρθρο τεσσάρων μελών του Ελληνικού Οικονομικού Τμήματος του ΕΔΕΚΟΠ, δηλαδή των Ιωάννη Θεοδοσίου, Κώστα Λαπαβίτσα, Στέργιου Σκαπέρδα και εμού, με τίτλο: «Έξοδος από την ΟΝΕ για νέα οικονομική πολιτική».[1] Αφορμή ήταν το άρθρο-παρέμβαση δεκατεσσάρων Ελλήνων πανεπιστημιακών οικονομολόγων, με τίτλο: «Το Grexit παραμένει καταστροφικό για την Ελλάδα» (19.02.2017).[2] Το άρθρο μας βασιζόταν, ρητώς, στη μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ: «Η Αποτυχία της Ευρωζώνης. Προτάσεις Οικονομικής Πολιτικής για την Ανάκαμψη της Ελλάδας».[3]

            Στις 26.03.2017 δημοσιεύτηκε άρθρο-απάντηση των κ.κ. Θεόδωρου Λιανού, Γιώργου Μπήτρου και Αλέξανδρου Σαρρή (οι οποίοι δεν ανήκαν στους συγγραφείς του προαναφερθέντος άρθρου-παρέμβασης), με τίτλο: «Επικίνδυνες δραχμικές φαντασιώσεις».[4]

          Εν συνεχεία, στις 09.04.2017 δημοσιεύτηκε η ανταπάντηση των ως άνω τεσσάρων μελών του ΕΔΕΚΟΠ, με τίτλο: «Οικονομική πολιτική για την Ελλάδα»,[5] όπου τονιζόταν το εξής: «Όσον αφορά εμάς, πώς μπορούν και ισχυρίζονται [οι κ.κ Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής – Θ. Μ.] ότι δεν έχουμε συνεκτιμήσει τον πληθωρισμό κόστους, τον οποίο δημιουργεί η νομισματική υποτίμηση, ούτε εκείνον τον οποίο δημιουργεί η αναγκαία τόνωση της εσωτερικής ζήτησης; Μπήκαν στον κόπο να διαβάσουν τη μελέτη που ήδη προαναφέρθηκε [δηλαδή την ως άνω μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ – Θ. Μ.] και η οποία έχει συζητηθεί ευρύτατα από τον περασμένο Φεβρουάριο;» (πρόσθετη έμφαση).

          Τέλος, στις 23.04.2017 δημοσιεύτηκε, στην ίδια πάντοτε εφημερίδα, νέο άρθρο-απάντηση των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, με τίτλο: «Άλμα εμπρός ή επιστροφή στην πνευματική αγκύλωση;»,[6] το οποίο έκλεινε ως ακολούθως:

«Είμαστε [η Ελλάδα – Θ. Μ.] μέλος μιας παγκόσμιας οικονομίας. Μέσα σε αυτήν πρέπει να επιβιώσουμε και να ευημερήσουμε. Αυτό απαιτεί θεσμικές αλλαγές, ασφαλές περιβάλλον, τήρηση των νόμων, εκσυγχρονισμό του κράτους, άνοιγμα επαγγελμάτων και όλα όσα εμείς και πολλοί άλλοι επιμόνως επαναλαμβάνουμε επί χρόνια. Βέβαια, στη δημόσια αντιπαράθεση υπάρχει πάντα χώρος για αντίλογο. Όμως, αυτή είναι η τελευταία μας επιχειρηματολογία επί του θέματος και δεν σκοπεύουμε να επανέλθουμε.».

          Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι «να επανέλθουν» οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής. Εξάλλου, κατέστησαν σαφές το πώς αντιλαμβάνονται τη διαλεκτική: η «επιχειρηματολογία τους» συγκροτεί το «λόγο». Τα λοιπά είναι «αντίλογος», για τον οποίο «υπάρχει πάντα χώρος». Θέλουμε, βεβαίως, να ελπίζουμε: όχι μέχρι νεωτέρας.

          Το παρόν άρθρο εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής αντιμετώπισαν δύο από τα κομβικά ζητήματα της προαναφερθείσας μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ. Αυτά τα ζητήματα είναι: (i) η νομισματική υποτίμηση, και (ii) η νομισματική πολιτική. Δυστυχώς, δεν είναι δυνατόν να περιλάβω όλα όσα έγραψαν οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής, στα προαναφερθέντα άρθρα τους, διότι αυτό προϋποθέτει τη συγγραφή τόμου.

          Σκοπός του άρθρου είναι η – με χαρακτηριστικότερη (αλλά όχι μοναδική) αφορμή τα ως άνω δύο άρθρα των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή – υπεράσπιση της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ από επιστημονικά ανυπόστατες αιτιάσεις. Γράφτηκε δε με κάποια χρονική υστέρηση, γιατί είχα να πραγματευτώ ζητήματα, τα οποία, εν αντιθέσει με εκείνα των δύο άρθρων των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, αντιστοιχούσαν σε άξια μελέτης επιστημονικά προβλήματα αλλά ήταν και επείγοντα.

2. Τα Δύο Ζητήματα

2.1. Περί Νομισματικής Υποτίμησης

Στο κατά σειρά πρώτο άρθρο (26.03.2017) των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή διαβάζουμε τα εξής:

«Σ​​την «Καθημερινή» της 26ης Φεβρουαρίου δημοσιεύθηκε ένα άρθρο τεσσάρων οικονομολόγων με το οποίο επιχειρηματολογούν υπέρ της εξόδου της Ελλάδας από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και επιστροφή στη δραχμή. […] Οι υποστηρικτές της επανόδου στη δραχμή βασίζουν τα επιχειρήματά τους σε ορισμένες υποθέσεις. Πρώτον, ότι μία [νομισματική – Θ. Μ.] υποτίμηση, που θα επέλθει σύντομα μετά την αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ, είναι αναγκαία και θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών χωρίς να αυξήσει τις εγχώριες τιμές. Αυτό είναι λανθασμένο, διότι οι τιμές των εγχώριων προϊόντων εξαρτώνται σε ένα μεγάλο βαθμό από τις τιμές των εισαγόμενων, που χρησιμοποιούνται σαν [ως – Θ. Μ.] ενδιάμεσα αγαθά, πράγμα που σημαίνει ότι οι εγχώριες τιμές στην παραγωγή θα προσαρμοστούν γρήγορα στις νέες υψηλότερες τιμές των εισαγωγών που θα προκύψουν από μία υποτίμηση. Αυτό άλλωστε συνέβαινε και στην προ του ευρώ εποχή. Επιπλέον οποιαδήποτε βελτίωση του κόστους των εξαγόμενων προϊόντων σε σχέση με τα εισαγόμενα δεν θα οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση των εξαγωγών, διότι η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών δεν εξαρτάται μόνο από τις τιμές, αλλά κυρίως από την ποιότητα των προϊόντων που εξάγονται. Τρανή απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι έπειτα από επτά χρόνια μείωσης των ονομαστικών αλλά και πραγματικών αμοιβών, πράγμα που συνεπάγεται μείωση του κόστους παραγωγής και αύξηση της ανταγωνιστικότητας, οι εξαγωγές δεν έχουν αυξηθεί σημαντικά.» (πρόσθετη έμφαση).

          Ωστόσο, στο κατά σειρά δεύτερο άρθρο (23.04.2017) των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή διαβάζουμε τα εξής:

«Μας επικρίνουν επίσης ότι δεν μελετήσαμε έρευνα του ΕΔΕΚΟΠ, πάνω στην οποία στηρίζουν την επιχειρηματολογία τους. Θα αναφέρουμε μερικές από τις πολιτικές που προτείνουν στην έρευνα αυτή σε συνδυασμό με την επιστροφή στη δραχμή και ας κρίνουν οι αναγνώστες σε ποια από τις δύο πλευρές της συζήτησης βρίσκεται η αναδρομή σε «απολιθωμένες σκέψεις» για τις οποίες μας κατηγορούν. Ειδικότερα, στο μέρος ΙΙΙ της εν λόγω μελέτης διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι αβάσιμοι ισχυρισμοί σχετικά με την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση: 1. Θα χρειαστεί μια υποτίμηση της τάξεως του 30-50%. Αυτό ισχυρίζονται ότι θα προκαλέσει πληθωρισμό λόγω εισαγωγών της τάξεως του 6-10% τον πρώτο χρόνο και 4-6% τον δεύτερο. Μακροπρόθεσμα οι τιμές θα αυξηθούν κατά το μέγεθος της υποτίμησης, αλλά ισχυρίζονται ότι στα χρόνια αμέσως μετά την υποτίμηση, θα δημιουργηθεί κάποιο πλεονέκτημα ανταγωνιστικότητας, της τάξεως του 23-37%, που θα αυξήσει την παραγωγή και τις εξαγωγές εμπορεύσιμων προϊόντων και άρα θα βελτιώσει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Εμείς γνωρίζουμε από τη βιβλιογραφία ότι οποιοδήποτε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κερδίζεται μέσω υποτίμησης του εθνικού νομίσματος χάνεται το πολύ σε έξι μήνες. Συνεπώς, αυτό που αποκρύπτουν είναι ότι η χώρα μας θα μπει σε έναν φαύλο κύκλο υποτιμήσεων της δραχμής με συνεχή περαιτέρω αύξηση των τιμών και καταβαράθρωση των εισοδημάτων των πλέον αδύναμων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας.» (πρόσθετη έμφαση).

          Επί αυτών παρατηρούμε τα εξής:

(i). Στο κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής γράφουν ότι η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ βασίζεται στην υπόθεση ότι δεν θα αυξηθούν οι εγχώριες τιμές. Στο κατά σειρά δεύτερο άρθρο τους, οι  κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής γράφουν ότι η ίδια μελέτη ισχυρίζεται ότι, συνεπεία νομισματικής υποτίμησης της τάξεως του 30%-50%, θα προκληθεί πληθωρισμός της τάξεως του 6%-10% τον πρώτο χρόνο και 4%-6% τον δεύτερο χρόνο, ενώ «[μ]ακροπρόθεσμα οι τιμές θα αυξηθούν κατά το μέγεθος της υποτίμησης».

          Επειδή η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ – πράγματι – δίνει τις ως άνω μετρήσεις (όχι, βεβαίως, ισχυρισμούς! – αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε) για τον συνεπεία της νομισματικής υποτίμησης πληθωρισμό, έπεται ότι: γράφοντας το κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής ασκούσαν οξεία κριτική στη μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ χωρίς να την έχουν διαβάσει ή την είχαν διαβάσει αλλά όχι κατανοήσει ή, τέλος, την είχαν κατανοήσει, αλλά αποκρύπταν το περιεχόμενό της. Άλλη περίπτωση δεν υπάρχει.

(ii). Σε αντίθεση με ό,τι διατείνονται στο δεύτερο άρθρο τους οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ δεν εκτιμά ότι «στα χρόνια αμέσως μετά την υποτίμηση, θα δημιουργηθεί κάποιο πλεονέκτημα ανταγωνιστικότητας, της τάξεως του 23-37%». Εκτιμά ότι, συνεπεία μίας ονομαστικής υποτίμησης της τάξεως του 30% με 50%, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (μετρούμενη σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας των εισαγομένων προς τα εγχωρίως παραγόμενα εμπορεύματα) θα αυξηθεί κατά 23% με 37%, αντιστοίχως, στο πρώτο έτος μετά την εν λόγω υποτίμηση (βλέπε τις σσ. 78-79 μελέτης).

(iii). Οι μετρήσεις της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ, για τις συνέπειες της νομισματικής υποτίμησης, αναφέρονται: στον εισαγόμενο πληθωρισμό κόστους, στη διεθνή ανταγωνιστικότητα, στο εξωτερικό ισοζύγιο και στο ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας.

          Βασίζονται σε συνολικό υπόδειγμα του εξωτερικού τομέα, το οποίο συντίθεται από:

(α) ένα δυναμικό τιμιακό υπόδειγμα εισροών-εκροών, και

(β) το διευρυμένο υπόδειγμα εξωτερικού ισοζυγίου-ρυθμού μεταβολής του ημεδαπού προϊόντος του Thirlwall(2011) (βλέπε τις σσ. 78-80 της μελέτης).

          Τέλος, αυτό το συνολικό υπόδειγμα συνίσταται σε εξήντα τέσσερις (64) εξισώσεις και εφοδιάστηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, με στατιστικά στοιχεία (κυρίως, από τις ΕΛΣΤΑΤ, EUROSTAT και Τράπεζα της Ελλάδας) για την ελληνική οικονομία. Επομένως, σε ευθεία αντίθεση με τα γραφόμενα των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, οι εν λόγω μετρήσεις της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ (όπως, βεβαίως, και όλες οι άλλες μετρήσεις της) δεν βασίζονται σε «υποθέσεις» και «ισχυρισμούς».[7]

          Όμως, για ό,τι συζητούμε σε αυτό ειδικά το σημείο, το πλέον σημαντικό είναι το εξής: Ακριβώς επειδή το υπόδειγμά μας ενέχει ένα δυναμικό τιμιακό υπόδειγμα εισροών-εκροών, έπεται ότι συλλαμβάνει, εκ κατασκευής, το – όντως πρωτεύον για το ζήτημα της υποτίμησης – γεγονός ότι (ας χρησιμοποιήσουμε τα λόγια των κ.κ.  Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, αν και δεν αποδίδουν το φαινόμενο σε όλες τις διαστάσεις του): «οι τιμές των εγχώριων προϊόντων εξαρτώνται […] από τις τιμές των εισαγόμενων, που χρησιμοποιούνται σαν ενδιάμεσα αγαθά».

          Συμπέρασμα: Οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής αγνοούν τι σημαίνει «τιμιακό υπόδειγμα εισροών-εκροών» ή δεν το αγνοούν, αλλά αποκρύπτουν ότι σε ένα τέτοιο υπόδειγμα βασίζονται οι εμπειρικές μετρήσεις του ΕΔΕΚΟΠ για υποτίμηση-πληθωρισμό-διεθνή ανταγωνιστικότητα. Άλλη περίπτωση δεν υπάρχει.

(iv). Οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής διατείνονται: «οι τιμές των εγχώριων προϊόντων εξαρτώνται σε ένα μεγάλο βαθμό […]» και «οι εγχώριες τιμές στην παραγωγή θα προσαρμοστούν γρήγορα […]». Τι σημαίνουν, άραγε, «σε ένα μεγάλο βαθμό» και «γρήγορα»;

          Χάρη συντομίας, ας ασχοληθούμε μόνο με τον «ένα μεγάλο βαθμό» των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, διότι ό,τι θα επισημάνουμε ισχύει, τηρουμένων των αντιστοιχιών, και για το «γρήγορα» (σε αυστηρά μαθηματικούς όρους, βλέπε την ανάλυση της κατανομής των ιδιοτιμών των μητρών τεχνικών συντελεστών της ελληνικής οικονομίας, η οποία αναπτύσσεται στα KatsinosandMariolis, 2012, και MariolisandTsoulfidis, 2016, Chaps. 5-6):

(α). Σημαίνει, ας πούμε, 10%, 50% ή 90%;

Διότι, για παράδειγμα, τόσο το 0.03% όσο και το 99.90% είναι «μεγάλα», δεδομένου ότι και τα δύο είναι μεγαλύτερα από άπειρα στο πλήθος άλλα ποσοστά.

(β). Ο «ένας μεγάλος βαθμός», τον οποίο εικάζουν οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής (γράφω: «εικάζουν», διότι δεν προσφέρουν κάποια μέτρηση), είναι ο ίδιος για όλους τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας ή αυτός κυμαίνεται διακλαδικά;

(γ). Εάν κυμαίνεται διακλαδικά, τότε σε ποιο εύρος; Κυμαίνεται, κατά κανόνα, στο εύρος του 10%-40% ή στο εύρος του 80%-90%;

Διότι, άλλες επιπτώσεις (από την υποτίμηση) αναμένονται στην πρώτη περίπτωση (του 10%-40%) και άλλες στη δεύτερη περίπτωση (του 80%-90%), σε συνάρτηση, επιπλέον, με:

(γ1). Το «μηχανισμό μετάδοσης ή, αλλιώς, διάχυσης της υποτίμησης» στα κόστη παραγωγής των ημεδαπών εμπορευμάτων (περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των μισθολογικών κοστών και των περιθωρίων κέρδους), τον οποίο είναι αναγκασμένος να προϋποθέσει και μοντελοποιήσει η/ο μελετητής (βάσει θεωρητικών ή και εμπειρικών-ιστορικών στοιχείων).

(γ2). Τη δομή των συνολικών – άμεσων και έμμεσων – διακλαδικών συνδέσεων (linkages) της ημεδαπής οικονομίας (η οποία προσδιορίζεται βάσει των διαθέσιμων Πινάκων Εισροών-Εκροών).

          Αφού, λοιπόν, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής επιθυμούν να έχουν θέση για το ζήτημα της νομισματικής υποτίμησης στην ελληνική οικονομία, οφείλουν να μοντελοποιήσουν ένα μηχανισμό διάχυσης της υποτίμησης και, εν συνεχεία, να απαντήσουν σε όλα τα ως άνω ερωτήματα. Η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ το έχει κάνει. Διότι εάν δεν το είχε κάνει, δεν θα ήταν σε θέση να προχωρήσει στις εμπειρικές μετρήσεις που εμπεριέχει.

          Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ δεν καινοτόμησε σε αυτό το ζήτημα, αλλά ακολούθησε τους γενικούς κανόνες μίας επιστημονικής μέτρησης των επιπτώσεων της ονομαστικής υποτίμησης, τους οποίους φαίνεται να ακολούθησε και, για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (όπως θα δούμε στη συνέχεια του παρόντος), όταν ανακοίνωσε δικές της μετρήσεις (για τις επιπτώσεις της υποτίμησης του ευρώ).

(v). Στο κατά σειρά δεύτερο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής είτε ανακάλυψαν είτε ομολόγησαν ότι η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ περιέχει μετρήσεις για τις επιπτώσεις της νομισματικής υποτίμησης – έστω – στον ημεδαπό ποσοστιαίο ρυθμό πληθωρισμού και στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

          Φαίνεται, όμως, ότι αυτές οι μετρήσεις αφήνουν παντελώς ανικανοποίητους τους κ.κ. Λιανό, Μπήτρο και Σαρρή, δεδομένου ότι τις χαρακτηρίζουν ως: «αβάσιμους ισχυρισμούς». Γιατί; Απαντούν: «Εμείς γνωρίζουμε από τη βιβλιογραφία ότι οποιοδήποτε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κερδίζεται μέσω υποτίμησης του εθνικού νομίσματος χάνεται το πολύ σε έξι μήνες.».

          Ατυχώς, αυτή η απάντηση είναι:

(α). Αυτοαναφορική: «εμείς γνωρίζουμε».

(β). Αοριστολογική: «από τη βιβλιογραφία». Ρωτάμε: ποια βιβλιογραφία;

          Ενδέχεται, όμως, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρήςνα θεωρούν ότι στα άρθρα των εφημερίδων δεν είναι δυνατόν, λόγω χώρου ή ύφους κειμένων, να παρατίθενται οι εννοούμενες συγκεκριμένες βιβλιογραφικές πηγές. Όποιος/α δείχνει ευαισθησία για τέτοιες παραμέτρους, οφείλει πρώτα να δείχνει τον αντίστοιχο σεβασμό στη δουλειά των άλλων.

          Έχω, όμως, και άλλες, πολύ σοβαρές, επιφυλάξεις για το: «από τη βιβλιογραφία», γιατί διαπιστώνω, για παράδειγμα, ότι, σε ένα αυστηρά ακαδημαϊκό και τεχνικό σύγγραμμά του, ο κ. Αλέξανδρος Σαρρής χειρίζεται τη βιβλιογραφία με τρόπο δανεισμένο από μάλλον αλλότριες δραστηριότητες και, συγκεκριμένα, με την τεχνική του – άνευ της ελάχιστης ειδικής αναφοράς – κολλάζ: παρέβαλε το λεκτικό κείμενο, εξισώσεις, σχήματα και ασκήσεις του Silberberg (1978) με την αναπαραγωγή τους στο Σαρρής (1986).

(γ).Suigeneris: Εάν, όπως δηλώνουν οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής, ισχύει ότι «οποιοδήποτε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κερδίζεται μέσω υποτίμησης του εθνικού νομίσματος χάνεται το πολύ σε έξι μήνες», έπεται ότι, σε γενικές, έστω, γραμμές, μία νομισματική υποτίμηση κατά x% οδηγεί, το πολύ εντός έξι μηνών, σε μέσο ποσοστιαίο ρυθμό πληθωρισμού της τάξης του x% και, έστω πολύ χονδρικά, σε μέσο ποσοστιαίο ρυθμό πληθωρισμού της τάξης του 2x%, εντός δώδεκα μηνών ή ενός έτους.

          Ήτοι, κατά τους κ.κ. Λιανό, Μπήτρο και Σαρρή ο λόγος ετήσιου ρυθμού πληθωρισμού-ποσοστού ονομαστικής υποτίμησης είναι της τάξης του 2.        Άραγε, υποστηρίζεται αυτός ο κατά τους κ.κ. Λιανό, Μπήτρο και Σαρρή «κανόνας του 1 (εξάμηνο) ή του 2 (έτος)» από ευρήματα;

(γ1). Μεταξύ πολλών πηγών, ας στραφούμε, καταρχάς, σε μία σχετικά πρόσφατη, και υπεράνω πάσης υποψίας (ελπίζουμε!), ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

          Όταν, λοιπόν, μετά το Μάρτιο του 2014, το ευρώ άρχισε – (και) εκουσίως! – να ολισθαίνει αισθητά έναντι βασικών νομισμάτων (έως τον Μάρτιο του 2015 είχε υποτιμηθεί κατά, περίπου, 22% έναντι του αμερικανικού δολαρίου και κατά 13% έναντι της βρετανικής λίρας), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταπιάστηκε με τις εν δυνάμει θετικές επιπτώσεις των νομισματικών υποτιμήσεων (βλέπε EuropeanCommission, 2015, pp. 50-52). Και, ακολούθως, η Τράπεζα της Ελλάδας (2015) αναπαρήγαγε τις αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως εξής:

«Τα αίτια της σημαντικής εξασθένησης του ευρώ σχετίζονται κυρίως με το διαφορετικό κύκλο της νομισματικής πολιτικής, καθώς η ΕΚΤ ξεκίνησε πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης την περίοδο που η Fed προανήγγειλε τη φάση αντιστροφής της πολύ χαλαρής δικής της νομισματικής πολιτικής. Η υποτίμηση του ευρώ μεταβάλλει τις σχετικές τιμές μεταξύ προϊόντων εντός και εκτός της ζώνης του ευρώ, προκαλώντας μεταβολές στη σύνθεση της ζήτησης. Ο βαθμός στον οποίο η μεταβολή των συναλλαγματικών ισοτιμιών επιδρά στις σχετικές ποσότητες εξαρτάται κυρίως από τρεις παράγοντες: α) από το βαθμό στον οποίο οι μεταβολές των ισοτιμιών ενσωματώνονται στις τελικές τιμές εισαγομένων και εξαγομένων και δεν απορροφώνται από τα περιθώρια κέρδους των εισαγωγέων και των εξαγωγέων (περίπου το 80% του ποσοστού της υποτίμησης του ευρώ μετακυλίεται στις τιμές των εισαγομένων), β) από το βαθμό εμπορικού ανοίγματος κάθε οικονομίας της ζώνης του ευρώ στις εκτός ευρωζώνης οικονομίες (λ.χ. μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης, η Μάλτα, το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία έχουν τις περισσότερες εξαγωγές, ως ποσοστό του ΑΕΠ τους, εκτός ζώνης του ευρώ) και γ) από τη συγκεκριμένη γεωγραφική σύνθεση των εκτός ζώνης του ευρώ εμπορικών εταίρων και τη συγκεκριμένη εξέλιξη της διμερούς συναλλαγματικής ισοτιμίας με τον καθέναν από αυτούς (λ.χ. οι χώρες της Βαλτικής και η Φινλανδία αντιμετώπισαν ανατίμηση και όχι υποτίμηση της ονομαστικής σταθμισμένης συναλλαγματικής τους ισοτιμίας, καθότι έχουν ως κυριότερο εμπορικό εταίρο τη Ρωσία, το νόμισμα της οποίας υποτιμήθηκε σοβαρά έναντι του ευρώ [κατά 30% – Θ. Μ.]). Η χαμηλότερη ισοτιμία του ευρώ κάνει γενικώς φθηνότερα τα εξαγόμενα προϊόντα της ζώνης του ευρώ και ακριβότερα τα εισαγόμενα, τελικά και ενδιάμεσα αγαθά και τις πρώτες ύλες. Κατά μέσο όρο στις χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ, το 30% της αξίας των εξαγωγών αποτελείται από εισαγόμενα ενδιάμεσα αγαθά και πρώτες ύλες, γεγονός που υπογραμμίζει την επίπτωση της υποτίμησης στο κόστος παραγωγής σε επιχειρήσεις και κλάδους εντάσεως εισαγόμενων βασικών εμπορευμάτων (πετρέλαιο, μέταλλα κ.λπ.) και ενδιάμεσων αγαθών. Ως προς τις ξένες άμεσες επενδύσεις μη κατοίκων, η υποτίμηση του ευρώ, εάν θεωρηθεί ότι θα διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα, μειώνει το κόστος υλοποίησης νέων επενδύσεων, αλλά ταυτόχρονα μειώνει την αξία σε ξένο νόμισμα των κερδών από τις ήδη υπάρχουσες. Σε γενικές γραμμές, η σημειωθείσα υποτίμηση του ευρώ, εάν διατηρηθεί, αναμένεται ότι θα οδηγήσει σε αύξηση των καθαρών εξαγωγών και υποκατάσταση εισαγωγών προς όφελος των εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων, ενισχύοντας τις επενδύσεις, την ανάπτυξη και την απασχόληση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μια υποτίμηση της ονομαστικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ κατά 10% μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 0.6% το πρώτο έτος και κατά 0.4% το δεύτερο έτος.» (Τράπεζα της Ελλάδος, 2015, σσ. 32-33 – πρόσθετη έμφαση).

            Περαιτέρω, οι ως άνω αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιείχαν και άλλες δύο εκτιμήσεις: Κατά μέσο όρο, μία υποτίμηση του ευρώ κατά 5% οδηγεί, πρώτον, σε αύξηση των ευρωζωνικών τιμών καταναλωτή κατά 0.3% μετά από ένα έτος, και, δεύτερον, σε μείωση των σε ξένο νόμισμα εκφρασμένων τιμών των εξαγωγών κατά 2% μετά από ένα έτος (βλέπε EuropeanCommission, 2015, pp. 51-52).

(γ2). Τώρα, ας εστιάσουμε, για παράδειγμα, σε εμπειρικά παρατηρηθέντες λόγους ποσοστιαίου ρυθμού πληθωρισμού-ποσοστού ονομαστικής υποτίμησης κατά μήκος νομισματικών υποτιμήσεων (διαφόρων νυψών), οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τη δεκαετία του 1990, σε διάφορες, αρκετά ανομοιογενείς και μη-ανομοιογενείς μεταξύ τους, εθνικές οικονομίες, και έχουν αναλυθεί εκτενώς στη διεθνή βιβλιογραφία (βλέπε, για παράδειγμα, Bursteinetal., 2005).

          Λοιπόν, τα στοιχεία δείχνουν ότι, εάν είναι να διατυπώσουμε κάποιον «κανόνα», τότε αυτός μάλλον είναι ο «κανόνας του 0.20 με 0.40» και, μάλιστα, με χρονικό ορίζοντα αναφοράς της τάξης των δεκαοκτώ (παρά των έξι ή των δώδεκα) μηνών.

          Μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις (εάν όχι η μοναδική) κάποιας προσέγγισης του κατά τους κ.κ. Λιανό, Μπήτρο και Σαρρή «κανόνα του 2» είναι εκείνη του Μεξικού, κατά την περίοδο άνοιξη 1997-φθινόπωρο 1999, όπου ο ρυθμός πληθωρισμού ήταν περί το 28% και το ποσοστό υποτίμησης ήταν περί το 16% (ήτοι, 28/16 = 1.75).

(γ3). Τέλος, πρέπει, αν και κάθε άλλο παρά μου είναι ευχάριστο, να ανατρέξουμε στο τι έγραφε ο κ. Θεόδωρος Λιανός για ορισμένες από τις επιπτώσεις της νομισματικής υποτίμησης στην ελληνική οικονομία, σε δύο άρθρα του, τα οποία δημοσιεύτηκαν σε διάστημα δύο εβδομάδων μετά την κατά 14% υποτίμηση της δραχμής στις 14.03.1998:

«Πριν από μερικές ημέρες η δραχμή υποτιμήθηκε κατά 14%. Στη διάρκεια της εβδομάδας που πέρασε έχουν διατυπωθεί διάφορες αναλύσεις και γνώμες για τις επιπτώσεις της υποτίμησης επί του ύψους του επιτοκίου, της εξέλιξης των επενδύσεων, των εισαγωγών, των εξαγωγών, επί των τιμών των μετοχών κλπ. Λίγα όμως έχουν γραφτεί για το πώς η υποτίμηση θα επηρεάσει τον καταναλωτή και για το τι μπορεί ο καταναλωτής να κάνει για να αποφύγει, στον βαθμό που είναι δυνατό, μερικές αρνητικές συνέπειες.[…] Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να αναμένεται μια γενική αύξηση των τιμών των καταναλωτικών προϊόντων. Εντούτοις είναι πιθανό δαιμόνιοι Έλληνες επιχειρηματίες και έμποροι να θελήσουν να εκμεταλλευθούν το υποτιθέμενο κλίμα του αναμενόμενου πληθωρισμού και να αυξάνουν αυθαίρετα τις τιμές χωρίς να έχει αυξηθεί το κόστος παραγωγής. Τέτοια φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί σε αρκετές περιπτώσεις και για τον λόγο αυτό το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) έχει κινητοποιηθεί για να ελέγξει το ενδεχόμενο κύμα κερδοσκοπίας εις βάρος των καταναλωτών. Πώς μπορεί ο καταναλωτής να προστατεύσει το εισόδημά του σε αυτές τις περιπτώσεις, δηλαδή της κερδοσκοπίας και της υποτίμησης; Ως προς τις επιπτώσεις της υποτίμησης ο καταναλωτής έχει μόνο μία άμυνα, δηλαδή να μεταβάλει τις καταναλωτικές του συνήθειες και να υποκαταστήσει τα εισαγόμενα προϊόντα που τώρα είναι ακριβότερα με ελληνικά που είναι σχετικά φθηνότερα. Σε πολλές περιπτώσεις η υποκατάσταση είναι εύκολη. Π.χ. μπορεί κανείς να φτιάξει εξίσου νόστιμη μακαρονάδα με ελληνικά μακαρόνια αντί των ιταλικών ή να αγοράσει γραβιέρα Κρήτης αντί για δανικό τυρί. Βέβαια, αν κάποιος επιμένει πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς γαλλικά υποκάμισα, τότε είναι αναγκασμένος να υποστεί το επιπλέον κόστος. Η στροφή της κατανάλωσης από τα εισαγόμενα προϊόντα στα εγχωρίως παραγόμενα θα έχει επιπλέον θετικές συνέπειες για την οικονομία στο σύνολό της. […] Είναι φανερό ότι η υποτίμηση θα επηρεάσει αρνητικά, τουλάχιστον βραχυχρονίως, τους καταναλωτές, διότι θα αναγκαστούν να υποστούν το μεγαλύτερο κόστος του καλαθιού της νοικοκυράς. Οι καταναλωτές όμως μπορούν με τις ενέργειές τους να μειώσουν αυτές τις αρνητικές επιπτώσεις. Βέβαια, μακροχρόνια τα πράγματα θα είναι διαφορετικά και κατά πάσα πιθανότητα θετικά για την απασχόληση, για τα εισοδήματα των ατόμων και για την οικονομία γενικά. (Λιανός, 1998α). […] Η υποτίμηση όμως της δραχμής αναμένεται να αυξήσει τον πληθωρισμό κατά 2.5 περίπου μονάδες. (Λιανός, 1998β).».

          Θα σταθούμε σε ένα μόνο σημείο, διότι στην αντίθετη περίπτωση έχουμε κάθε δικαίωμα, προφανώς, να μακρηγορήσουμε: Τότε (έτος 1998), ο κατά τον κ. Λιανό «κανόνας» ήταν εκείνος του 0.18 (2.5/14), ενώ τώρα (έτος 2017), ο κατά τον κ. Λιανό «κανόνας» είναι εκείνος του 2. Συγκλονιστική μεταβολή «κανόνα», θα λέγαμε, μέσα σε δύο δεκαετίες, ήτοι κατά 1011% ή, αλλιώς, κανόνας-λάστιχο.

          Πάντως, σύμφωνα με το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ο πληθωρισμός που όντως προκλήθηκε από εκείνη την κατά 14% υποτίμηση της δραχμής ήταν της τάξης 1.2%, ήτοι 1.2/14 = 0.09 (βλέπε την Εξαμηνιαία Έκθεση Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, 1999, και Το Βήμα, 10.01.1999, ένθετο Ανάπτυξη, σελ. 4).

          Όπως και να έχουν τα πράγματα με τον κανόνα των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, ο κ. Λιανός έγραφε πριν από την προαναφερθείσα υποτίμηση της δραχμής τα εξής: «Νομίζω ότι πολύ σύντομα η ελλειμματικότητα του ισοζυγίου πληρωμών θα γίνει το κύριο πρόβλημα της οικονομίας. Και είναι σκόπιμο να ληφθούν μέτρα τώρα προς δύο κατευθύνσεις, δηλαδή μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων για μακροπρόθεσμο δανεισμό και ταχύτερη υποτίμηση της δραχμής. Η υποτίμηση της δραχμής θα προωθήσει το εξωτερικό μας εμπόριο και τον τουρισμό χωρίς επιπτώσεις στον πληθωρισμό, ενώ η μείωση του επιτοκίου σε συνδυασμό με την υποτίμηση θα αποθαρρύνει τον εξωτερικό δανεισμό.» (Λιανός, 1997).

          Θα συμφωνήσετε, νομίζω, ότι δεν αξίζει να σχολιάσουμε.

(vi). Καίτοι αποκρύπτεται (από πολλές πλευρές, «Ευρω-δεξιές» και «Ευρω-αριστερές») στη δημόσια «συζήτηση», όσοι γνωρίζουν στοιχειωδώς, έστω, την οικονομική επιστήμη, γνωρίζουν επίσης ότι, πέραν πάσης αμφιβολίας, οι νομισματικές υποτιμήσεις έχουν θετικές και αρνητικές ή αρνητικές και θετικές επιπτώσεις.

          Έτσι, για παράδειγμα, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ επισημαίνει: «[Μ]ια ονομαστική υποτίμηση στο εύρος του 30% με 50%, θα προκαλούσε: Α. Εισαγόμενο μέσο πληθωρισμό της τάξης του 6% με 10% για το πρώτο έτος, με τάση μείωσης στο 4% με 6% για το δεύτερο έτος. Αυτό το ύψος πληθωρισμού είναι ένα «κόστος» που πρέπει να καταβληθεί από την ελληνική οικονομία για την αδυναμία του Ιδιωτικού τομέα της να ανταπεξέλθει στον διεθνή ανταγωνισμό.» (σελ. 78 – πρόσθετη έμφαση).[8]

(vii). Στο κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής διαβεβαιώνουν, όπως είδαμε, ότι «οποιαδήποτε βελτίωση του κόστους […] δεν θα οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση των εξαγωγών, διότι η ανταγωνιστικότητα» εξαρτάται «κυρίως από την ποιότητα των προϊόντων που εξάγονται».

          Εάν αφήσουμε στην άκρη τις γενικολογίες («οποιαδήποτε βελτίωση», «μεγάλη αύξηση», «κυρίως από την ποιότητα»), τότε στρεφόμαστε στις καθοριστικές πλευρές της πραγματικότητας: ποια είναι η προέλευση, ο βαθμός, οι επιπτώσεις και, τέλος, οι συνεπαγωγές για την εθνική οικονομική πολιτική της υπονοούμενης εξάρτησης; Το ζήτημα υπάρχει αλλά είναι πολύ πιο βαθύ από όσο αφήνουν να εννοηθεί οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής και, ταυτοχρόνως, παραπέμπει στην αναγκαιότητα μεταβολής της διατομεακής δομής της ελληνικής οικονομίας. Μεταβολής η οποία – σύμφωνα με όλα τα έως σήμερα και τα προβλεπόμενα δεδομένα – δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί εντός-ΟΝΕ.

          Ειδικότερα, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ πραγματεύεται το όλο ζήτημα αναλύοντας θεωρητικά και εμπειρικά (καταρχάς μέσω ενός συστήματος δώδεκα (12) δεικτών για κάθε ένα από τα εξήντα τρία (63) εμπορεύματα-κλάδους της ελληνικής οικονομίας, τα οποία απεικονίζονται στους διαθέσιμους Πίνακες Εισροών-Εκροών): τη δομή της ελληνικής οικονομίας και το διεθνές εμπόριο (Ενότητα 9.5), το αναπτυξιακό αδιέξοδο, το οποίο επιβάλλεται (και) από αυτήν τη δομή (Ενότητα 9.6) και τις – λεγόμενες – διαρροές (leakages) στον εξωτερικό τομέα της ελληνικής οικονομίας (Κεφάλαιο 10). Σε αυτή τη βάση θεμελιώνεται, καταρχάς, η «αναγκαιότητα αλλαγής πορείας» (Κεφάλαιο 11) και ο «νέος δρόμος για την Ελλάδα» (Μέρος ΙΙΙ), τον οποίο αυτή η μελέτη συγκεκριμένα προτείνει.

(viii). Στο κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής προσφέρουν, όπως είδαμε, μία – κατά τους ίδιους –  «τρανή απόδειξη», συγκρίνοντας την – όντως εφαρμοσθείσα – υποτίμηση μισθών με την – υποθετική – νομισματική υποτίμηση. Μήπως, όμως, τους διαφεύγει ένα σύνολο σημαντικών «παραμέτρων»; Εν συντομία, κάποιες από αυτές είναι:

(α). Λόγω κοινωνικο-πολιτικών περιορισμών και τριβών, είναι πολύ πιο εύκολο να γίνει μία εφάπαξ νομισματική υποτίμηση της τάξης του 50% και 60% από το να γίνει μία εφάπαξ υποτίμηση μισθών του ιδίου ύψους. Και για αυτό δεν έγινε, το έτος 2010, υποτίμηση μισθών τέτοιου ύψους (το πόσο θα υποτιμηθούν οι μισθοί, σε βάθος χρόνου, μέσω των αλλεπάλληλων «μνημονίων» είναι, βεβαίως, διαφορετικό ζήτημα).[9]

(β). Στην Ελλάδα, η πολιτική υποτίμησης μισθών εφαρμόστηκε υπό συνθήκες, πρώτον, παράλληλης αύξησης των συντελεστών εμμέσων φόρων, και, δεύτερον, μη-ελέγχου, από τις εθνικές αρχές, της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Έτσι, για παράδειγμα, οι όποιες θετικές επιπτώσεις της στη διεθνή ανταγωνιστικότητα αντιστρέφονταν στις περιόδους εκείνες, κατά τις οποίες σημειώνονταν ανατιμήσεις του ευρώ, όπως – ιδίως – κατά τον Ιούνιο 2010-Μάιο 2011 (ανατίμηση 19% ως προς το δολάριο ΗΠΑ) και κατά τον Ιούλιο 2012-Μάιο 2014 (ανατίμηση 13% ως προς το δολάριο ΗΠΑ).

(γ). Για να συγκρίνει κανείς τις επιπτώσεις των δύο υποτιμήσεων στη διεθνή ανταγωνιστικότητα προαπαιτείται αναλυτική εμπειρική μελέτη της συμβολής όλων των επιμέρους συνιστωσών κόστους στη διαμόρφωση των τιμών της ελληνικής οικονομίας. Νέες, adhocμετρήσεις μας, οι οποίες ανακοινώθηκαν μετά τη δημοσίευση της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ, δείχνουν ότι η εφαρμοσθείσα πολιτική υποτίμησης μισθών συνιστά, ακόμα και υπό ευνοϊκές συνθήκες (δηλαδή, χωρίς την αύξηση των συντελεστών εμμέσων φόρων και τη μεταβολή της ισοτιμίας του ευρώ), συγκριτικά αργή και αναποτελεσματική διαδικασία βελτίωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, η οποία ανακατανέμει, επιπλέον, το κοινωνικό εισόδημα υπέρ των κερδών, σε όχι ασήμαντο βάθος χρόνου (βλέπε Μαριόλης και Ροδουσάκης, 2017, Μαριόλης και Σώκλης, 2017).

          Έτσι, σύμφωνα με αυτές τις νέες μετρήσεις, η εφαρμοσθείσα πολιτική δεν μπορούσε να οδηγήσει σε αξιόλογη άνοδο της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, καίτοι συνέβαλε, πράγματι, στη μείωση του μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ (το οποίο ήταν, εξάλλου, συστηματικά χαμηλό σε ευρωζωνικούς όρους) και, κατ’ επέκταση, στη συμπίεση της συνολικής ενεργού ζητήσεως, στην εκβάθυνση της ύφεσης, στην υπερακόντιση της ανεργίας και, μέσω συρρίκνωσης της όλης οικονομικής δραστηριότητας, σε διόρθωση των εξωτερικών και δημοσίων ελλειμμάτων της ελληνικής οικονομίας.

          Ούτως ή άλλως, πρέπει εξαρχής να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη την κατά Friedman (1953, p. 173) προσομοίωση της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας με την αλλαγή της ώρας σε θερινή:

«Προφανώς, είναι πολύ πιο απλό να αλλάξουν οι δείκτες του ρολογιού, το οποίο καθοδηγεί τους πάντες, από το να αλλάξει κάθε άτομο μεμονωμένα το υπόδειγμα αντίδρασής του ως προς το ρολόι, ακόμα και εάν όλοι θέλουν να το κάνουν. Η κατάσταση είναι ακριβώς ίδια στην αγορά συναλλάγματος. Είναι πολύ πιο απλό να καταστεί εφικτή η αλλαγή μίας τιμής, ήτοι η τιμή του συναλλάγματος, από το να βασιστείτε σε αλλαγές στην πληθώρα των τιμών, οι οποίες συναποτελούν τη διάρθρωση των ημεδαπών τιμών.».

          Τέλος, σε απόλυτη συμφωνία – πρέπει να λέγεται – με ορισμένους Έλληνες «αριστερούς ή και μαρξιστές οικονομολόγους» (όπως επιθυμούν να ονομάζονται), οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής δεν διστάζουν να τονίζουν τον πληθωρισμό και, άρα, την ανακατανομή του εισοδήματος εις βάρος των μισθών που θα δημιουργούσε η νομισματική υποτίμηση. Ακόμα και εάν παραβλέψουμε το γεγονός ότι αυτό το «άρα» δεν είναι (και ποτέ δεν πρόκειται να γίνει) θεώρημα της οικονομικής επιστήμης, παραμένει το εξής: σχετικά με ό,τι έχει ήδη συντελεστεί, στην Ελλάδα, μέσω της υποτίμησης μισθών, οι προαναφερθέντες (όλοι ανεξαιρέτως) παραμένουν εγκρατείς.

2.2. Περί Νομισματικής Πολιτικής

Στο πρώτο άρθρο των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή γράφεται το εξής:

«[Υ]ποστηρίζουν [τα μέλη του ΕΔΕΚΟΠ – Θ. Μ.] ότι πρέπει να τονωθεί η ζήτηση, σε πρώτη φάση με αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας, δηλαδή με χρηματοδότηση των κυβερνητικών ελλειμμάτων με έκδοση νέου χρήματος. Υποστηρίζουν δε ότι αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να αυξηθούν οι εγχώριες τιμές. Αυτή η ουσιαστικά «κεϋνσιανή» συνταγή έχει νόημα και εφαρμογή σε οικονομίες των οποίων η παραγωγική βάση έχει μεγάλα περιθώρια αύξησης λόγω μη απασχολούμενων εγχώριων πόρων, βασικά εργαζομένων και κεφαλαίου. Για την Ελλάδα, ενώ πράγματι υπάρχει μεγάλη ανεργία και μη απασχολούμενο κεφαλαιακό δυναμικό σε κάποιες βιομηχανίες, αυτή η ανεργία εστιάζεται κυρίως στους ανειδίκευτους εργάτες και σε τομείς όπως το εμπόριο και οι κατασκευές. Οι τομείς αυτοί αποτέλεσαν την αιχμή της φούσκας που γέννησε η υπερβολική αύξηση της ζήτησης, η οποία προήλθε από τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια που συνόδευσαν την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Δεν νομίζουμε ότι κανένας επιθυμεί την επάνοδο σε μία τέτοιου είδους αύξηση της ζήτησης και του ΑΕΠ. Μία μη στοχευμένη αύξηση της ζήτησης δεν μπορεί να δημιουργήσει την παραγωγή και την απασχόληση που έχει ανάγκη η Ελλάδα για μία διατηρήσιμη μεγέθυνση του ΑΕΠ και των πραγματικών εισοδημάτων.» (πρόσθετη έμφαση).

          Κατά το δεύτερο άρθρο των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή άλλοι «αβάσιμοι ισχυρισμοί σχετικά με την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση» της μελέτης του ΕΔΕΟΠ είναι:

«3. Η πολιτική της αύξησης της ζήτησης θα γίνει κυρίως από τον δημόσιο τομέα, ο οποίος θα ενισχύσει συγκεκριμένους κλάδους που έχουν μεγάλους «πολλαπλασιαστές» εισοδήματος, όπως προκύπτει από ανάλυση πινάκων εισροών-εκροών. […] 4. Νομισματική χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών. Δηλαδή τύπωμα χρήματος. Η εμπειρία έχει δείξει ότι η αύξηση των τιμών και κατά συνέπεια ο πληθωρισμός από μια τέτοια πολιτική είναι και μεγάλη και άμεση. Άρα αυτή η πολιτική δεν είναι δόκιμη. […] Όπως έλεγε ο J. M. Keynes, η χρησιμοποίηση νομισματικής επέκτασης για να επιτευχθεί ανάπτυξη είναι σαν να προσπαθεί κανείς να παχύνει φορώντας μεγαλύτερη ζώνη.» (πρόσθετη έμφαση).

          Επί αυτών παρατηρούμε τα εξής:

(i). Στο κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής γράφουν ότι η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει τα εξής:

(α). Η «χρηματοδότηση των κυβερνητικών ελλειμμάτων με έκδοση νέου χρήματος […] μπορεί να γίνει χωρίς να αυξηθούν οι εγχώριες τιμές.».

          Όπως θα δούμε, πολύ συγκεκριμένα (καίτοι συνοπτικά), στη συνέχεια του παρόντος άρθρου, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο: Ορισμένης έκτασης και προϋπολογισμένη χρηματοδότηση δημοσίων δαπανών με έκδοση νέου χρήματος, η οποία θα συμβαδίσει με ημεδαπό πληθωρισμό της τάξης του 10%. Επίσης, ανακατανομή υφιστάμενων δημοσίων δαπανών, ούτως ώστε να επιτευχθούν τα κατά το δυνατόν ευνοϊκά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην οικονομική μεγέθυνση, στην απασχόληση της εργασίας και στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας.

(β). «[Μ]η στοχευμένη αύξηση της [ενεργού – Θ. Μ.] ζήτησης».

          Όπως θα δούμε, πολύ συγκεκριμένα (καίτοι συνοπτικά), στη συνέχεια του παρόντος άρθρου, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο: Προϋπολογισμένη, κλαδικά στοχευμένη και επιμερισμένα προωθούμενη από διαφορετικά μέσα οικονομικής πολιτικής αύξηση της ενεργού ζητήσεως.

          Συμπέρασμα: Ισχύει ακριβώς ό,τι επισημάναμε και για το ζήτημα της νομισματικής υποτίμησης. Δηλαδή, ότι, γράφοντας το κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής αναφέρονταν στη μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ χωρίς να την έχουν διαβάσει ή την είχαν διαβάσει αλλά όχι κατανοήσει ή, τέλος, την είχαν κατανοήσει, αλλά αποκρύπταν το περιεχόμενό της.

(ii). Ακολούθως, θα ασχοληθούμε με τα γραφόμενα στο δεύτερο άρθρο των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή.

          Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι, τώρα, οι συγγραφείς ομολογούν ότι η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει τη στοχευμένη τόνωση της ζήτησης, δεδομένου ότι γράφουν:

«Η πολιτική της αύξησης της ζήτησης θα γίνει κυρίως από το δημόσιο τομέα, ο οποίος θα ενισχύσει συγκεκριμένους κλάδους που έχουν μεγάλους «πολλαπλασιαστές» εισοδήματος, όπως προκύπτει από ανάλυση πινάκων εισροών-εκροών.».        

          Βεβαίως, όπως θα δούμε στη συνέχεια του παρόντος, η περιγραφή που δίνουν είναι ατυχής. Προς το παρόν, ας σημειώσω μόνο ότι, στη μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ, η πολιτική της στοχευμένης αύξησης της ενεργού ζητήσεως δεν βασίζεται στη μέτρηση των κλαδικών ««πολλαπλασιαστών» εισοδήματος», αλλά – τουλάχιστον – των σραφφαϊανών πολλαπλασιαστών (α) προϊόντος, (β) εισαγωγών, και (γ) απασχόλησης εργασίας (Kurz, 1985, Mariolis, 2008, MariolisandSoklis, 2015), καθώς και των σραφφαϊανών «χρονολογημένων ποσοτήτων εισαγομένων εισροών» (για αυτή την έννοια, βλέπε Sraffa, 1960, Chap. 6, και Katsinos and Mariolis, 2012).

          Περαιτέρω, ας ανατρέξουμε στην 3η έκδοση του ακαδημαϊκού συγγράμματος των κ.κ. Θεόδωρου Λιανού και Θεοφάνη Μπένου (1988), και, ιδιαιτέρως, στο Κεφάλαιο 14 αυτού, το οποίο έχει τίτλο: «Δημοσιονομική Πολιτική, Νομισματική Πολιτική και πλήρης Απασχόληση».

          Εκεί, λοιπόν, αναλύεται, εντός του συνήθους, μπορεί να λεχθεί, κεϋνσιανού πλαισίου, ο τρόπος «με τον οποίο η κυβέρνηση με τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική επιτυγχάνει να ωθήσει την οικονομία προς το επίπεδο της πλήρους απασχολήσεως.» (ό.π., σελ. 373). Ειδικότερα, στις σελίδες 391-403 διερευνώνται συγκριτικά οι επιπτώσεις μίας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία στοχεύει στη επίτευξη πλήρους απασχολήσεως της εργασίας και χρηματοδοτείται με έναν από τους ακόλουθους τρεις τρόπους:

(α) δανεισμός (σσ. 391-394), ή

(β) τύπωμα χρήματος (σσ. 394-398), ή

(γ) φορολογία εισοδήματος (σσ. 400-403).

          Από τη συγκριτική ανάλυση των συγγραφέων συνάγεται όχι μόνο ότι ο ως άνω τρόπος (β) δεν είναι αβάσιμος, αλλά και ότι είναι μάλλον ο καλύτερος από τους τρεις (βλέπε, ό.π. σελ. 394 και σελ. 397).

          Επειδή, όμως, από τη δημοσίευση του εν λόγω συγγράμματος έχουν περάσει τρεις δεκαετίες, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, στο μεταξύ, έχουν μεταβληθεί οι σχετικές θεωρήσεις του κ. Λιανού. Ως εκ τούτου, ανατρέξαμε στο πλέον πρόσφατο (από ό,τι γνωρίζουμε) και αντίστοιχο ακαδημαϊκό σύγγραμμα του κ. Λιανού και της κας Αναστασίας Ψειρίδου (2015). Λοιπόν, από τα Κεφάλαια 15 και 21 αυτού του νέου συγγράμματος, δεν συνάγεται μεταβολή στις θεωρήσεις του κ. Λιανού.

          Και για να συμπληρωθεί η «εικόνα», πρέπει να εστιάσουμε στο πώς ακριβώς θέτει και επιλύει το όλο ζήτημα της τόνωσης της ενεργού ζητήσεως, στην ελληνική οικονομία και για την τρέχουσα συγκυρία, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ: «Παράλληλα με την [νομισματική – Θ. Μ.] υποτίμηση, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να τονώσει την αυτόνομη ζήτηση (κρατικές τελικές καταναλωτικές δαπάνες, επενδύσεις και καθαρές εξαγωγές, δηλαδή εξαγωγές μείον εισαγωγές). Η μεταβολή της ζήτησης θα πρέπει να γίνει με συγκεκριμένο τρόπο σε εκείνα, δηλαδή, τα εμπορεύματα και κλάδους, τα οποία προσφέρουν τις μεγαλύτερες δυνατότητες ώστε να αυξηθεί στο μέγιστο βαθμό το συνολικά παραγόμενο προϊόν και η συνολική απασχόληση. Η δυσκολία για την ελληνική οικονομία είναι ότι αυτή η μεταβολή της ζήτησης θα πρέπει να συντελεστεί, ενώ παράλληλα θα πρέπει να μειωθεί το δημόσιο έλλειμμα και το εξωτερικό έλλειμμα της χώρας. Τέλος, αυτό θα πρέπει να γίνει παίρνοντας υπόψη την σύνθεση της αυτόνομης ζήτησης που όντως υπάρχει και η οποία αποτελεί ρεαλιστικό δείκτη των βαθμών ελευθερίας στην οικονομική πολιτική για την ελληνική κυβέρνηση. (σελ. 81) […] [Η] υποτίμηση θα υποβοηθούσε σημαντικά την τόνωση της ζήτησης και θα αύξανε ιδιαίτερα την διεθνή ανταγωνιστικότητα του Πρωτογενούς τομέα και του τομέα των Υπηρεσιών [όπως προκύπτει, μονοσήμαντα, από τις μετρήσεις, οι οποίες παρουσιάζονται στις σελίδες 78-79 της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ και την εκεί εκτιθέμενη ειδική βιβλιογραφία – Θ. Μ.]. Παράλληλα απαιτείται μία «επιθετική» πολιτική στοχευμένης ανακατανομής και, ταυτοχρόνως, αύξησης των δημοσίων δαπανών. Οι δημόσιες δαπάνες χρηματοδοτούνται, κατά κανόνα, με δανεισμό, φορολόγηση, και έκδοση νέου χρήματος («νομισματική χρηματοδότηση ελλειμμάτων»). Δεδομένης της κατάστασης, στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία το 2016, οι δύο πρώτοι τρόποι – σε πρώτη φάση – απορρίπτονται. Απομένει, λοιπόν, η έκδοση νέου χρήματος, για την οποία συχνά ακούγεται ότι μπορεί να οδηγήσει σε «υψηλό πληθωρισμό». Αυτή η άποψη παραβλέπει, ωστόσο, την υποαπασχόληση της δυναμικότητας παραγωγής, η οποία στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά μεγάλη [βλέπε τη σελίδα 80 της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ – Θ. Μ.]. Για παράδειγμα, με βάση τους πολλαπλασιαστές αυτόνομης ζήτησης [βλέπε τις σελίδες 61-65 και 81-85 της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ, όπου συνοψίζονται ευρήματα από τριάντα χιλιάδες  πολλαπλασιαστές και δείκτες για την ελληνική οικονομία – Θ. Μ.], μία αύξηση της «νομισματικής βάσης» κατά 10 δισ. ευρώ, για τη χρηματοδότηση κρατικών δαπανών σε εμπορεύματα του Πρωτογενούς τομέα και των Υπηρεσιών, θα ήταν συμβατή με διευθυνόμενο πληθωρισμό της τάξης του 10% (ο οποίος προκύπτει, όπως αναφέρθηκε, από νομισματική υποτίμηση κατά 50%) και μπορεί να οδηγήσει σε:

(α) Δημιουργία 420 χιλ. θέσεων εργασίας.

(β) Αύξηση του ΑΕΠ κατά 11.4 δισ. ευρώ ή 6.4% (ποσοστό αντίστοιχο με κείνο το οποίο είναι συμβατό, όπως αναφέρθηκε, με νομισματική υποτίμηση κατά 50%). [βλέπε τη σελίδα 79 της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ – Θ. Μ.]

(γ) Μείωση του δημοσίου ελλείμματος κατά 3.4 δισ. ευρώ.

Σε αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, θα υπήρχε και αύξηση του εξωτερικού ελλείμματος κατά 2.8 δισ. ευρώ, και αυτό ακριβώς υποδεικνύει ότι δεν αρκεί το μέσο της νομισματικά χρηματοδοτούμενης δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά πρέπει να συνδυαστεί με εκείνο της νομισματικής υποτίμησης (σελ. 86). Για τις εκτιμήσεις υποθέτουμε ότι ο ποσοστιαίος ρυθμός μεταβολής της ονομαστικής ποσότητας χρήματος ισούται με αυτόν της νομισματικής βάσης, η μερική ελαστικότητα χρήματος ως προς το εισόδημα είναι της τάξης του 0.6-0.7 (σε αντιστοιχία με ευρήματα διαφόρων εμπειρικών μελετών) και, όπως προηγουμένως, έναν μέσο φορολογικό συντελεστή της τάξης του 0.30. Τέλος, βάσει του Πίνακα 6 [βλέπε τη σελίδα 83 της μελέτης – Θ. Μ.], χρησιμοποιούμε τους αντίστοιχους μέσους τομεακούς πολλαπλασιαστές, ήτοι 1.14 (προϊόντος), 42 (απασχόλησης) και 0.28 (εισαγωγών). (σσ. 86-87, υποσημείωση 68)» (πρόσθετη έμφαση).

          Συμπέρασμα: Οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής ξεχνούν στο δεύτερο άρθρο τους τι έγραψαν στο πρώτο άρθρο τους, ξεχνούν τι έχουν γράψει οι ίδιοι σε άλλα, ακόμα πιο επίσημα  (μπορεί να λεχθεί) κείμενα τους (έστω, μόνο ο κ. Λιανός), διαστρεβλώνουν ή και παρακάμπτουν τις μετρήσεις της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ, αποφεύγουν να προσφέρουν τις δικές τους μετρήσεις και, έτσι, αυτοπεριορίζονται, τελικά, σε δηλώσεις: «η αύξηση των τιμών και κατά συνέπεια ο πληθωρισμός από μια τέτοια πολιτική είναι και μεγάλη και άμεση».           Ατυχώς, αυτές οι νέες δηλώσεις των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή δεν οδηγούν παρά μόνο σε νέα ερωτήματα, τα οποία δεν μπορεί παρά να είναι της ίδιας ακριβώς φύσεως με τα ερωτήματα στα οποία οδήγησαν οι δηλώσεις τους για τη νομισματική υποτίμηση. Τα ερωτήματα είναι: Πόσο «μεγάλη» και πόσο «άμεση»;

          Όπως είδαμε, καίτοι επιγραμματικά, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ δεν προσφέρει μόνο μετρήσεις αλλά και, αυτό είναι το πλέον σημαντικό, συναρμόζει μεταξύ τους τις επιμέρους, τοπικές μετρήσεις και επακόλουθες προτάσεις της, έτσι ώστε το συνολικό μείγμα οικονομικής πολιτικής, στο οποίο απολήγει, να είναι συνεκτικό ως προς όλους τους άξονές του: νομισματική υποτίμηση, δημοσιονομική, νομισματική, βιομηχανική (Ενότητες 9.5 έως και 9.7, και Κεφ. 10 και 16) και συνολική συναλλαγματική (Κεφ. 17) πολιτική. Ή, για να μην είμαι, ίσως, υποκειμενικός, αυτή ακριβώς τη – βασισμένη σε μετρήσεις και θεωρήματα της οικονομικής επιστήμης – συνεκτικότητα επιδιώκει.

         Αλλά φαίνεται ότι όλα αυτά δεν αφήνουν ικανοποιημένους τους κ.κ. Λιανό, Μπήτρο και Σαρρή. Ωστόσο, για να είναι σε θέση να προσδιορίσει κανείς πότε οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής θα αισθανθούν ικανοποιημένοι, θα πρέπει να γνωρίζει, τουλάχιστον, ποιοι πρέπει να είναι, έστω κατά αυτούς, οι συγκεκριμένοι στόχοι της οικονομικής πολιτικής, στην κατάσταση όπου έχει περιέλθει η πατρίδα μας.

          Το «κλειδί» της μη-ικανοποίησης των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, εντοπίζεται έπειτα από μία «δεύτερη» ανάγνωση των δύο άρθρων τους: Σε αυτά τα άρθρα δεν εκτίθενται συγκεκριμένοι στόχοι. Δηλώνονται οι Βιβλικές καταστροφές, οι οποίες θα επέλθουν στην πατρίδα μας, εάν αυτή δεν ακολουθήσει, έως τέλους, την πολιτική των «μνημονίων». Τέλος, για τα ανήκουστα και πολύπλευρα ζητήματα, τα οποία έχουν ήδη ανακύψει από την επί επτά συνεχή χρόνια εφαρμογή της πολιτικής των «μνημονίων», δεν ξοδεύεται ούτε μισή λέξη.

           

(iii). Στα ως άνω δύο ακαδημαϊκά συγγράμματα του κ. Λιανού υποστηρίζεται, επίσης, ότι, υπό ορισμένες συνθήκες (οι οποίες έχουν εξάλλου προ-αναλυθεί εκτενώς στη διεθνή βιβλιογραφία, όπως η απουσία «παγίδας ρευστότητας») και πάντοτε εντός του συνήθους κεϋνσιανού πλαισίου ανάλυσης, η επεκτατική νομισματική πολιτική μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ημεδαπού προϊόντος, ακόμα και χωρίς να συνδυαστεί με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική (βλέπε Λιανός και Μπένος, 1988, σσ. 403-404, και Λιανός και Ψειρίδου, 2015, σσ. 130, 193-198, 275-277 και 279-281).

          Δεδομένων αυτών, πώς είναι δυνατόν:

(α) ο κ. Λιανός να προσυπογράφει το: «Όπως έλεγε ο J. M. Keynes, η χρησιμοποίηση νομισματικής επέκτασης για να επιτευχθεί ανάπτυξη είναι σαν να προσπαθεί κανείς να παχύνει φορώντας μεγαλύτερη ζώνη»;

(β) να ισχύει το: «όπως έλεγε ο J. M. Keynes…»;

          Καίτοι είμαστε αναρμόδιοι για να απαντήσουμε στο ερώτημα (α), οφείλουμε να σταθούμε στο ερώτημα (β). Θα δούμε, λοιπόν, τι όντως «έλεγε ο J. M. Keynes», πότε, σε ποιόν και πώς το «έλεγε».

          Έχουμε να κάνουμε με το περίφημο «AnOpenLettertoPresidentRoosevelt» (16.12.1933), το οποίο συντάσσεται σε μία ιδιάζουσα συγκυρία (με τις «λεπτομέρειες» της οποίας είναι αδύνατον να ασχοληθούμε εδώ), δηλαδή εν μέσω της «Μεγάλης Ύφεσης» αλλά αφού έχει αρχίσει η θέσπιση της «NewDeal» και έχουν ήδη εμφανιστεί (από την Άνοιξη του 1933) κάποια σημάδια ανάκαμψης στην οικονομία των ΗΠΑ. Σε αυτή, λοιπόν, την επιστολή του, ο Keynesγράφει, μεταξύ άλλων, τα οποία μάλλον μπορούμε να παρακάμψουμε για τις παρούσες ανάγκες μας, τα εξής:

«My second reflection relates to the technique of Recovery itself. The object of recovery is to increase the national output and put more men to work. In the economic system of the modern world, output is primarily produced for sale; and the volume of output depends on the amount of purchasing power, compared with the prime cost of production, which is expected to come on the market. Broadly speaking, therefore, and increase of output depends on the amount of purchasing power, compared with the prime cost of production, which is expected to come on the market. Broadly speaking, therefore, an increase of output cannot occur unless by the operation of one or other of three factors. Individuals must be induced to spend more out of their existing incomes; or the business world must be induced, either by increased confidence in the prospects or by a lower rate of interest, to create additional current incomes in the hands of their employees, which is what happens when either the working or the fixed capital of the country is being increased; or public authority must be called in aid to create additional current incomes through the expenditure of borrowed or printed money. In bad times the first factor cannot be expected to work on a sufficient scale. The second factor will come in as the second wave of attack on the slump after the tide has been turned by the expenditures of public authority. It is, therefore, only from the third factor that we can expect the initial major impulse.Now there are indications that two technical fallacies may have affected the policy of your administration. The first relates to the part played in recovery by rising prices. Rising prices are to be welcomed because they are usually a symptom of rising output and employment. When more purchasing power is spent, one expectsrising output at rising prices. Since there cannot be rising output without rising prices, it is essential to ensure that the recovery shall not be held back by the insufficiency of the supply of money to support the increased monetary turn-over. But there is much less to be said in favour of rising prices, if they are brought about at the expense of rising output. Some debtors may be helped, but the national recovery as a whole will be retarded. Thus rising prices caused by deliberately increasing prime costs or by restricting output have a vastly inferior value to rising prices which are the natural result of an increase in the nation’s purchasing power. […] The other set of fallacies, of which I fear the influence, arises out of a crude economic doctrine commonly known as the Quantity Theory of Money. Rising output and rising incomes will suffer a set-back sooner or later if the quantity of money is rigidly fixed [αυτόδεντοαρνείταιο Keynes, ούτεεδώούτεαλλούΘ. Μ.]. Some people seem to infer from this that output and income can be raised by increasing the quantity of money. But this is like trying to get fat by buying a larger belt [απόεδώ, λοιπόν, έχει «ξεριζωθεί» το: «όπωςέλεγεο J. M. Keynes», τωνκ.κ. Λιανού, ΜπήτρουκαιΣαρρήΘ. Μ.]. In the United States to-day your belt is plenty big enough for your belly. It is a most misleading thing to stress the quantity of money, which is only a limiting factor, rather than the volume of expenditure, which is the operative factor.It is an even more foolish application of the same ideas to believe that there is a mathematical relation between the price of gold and the prices of other things. It is true that the value of the dollar in terms of foreign currencies will affect the prices of those goods which enter into international trade. In so far as an over-valuation of the dollar was impeding the freedom of domestic price-raising policies or disturbing the balance of payments with foreign countries, it was advisable to depreciate it. But exchange depreciation should follow the success of your domestic price-raising policy as its natural consequence, and should not be allowed to disturb the whole world by preceding its justification at an entirely arbitrary pace. This is another example of trying to put on flesh by letting out the belt.These criticisms do not mean that I have weakened in my advocacy of a managed currency or in preferring stable prices to stable exchanges. The currency and exchange policy of a country should be entirely subservient to the aim of raising output and employment to the right level. But the recent gyrations of the dollar have looked to me more like a gold standard on the booze than the ideal managed currency of my dreams. […] If you were to ask me what I would suggest in concrete terms for the immediate future, I would reply thus. In the field of gold-devaluation and exchange policy the time has come when uncertainty should be ended. This game of blind man’s buff with exchange speculators serves no useful purpose and is extremely undignified. It upsets confidence, hinders business decisions, occupies the public attention in a measure far exceeding its real importance, and is responsible both for the irritation and for a certain lack of respect which exists abroad. You have three alternatives. You can devalue the dollar in terms of gold, returning to the gold standard at a new fixed ratio. This would be inconsistent with your declarations in favour of a long-range policy of stable prices, and I hope you will reject it. You can seek some common policy of exchange stabilisation with Great Britain aimed at stable price-levels. This would be the best ultimate solution; but it is not practical politics at the moment unless you are prepared to talk in terms of an initial value of sterling well below $5 pending the realisation of a marked rise in your domestic price-level. Lastly you can announce that you will definitely control the dollar exchange by buying and selling gold and foreign currencies so as to avoid wide or meaningless fluctuations, with a right to shift the parities at any time but with a declared intention only so to do either to correct a serious want of balance in America’s international receipts and payments or to meet a shift in your domestic price level relatively to price levels abroad. This appears to me to be your best policy during the transitional period. In other respects you would regain your liberty to make your exchange policy subservient to the needs of your domestic policy – free to let out your belt in proportion as you put on flesh.In the field of domestic policy, I put in the forefront, for the reasons given above, a large volume of Loan-expenditures under Government auspices. It is beyond my province to choose particular objects of expenditure. But preference should be given to those which can be made to mature quickly on a large scale, as for example the rehabilitation of the physical condition of the railroads. The object is to start the ball rolling. The United States is ready to roll towards prosperity, if a good hard shove can be given in the next six months. […] I put in the second place the maintenance of cheap and abundant credit and in particular the reduction of the long-term rates of interest. […] I see no reason why you should not reduce the rate of interest on your long-term Government Bonds to 2½ per cent or less with favourable repercussions on the whole bond market, if only the Federal Reserve System would replace its present holdings of short-dated Treasury issues by purchasing long-dated issues in exchange. Such a policy might become effective in the course of a few months, and I attach great importance to it.» (πρόσθετη έμφαση).

          Τι όντως, λοιπόν, «έλεγε ο J. M. Keynes», στο ως άνω επίμαχο σημείο; Ασκούσε κριτική στη λεγόμενη παραδοσιακή Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος και ήθελε να υπογραμμίσει ότι, εν αντιθέσει με ό,τι θα έτειναν να θεωρήσουν ορισμένοι (και πράγματι θεωρούσαν, τότε), βασιζόμενοι στο εν λόγω «τραχύ οικονομολογικό δόγμα», οι όποιες επιπτώσεις μίας εξωγενούς μεταβολής (εν προκειμένω, αύξησης) της ονομαστικής ποσότητας χρήματος στην ενεργό ζήτηση και, κατ’ επέκταση, στο ύψος του παραγόμενου προϊόντος και, τελικά, στο επίπεδο τιμών δεν επέρχονται αυτομάτως αλλά καταρχάς μέσω της επακόλουθης, ενδεχόμενης μεταβολής (εν προκειμένω, μείωσης) του επιτοκίου.           Ειδικότερα, αυτή η επακόλουθη μεταβολή ή μη-μεταβολή του επιτοκίου (η παραδοσιακή Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος είναι σε θέση να συλλάβει μόνο την περίπτωση της μη-μεταβολής του επιτοκίου) επιδρά στη ζήτηση επενδύσεων και, έτσι, συνιστά, διαμέσου του μηχανισμού που αποκαλείται πολλαπλασιαστής επενδύσεων ή, γενικότερα, δαπάνης (Kahn, 1931), τον αρχικό προσδιοριστικό παράγοντα όλων των άλλων επιπτώσεων μίας εξωγενούς μεταβολής της ποσότητας χρήματος.

          Όπως άπαντες γνωρίζουν, η εν λόγω κριτική του Keynes αποτέλεσε, τελικά, μία από τις κυριότερες συμβολές του στην οικονομική επιστήμη, και εκτέθηκε αναλυτικά στα Κεφ. 15, 20 και – ιδίως – 21 του βιβλίου του: «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος» (1936).

          Τώρα, όσον αφορά ειδικά στην «τεχνική της Ανάκαμψης» και στις προτάσεις οικονομικής πολιτικής προς τον Πρόεδρο Ρούζβελτ, τι «έλεγε ο J. M. Keynes»; Σωστά ή όχι, «έλεγε», πάντως, τα εξής: Προϋπολογισμένη και στοχευμένη αύξηση δημοσίων δαπανών, οι οποίες ήταν, στην τότε δεδομένη συγκυρία, η μόνη συνιστώσα του «λειτουργικού παράγοντα» (συνολικός όγκος δαπάνης) που δύναται άμεσα να αυξηθεί, χρηματοδότηση των δαπανών με δανεισμό ή και με τύπωμα χρήματος, αύξηση της ποσότητας χρήματος (δεδομένου ότι η ποσότητα χρήματος συνιστά «περιοριστικό παράγοντα»), μείωση επιτοκίου, μεταβολή συναλλαγματικής ισοτιμίας.

          Τέλος, όσο βέβαιο είναι ότι, φορώντας, και μόνο, μία μεγαλύτερη ζώνη, είναι αδύνατον να παχύνει κανείς, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι, όταν φασκιώνεις κάποιον με σιδερένιες ζώνες ή – όπως ακριβώς το διατυπώνει η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ δανειζόμενη μία έκφραση του αείμνηστου Δημήτρη Μπάτση – όταν τον τοποθετείς σε «ασφυκτικό κλωβό μόνιμης υπότασης» (σελ. 67 της μελέτης), είναι αδύνατον να παχύνει. Οπωσδήποτε θα παραμορφωθεί, ενώ καθόλου δεν αποκλείεται, τελικά, να μας αφήσει χρόνους.

          Παρόλα αυτά, όπως στην παλαιά Κίνα, υπήρχαν αρκετοί, οι οποίοι θεωρούσαν αντι-αισθητική τη γυναικεία πατούσα, στα από τη Φύση προκαθορισμένα μήκη της, και, επομένως, φάσκιωναν έως φρικτής παραμορφώσεως τις πατούσες των κοριτσιών, προκειμένου να μην αναπτυχθούν, δεν αποκλείεται να υπάρχουν και σήμερα ορισμένοι, οι οποίοι θεωρούν θελκτική μία αντιστοίχως παραμορφωμένη Ελλάδα.

          Εν κατακλείδι, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής ξανακτύπησαν «κάτω από τη ζώνη». Αλλά, αυτή τη φορά, τον μακαρίτη Keynes. Ειδικά, όμως, ο κ. Λιανός, προχωρώντας στο δρόμο που ο ίδιος διάνοιξε με το ζήτημα της νομισματικής υποτίμησης, έχει εμπλακεί σε μάχες MuayThai. Με αντίπαλο τον εαυτό του.

3. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Η στοιχειώδης παραβολή και επεξεργασία των τριών κειμένων απέδειξε ότι, αφού στην αρχή, δηλαδή στο πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής ισχυρίστηκαν ότι οι μετρήσεις της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ είναι απλώς ανύπαρκτες, εν συνεχεία, δηλαδή στο δεύτερο άρθρο τους, μάλλον δήλωσαν ότι αυτές είναι οιονεί-υπαρκτές, αλλά δεν ικανοποιούν, ωστόσο, τα μέτρα και τα σταθμά, τα οποία οι ίδιοι αναγνωρίζουν. Όμως, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής δεν μπήκαν στον κόπο να εκθέσουν ούτε τη ζυγαριά τους ούτε τις μετρήσεις τους.

          Ποια διέξοδος τους απέμεινε; Από τη μία πλευρά, προέβησαν σε δηλώσεις του τύπου: «σε ένα μεγάλο βαθμό», «οποιαδήποτε βελτίωση», «μεγάλη αύξηση», «κυρίως από την ποιότητα», «γρήγορα», «εμείς γνωρίζουμε», «από τη βιβλιογραφία», «και μεγάλη και άμεση». Από την άλλη πλευρά, εφάρμοσαν τη «λαϊκοδημοκρατική» (δηλαδή, κατά Mátyás Rákosi) τακτική της σαλαμοποίησης του μείγματος Νέας Οικονομικής Πολιτικής της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ, προκειμένου να το ανα-παρουσιάσουν, στο κοινό, ως σωρείτες υποθέσεων, εμφανώς αυθαίρετων-εσφαλμένων ισχυρισμών και, κατά συνέπεια, ασυναρτησιών.

          Τέλος, επί αυτής της εξαιρετικά βολικής, για εκείνους, βάσης, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής ανέπτυξαν λαϊκίστικη επιχείρηση χλευασμού των προτάσεων του ΕΔΕΚΟΠ διά της επιστράτευσης – δήθεν – εύληπτων παραδειγμάτων από την «καθημερινή ζωή», τουτέστιν τη μιντιακή τέτοια: η Ζιμπάμπουε, ο Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων, το ασφαλές περιβάλλον, η τήρηση των νόμων, ο εκσυγχρονισμός του κράτους, τα εμπόδια και οι επιβαρύνσεις στην επιχειρηματικότητα, ο εξοστρακισμός της Ελλάδας, η ανερμάτιστη-υποχείρια νομισματική πολιτική του Ξ. Ζολώτα, και, τέλος, ακόμα και…τα καθεστώτα λαϊκής δημοκρατίας.  

          Ή, για να εκθέσουμε τα πράγματα με το επίσημο ένδυμά τους, το: Μπας και – εσείς του ΕΔΕΚΟΠ – είστε μηχανορράφοι κρυπτο-λαϊκοδημοκράτες; Με το στυλ των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή:

          «Εκτός αν οι θιασώτες της δραχμής [sic! – Θ. Μ.] έχουν υπόψη τους τη μετατροπή της Ελλάδας σε καθεστώς τύπου λαϊκής δημοκρατίας, όπως των πρώην σοσιαλιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, το οποίο οι ίδιες οι χώρες σήμερα απεχθάνονται και στο οποίο δεν επιθυμούν επ’ ουδενί να επιστρέψουν.».

          Δεν γνωρίζω τι ρητώς υποστήριζαν οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής, όταν ο αείμνηστος Ξενοφών Ζολώτας ήταν Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας. Κρατώντας τις απαιτούμενες αποστάσεις, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ (σελ. 67) θυμάται, όμως, τι υποστήριζε ο ίδιος ο Ζολώτας: «[Ε]άν μία χώρα λόγω μεγαλυτέρου πληθωρισμού εν σχέσει με τον μέσο πληθωρισμό των ευρωπαϊκών νομισμάτων (περίπου τετραπλάσιος) υφίσταται συνέπειες επί της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της, θα είναι αναγκασμένη να προβεί σε υποτίμηση του νομίσματός της. […] Η πολιτική της διολίσθησης του εθνικού μας νομίσματος, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε επιτυχής και συντέλεσε στην εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας με ευνοϊκές επιδράσεις επί του ισοζυγίου πληρωμών. Δύο φορές στο παρελθόν επιπόλαια επιχειρηθήκαν, παράλληλα προς τη διολίσθηση, δύο εφάπαξ υποτιμήσεις που είχαν δυσμενείς επιδράσεις και προκάλεσαν δυνατό σοκ στην οικονομία με φυγή κεφαλαίων, κερδοσκοπικές υψώσεις τιμών κ.λπ. Οι βλαβερές αυτές επιπτώσεις θα είχαν αποφευχθεί εάν διαλέγαμε την μέθοδο της ταχυτέρας διολισθήσεως» (Απρίλιος 1989 – πρόσθετη έμφαση).

          Και με την ευκαιρία, τώρα θυμήθηκα και εγώ μία από τις λύσεις, τις οποίες είχε προτείνει, κατά τη δεκαετία του 1980, ο κ. Λιανός (1985, σελ. 6) για τη διδασκαλία της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας στα ελληνικά ακαδημαϊκά ιδρύματα: την εισαγωγή εγχειρίδιων – όχι από Λαϊκές αλλά ακόμα πιο προωθημένα – από Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες. Άλλη εποχή, άλλα λόγια.

Πηγή: http://www.erensep.org/index.php/el/2016-03-20-13-17-12/2016-03-20-13-17-40/384-oi-k-k-theodoros-lianos-giorgos-bitros-kai-aleksandros-sarris-gia-ti-meleti-tou-edekop-agnoia-i-apokrypsi

Σημειώσεις

[1]. http://www.kathimerini.gr/897879/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/apoyh-e3odos-apo-thn-one-gia-nea-oikonomikh-politikh

[2]. http://www.kathimerini.gr/896973/opinion/epikairothta/politikh/to-grexit-paramenei-katastrofiko-gia-thn-ellada

[3]. Συγγραφείς της μελέτης είναι ο Κώστας Λαπαβίτσας, ο Κωνσταντίνος Γαβριηλίδης και ο γράφων.

http://www.erensep.org/images/pdf/EReNSEP_Report_Eurozone_Failure_GR.pdf

[4]. http://www.kathimerini.gr/902026/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/apoyh-epikindynes-draxmikes-fantasiwseis

[5]. http://www.kathimerini.gr/904434/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/apoyh-oikonomikh-politikh-gia-thn-ellada

[6]. http://www.kathimerini.gr/906313/opinion/epikairothta/politikh/alma-empros-h-epistrofh-sthn-pneymatikh-agkylwsh

[7]. Ακόμα και η πιο «τετριμμένη» μέτρηση, όπως, ας πούμε, της χωρικής απόστασης Γερολιμένα-Αρεόπολης, πρέπει να γίνεται βάσει καλώς-ορισμένων υποθέσεων, οι οποίες είναι πολύ πιο θεμελιώδεις από εκείνες που – συνήθως – νομίζουμε. Βεβαίως, εδώ μιλάμε για «υποθέσεις» άλλης, τελείως, τάξεως από τις «υποθέσεις» των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, και σίγουρα δεν μιλάμε για «ισχυρισμούς».   

[8]. Για το τι υποστήριζα, πριν από 20 χρόνια, σε μία μελέτη, η οποία διέβλεπε την επερχόμενη υποτίμηση της δραχμής (στην οποία αναφερθήκαμε στα προηγηθέντα) και προϋπολόγισε με ακρίβεια τις επιπτώσεις της στον πληθωρισμό, βλέπε Μαριόλης etal. (1997). Την ίδια ακριβώς περίοδο είχε δημοσιευτεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο (ανεξαρτήτως του ότι δεν συμφωνώ με διάφορα σημεία του) με συν-συγγραφέα τον κ. Γιώργο Μπήτρο, το οποίο συνιστούσε αλλαγή του μείγματος οικονομικής πολιτικής στην ελληνική οικονομία, και, όσον αφορά στο σκέλος της νομισματικής πολιτικής, πρότεινε: «Ελεύθερη και ανταγωνιστική διαμόρφωση της ισοτιμίας της δραχμής με άμεση προσχώρηση της δραχμής στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος.» (Κορλίρας και Μπήτρος, 1997, σελ. 102). Κατά την περίοδο 2002-2008, δηλαδή από την περίοδο ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωζώνη έως το ξέσπασμα της λεγόμενης διεθνούς κρίσης-λίγο πριν το ξέσπασμα της λεγόμενης κρίσης του Ευρω-Νότου, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανατίμησης του ευρώ ως προς το δολάριο ΗΠΑ ήταν 7% (ή, περίπου, 61% αθροιστικά). Ποιες εθνικές οικονομίες δεν θα εκδήλωναν, τελικά, πρωτοφανείς ανισορροπίες, στον εξωτερικό και, κατ’ επέκταση, εσωτερικό τομέα τους, υπό: (i) ένα τέτοιο ρυθμό ανατίμησης έναντι του δολαρίου, και (ii) σύστημα ενιαίου νομίσματος με άλλες εθνικές οικονομίες – βασικά – υψηλότερου και πολύ υψηλότερου επιπέδου παραγωγικοτεχνικής ανάπτυξης;

[9]. Σύμφωνα με τις μετρήσεις, οι οποίες εκτίθενται στα KatsinosandMariolis (2012) και Mariolis (2013), περί το έτος 2010 (δηλαδή, πριν αρχίσει η αναπροσαρμογή της ελληνικής οικονομίας) ήταν αναγκαία μία ονομαστική νομισματική υποτίμηση τάξης άνω του 50%. Πιο συγκεκριμένα, για να ισοσκελισθεί το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών ήταν αναγκαία μία υποτίμηση κατά 55.9%, ενώ για να μην μειωθεί το ΑΕΠ ήταν αναγκαία μία υποτίμηση κατά 56.97% με 61.97% (αναλόγως των τιμών διαφόρων παραμέτρων εκείνων των μετρήσεων).

Αναφορές

Ελληνόγλωσσες

Τράπεζα της Ελλάδος (2015) Νομισματική Πολιτική 2014-2015, Αθήνα, Τράπεζα της Ελλάδος, Ιούνιος 2015.

Κορλίρας, Τ. και Μπήτρος, Γ. (1997) Οι αντιφάσεις της οικονομικής πολιτικής, στο: Η Ελληνική Οικονομία 1997. Οικονομική Επισκόπηση, Ειδική ετήσια έκδοση με τη συνεργασία του περιοδικού Επιλογή, Αθήνα, Φεβρουάριος 1997.

Λιανός, Θ. (1985) Μαρξιστική Οικονομική Θεωρία, Αθήνα, Οδυσσέας.

Λιανός, Θ. (1997)Το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, Το Βήμα, 29.04.1997.

Λιανός, Θ. (1998α) Τι σημαίνει η υποτίμηση για τον καταναλωτή, Το Βήμα, 22.03.1998.

Λιανός, Θ. (1998β) Η ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ, Το Βήμα, 29.03.1998.

Λιανός, Θ. και Μπένος, Θ. (1988) Μακροοικονομική Ανάλυση και Δημοσιονομική Πολιτική, 3η έκδοση, Αθήνα, Οδυσσέας.

Λιανός, Θ. και Ψειρίδου, Α. (2015) Οικονομική Ανάλυση & Πολιτική – Μακροοικονομική. Βασικές αρχές και προεκτάσεις, Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, www. kallipos.gr, Αθήνα, Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

          https://repository.kallipos.gr/handle/11419/1954

Μαριόλης, Θ., Οικονομίδης, Χ., Σταμάτης, Γ. και Φουστέρης, Ν. (1997) Ποσοτική Εκτίμηση των Επιπτώσεων της Υποτίμησης στο «Κόστος» Παραγωγής, Αθήνα, Κριτική.

Μαριόλης, Θ. και Ροδουσάκης, Ν. (2017) Εσωτερική έναντι εξωτερικής υποτίμησης στην ελληνική οικονομία, Άρθρο που παρουσιάστηκε στο 2ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα  «Παραγωγική Ανασυγκρότηση της Ελλάδας: Οικονομική Κρίση και Προοπτικές Ανάπτυξης», ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας, Σέρρες, 5-6 Μαΐου 2017.

          http://www.erensep.org/index.php/el/2016-03-24-19-11-17/2017-02-23-09-57-12/356-esoteriki-enanti-eksoterikis-ypotimisis-stin-elliniki-oikonomia

Μαριόλης, Θ. και Σώκλης, Γ. (2017) Η συμβολή συνιστωσών κόστους στη διαμόρφωση των τιμών της ελληνικής οικονομίας: Εμπειρική διερεύνηση βάσει του συμμετρικού πίνακα εισροών-εκροών του έτους 2010, Άρθρο που παρουσιάστηκε στο 2ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα  «Παραγωγική Ανασυγκρότηση της Ελλάδας: Οικονομική Κρίση και Προοπτικές Ανάπτυξης», ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας, Σέρρες, 5-6 Μαΐου 2017.

          http://www.erensep.org/index.php/el/2016-03-24-19-11-17/2017-02-23-09-57-12/355-i-symvoli-synistoson-kostous-sti-diamorfosi-ton-timon-tis-ellinikis-oikonomias-empeiriki-diereynisi-vasei-tou-pinaka-eisroon-ekroon-tis-ellinikis-oikonomias-etous-2010

Σαρρής, Α. I. (1986) Παραδόσεις Μαθηματικής Οικονομικής, Αθήνα, Gutenberg.

Ξενόγλωσσες           

Burstein, A., Eichenbaum, M, and Rebelo, S. (2005) Large devaluations and the real exchange rate, Journal of Political Economy, 113 (4), pp. 742-784.

European Commission, European Economic Forecast, Winter 2015, European Commission, Brussels, February 2015.

Friedman, M. (1953) Essays in Positive Economics, Chicago, The University of Chicago Press.

Kahn, R. F. (1931) The relation of home investment to unemployment, The Economic Journal, 41 (162), pp. 173-198.

Katsinos, A. and Mariolis, T. (2012) Switch to devalued drachma and cost-push inflation: A simple input-output approach to the Greek case, Modern Economy, 3 (2), pp. 164-170.

Kurz, H. D. (1985) Effective demand in a ‘classical’ model of value and distribution: The multiplier in a Sraffian framework, The Manchester School, 53 (2), pp. 121-137.

Mariolis, T. (2008) Pure joint production, income distribution, employment and the exchange rate, Metroeconomica, 59 (4), pp. 656-665.

Mariolis, T. (2013), Currency devaluation, external finance and economic growth: A note on the Greek case, Social Cohesion and Development, 8 (1), pp. 59-64.

Mariolis, T. and G. Soklis (2015), The Sraffian multiplier for the Greek economy: Evidence from the supply and use table for the year 2010, Centre of Planning and Economic Research, Discussion Paper No. 142, Athens, June 2015 (extended version: Review of Keynesian Economics (forthcoming)). http://www.kepe.gr/index.php/el/erevna/dimosieyseis/ergasies-gia-sizitise-el/item/2735-dp_142

Mariolis, T. and Tsoulfidis, L. (2016) Modern Classical Economics and Reality: A Spectral Analysis of the Theory of Value and Distribution, Tokyo, Springer Verlag.

Silberberg, Ε. (1978) The Structure of Economics. A Mathematical Analysis, New York, McGraw-Hill.

Sraffa, P. (1960) Production of Commodities by Means of Commodities. Prelude to a Critique of Economic Theory, Cambridge, Cambridge University Press, (ελληνικήέκδοση, μεπρολογικόσημείωματουΓιώργουΚριμπάκαιμετάφρασητουΣπύρουΒασιλάκη, απότιςεκδόσειςΣύγχροναΘέματα, Θεσσαλονίκη, 1985).

Thirlwall, A. P. (2011) Balance of payments constrained growth models: history and overview, PSL Quarterly Review, 64 (259), pp. 307-351.

Διαβάστε περισσότερα...

Οι «ιδιωτικοποιήσεις» τύπου Eldorado ή του Ελληνικού, οι «εντιμότατοι» επενδυτές και η τιμωρία των «ασεβών» στην αρχαία Ελλάδα, του Γ. Περάκη

Οι «ιδιωτικοποιήσεις» τύπου Eldorado ή του Ελληνικού, οι «εντιμότατοι» επενδυτές και η τιμωρία των «ασεβών» στην αρχαία Ελλάδα

Επιτέλους «δικαιώνετε» ο Κωνστ. Μητσοτάκης που το 2005 έλεγε ότι «πριν από 25 χρόνια είχα πει εδώ, από την ίδια θέση ως υπουργός Συντονισμού, ότι η Ελλάς έχει δύο πληγές: τη Δασική Υπηρεσία και την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Δυστυχώς μετά από 25 χρόνια πρέπει να ξαναπώ το ίδιο. Πρέπει να απελευθερωθεί η ελληνική γη  όσο μπορούμε γρηγορότερα, για αποτελεί μοχλό ανάπτυξης». Μάλλον δεν γνώριζε ότι ότι μια πρωτοδεύτερη φορά «αριστερή» κυβέρνηση θα γινόταν ο πιο ικανός και ο πιο καταζητούμενος εκποιητής των δημόσιων τιμαλφών. Οι βουλευτές των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, Ν.Δ, ΠΑΣΟΚ, ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΝ με «εθνική ομοψυχία», ψήφισαν το νομοσχέδιο με το οποίο επικυρώνεται η συμφωνία της κυβέρνησης με τους θεσμούς για το τρίτο πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας (με 222 «ναι» 64 «όχι» και 11 «παρών», στίς 14-08-2015). Ιδού τι ψήφισαν οι «ασεβείς»:

 

1η) «Ιδιωτικοποίηση»: Το σκάνδαλο της EldoradoGold1.

Πρώτη «Ασέβεια»:To τίμημα της πώλησης EldoradoGold. Στην «νεώτερη ιστορία» των Μεταλλείων Κασσάνδρας στη Χαλκιδική, που αρχίζει μετά την εγκατάλειψή τους από την καναδική TVX, κρύβει ουκ ολίγες… αμαρτίες. Τα Μεταλλεία Κασσάνδρας που πουλήθηκαν από το Δημόσιο με το αστείο τίμημα των 11 εκατ. ευρώ, έκρυβαν αποθέματα χρυσού, πιθανά και βεβαιωμένα, 7,6 εκατ.  ουγγιών, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του 2011 από την European Goldfields. Με τις τιμές χρυσού εκείνης της εποχής, η αξία τους ξεπερνούσε τα 9 δισ. δολ., ενώ η εταιρεία είχε ανακοινώσει ότι πιθανόν να εντοπίζονταν περισσότερα αποθέματα, με ένα ερευνητικό πρόγραμμα κόστους μόλις 9,2 εκατ. ευρώ. Τον 1ο του 2003 όλα τα στοιχεία ενεργητικού της TVX στην Κασσάνδρα περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο και η καναδική εταιρεία αποζημιώθηκε με 11 εκατ. ευρώ2. Η συναλλαγή αυτή παραπέμπει μάλλον σε ιδιωτικοποίηση… ρωσικού τύπου. Τον 12ο του 2015, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε οριστικά αυτή την υπόθεση, υποχρεώνοντας την Ελληνικός Χρυσός να επιστρέψει τις παράνομες κρατικές ενισχύσεις.

Δεύτερη «Ασέβεια»: Κοινωνικές και Οικονομικές και Περιβαντολλογικές Επιπτώσεις των Μεταλλείων Χρυσού στη Χαλκιδική3.

  • Συνοπτική περιγραφή του έργου: Το «επενδυτικό» σχέδιο της ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ  ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε περιλαμβάνει το υφιστάμενο μεταλλείο στις «Μαύρες Πέτρες» δημιουργία μεταλλείου επιφανειακής και υπόγειας εξόρυξης στις «Σκουριές» υπόγειο μεταλλείο στην «Ολυμπιάδα», στοά μεταφοράς μεταλλεύματος, μεταλλουργία Χαλκού-Χρυσού εργοστάσιο παραγωγής θειικού οξέως, τέσσερα τέλματα αποβλήτων, βιομηχανικό λιμάνι δεξαμενές αποθήκευσης και 14 περιοχές δυνητικής εξόρυξης.
  • Συνοπτικά οι φάσεις των έργων:
  1. Αποψίλωση δασικής βλάστησης έκτασης μεγαλύτερης των 2.500 στρεμ. και κρατήρα επιφανειακής εξόρυξης, με αρχικά εκτιμώμενη διάμετρο 705 m και βάθος 220 m.
    1. Φράγματα, κτηριακές και βοηθητικές εγκαταστάσεις, Ορυξη 9 γεωτρήσεων αποστράγγισης περιμετρικά του κρατήρα στις Σκουριές σε βάθος μέχρι και 750 m (140 m κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας), επιφανειακή εξόρυξη μεταλλεύματος 24.000 τόνων ημερησίως, με εκσκαφή και ανατίναξη (ημερησία χρήση 6 τόνων εκρηκτικών) και μεταφορά-πρόθραυση-απόθεση μεταλλεύματος σε στεγασμένη πλατεία αποθηκευτικής ικανότητας 80.000 τόνων.
    2. Λειοτρίβηση – χημική επεξεργασία (εμπλουτισμός).
  • Μεταφορά- του τελικού προϊόντος, που αποτελεί μόλις το 1,97 % του μεταλλεύματος, στο εργοστάσιο μεταλλουργίας και των αποβλήτων εμπλουτισμού, που αποτελούν το 98,03% του μεταλλεύματος, στα φράγματα / τέλματα.
  • Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων

Σύμφωνα με ανεξάρτητους επιστημονικούς φορείς, η κατατεθείσα από την εταιρεία Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων παρουσιάζει σωρεία προβλημάτων. Καταγγέλλουν ελλείψεις στην τεκμηρίωση ελλιπή επιστημονικά δεδομένα. Για παράδειγμα η μέθοδος ακαριαίας τήξης που προτείνεται:

α) δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ σε βιομηχανική κλίμακα για παραγωγή καθαρού χρυσού. 

β) δε δίνει καθαρό χρυσό αλλά μίγματα με χαλκό, μόλυβδο και σίδηρο για τα οποία δεν αναφέρεται μέθοδος διαχωρισμού, όπου πιθανότατα θα εφαρμοστεί τελικά η μέθοδος της κυάνωσης. Τον Ιούλιο του 2011 το Ελληνικό Δημόσιο προβαίνει στην έγκριση των Περιβαλλοντικών Όρων,  μετά από μια σκανδαλωδώς προσχηματική δημόσιαδιαβούλευση.

  • Οικονομική διάσταση

Έκθεση του ΟΗΕ για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη στον κόσμο παρατηρεί ότι χώρες οι οποίες εξάγουν πρώτες ύλες, όπως μεταλλεύματα, αναπτύσσονται με χαμηλότερους ρυθμούς και αποκλίνουν από τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Θεωρητικά όμως η μεταλλευτική δραστηριότητα μπορεί να είναι αειφορική εφόσον δεν αλλάζει το χαρακτήρα της περιοχής και αναπτυξιακή αν γίνεται συνολικά προς το συμφέρον της κοινωνίας. Αντίθετα εκτιμάται ότι πρόκειται για οριστικό και αμετάκλητο αφανισμό σημαντικού φυσικού κεφαλαίου σε τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

  1. Τουρισμός: Η συμμετοχή του στο ΑΕΠ της Β.Α. Χαλκιδικής εκτιμάται στο 15-20%. Η μεταλλευτική δραστηριότητα θα φέρει ανεπανόρθωτο πλήγμα στην τουριστική φυσιογνωμία της περιοχής., θα υποβαθμίσει την ποιότητα ζωής κατοίκων και επισκεπτών.
  2. Αγροτικός τομέας: H Χαλκιδική παρουσιάζει σημαντική δραστηριότητα στον αγροτικό τομέα. Υπάρχουν 108.900 στρέμ. καλλιεργούμενων εκτάσεων και 276.000 στρέμ. βοσκότοποι, 814 μελισσοκόμοι και 152.385 κυψέλες (9,7% του συνόλου της χώρας) βιοκαλλιέργειες, αλιευτική δραστηριότητα και υδατοκαλλιέργειες, η υλοτομία ξύλων, οι δασικοί καρποί, τα θηράματα και τα αρωματικά φυτά και βότανα. Όλες αυτές οι δραστηριότητες κινδυνεύουν από την αποψίλωση του δάσους του Κακκάβου.
  • Περιβαλλοντικές επιπτώσεις
  1. Υδατικοί πόροι: Το όρος Κάκκαβος υδροδοτεί ολόκληρη την προ του Άθω περιοχή και η σχεδιαζόμενη μεταλλευτική δραστηριότητα θα πλήξει ανεπανόρθωτα τους υδατικούς πόρους της περιοχής. Η ΜΠΕ4 δεν πληροί κανέναν από τους σκοπούς της οδηγίας πλαίσιο 60/2000/ΕΚ η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με το νόμο 3199/2003.
  2. Ατμόσφαιρα: Οι εκτιμήσεις της ΜΠΕ για την ατμοσφαιρική ρύπανση παραβιάζουν τα θεσμοθετημένα όρια για αέριους και σωματιδιακούς ρύπους. Μόνο στις Σκουριές υπολογίζεται εκπομπή αιωρουμένων σωματιδίων, με υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων, ιδιαίτερα αρσενικού, μεγάλες συγκεντρώσεις θειούχων ενώσεων βαρέων μετάλλων όπως αντιμονίου, κ.ά.  
  3. Εδαφος: Το έδαφος θεωρείται μη ανανεώσιμος φυσικός πόρος. Σχεδόν σε όλες τις χώρες που λειτουργούν ή λειτουργούσαν μεταλλεία χρυσού, τα εδάφη που γειτνιάζουν με μεταλλεία ή βρίσκονται ακόμη και σε μεγάλη απόσταση από αυτά παραμένουν ρυπασμένα με βαρέα μέταλλα αρκετές 100ετίες μετά τη διακοπή λειτουργίας των μεταλλείων.
  4. Οικοσυστήματα: Η σχεδιαζόμενη επέμβαση χαρακτηρίζεται ως βίαια και θα αλλάξει ανεπανόρθωτα τόσο το τοπίο όσο και τις οικοσυστημικές λειτουργίες. Η περιοχή επέμβασης καλύπτει 264.000 στρέμ. με 90% δασοκάλυψη. Μεγάλο μέρος της ανήκει στο δίκτυο NATURA 2000 και άλλες προστατευόμενες περιοχές, με αρχέγονα δάση και πλούσια χλωρίδα και πανίδα με σπάνια, κινδυνεύοντα και αυστηρά προστατευόμενα από διεθνείς συμβάσεις είδη. 
  5. Μεταλλευτικά Απόβλητα. Τα στερεά απόβλητα εξόρυξης υπερβαίνουν τα 182 εκατ. κυβικά και είναι επικίνδυνη λόγω υψηλής περιεκτικότητας σε αρσενικό. Για την απομάκρυνση του αρσενικού από το βιομηχανικό νερό της μεταλλουργίας εφαρμόζεται μια εντελώς νέα μέθοδο που ενώ δεν έχει εφαρμοσθεί ούτε πιλοτικά, θα εφαρμοστεί στη μονάδα του Μαντέμ Λάκκο όπου θα καίγονται την ημέρα 120 τόνοι αρσενικού.
  6. Ανθρώπινη υγεία. Η μεταλλευτική δραστηριότητα ενέχει σοβαρότατους κινδύνους τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους κατοίκους και επισκέπτες της ευρύτερης περιοχής. Εργαζόμενοι σε μεταλλεία χρυσού έχουν μικρότερο προσδόκιμο επιβίωσης, εμφανίζουν συχνότερα καρκίνο της τραχείας και βρόγχων πνεύμονα, στομάχου και ήπατος, πνευμονική φυματίωση, ελονοσία, δάγκειο πυρετό απώλεια ακοής, νοσήματα του αίματος, δέρματος και μυοσκελετικού συστήματος, αναιμία, υπέρταση, νεφρικές βλάβες οξείες και χρόνιες δηλητηριάσεις, καρκίνος ηπατίτιδα, ηπατική κίρρωση, ίκτερος.
  7. Κοινωνικές επιπτώσεις: Οι επιπτώσεις των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων στις τοπικές κοινωνίες μπορούν να είναι καταστροφικές. Κάποιες από τις σημαντικότερες είναι η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, η εσωτερική μετανάστευση λόγω απώλειας ή υποβάθμισης οικονομικών δραστηριοτήτων. Είναι γενικά αποδεκτό ότι οι πολυεθνικές εξορυκτικές εταιρείες, ακολουθούν συγκεκριμένες τακτικές με στόχο την εξασφάλιση της κοινωνικής συναίνεσης. Συγκεκριμένα, επιδιώκουν σταδιακά την ρήξη του κοινωνικού ιστού ενώ ταυτόχρονα χρηματοδοτούν αντισταθμιστικά κοινωνικά έργα. Τρομοκρατούν πολίτες που αντιδρούν, ενώ προβαίνουν σε αλλεπάλληλες δικαστικές διαμάχες με τους αντιδρώντες ώστε να τους εξαντλήσουν οικονομικά. Αναγνωρίζουμε  τις τακτικές αυτές στη στρατηγική της Ελληνικός Χρυσός Α.Ε. στη Β.Α. Χαλκιδική.

Τρίτη «ασέβεια»: Τα διαφυγόντα φορολογητέα έσοδα5. Η επιτροπή Φορολογίας του ΟΗΕ έχει επισημάνει ότι οι διακρατικές συμβάσεις6 που προβλέπουν χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, σε συνδυασμό με την πρακτική των πολυεθνικών εταιρειών να διαλέγουν σε ποια σύμβαση θα υπαχθούν, στερούν σημαντικά έσοδα από τις χώρες όπου πραγματικά δραστηριοποιειούνται.

 

 

Υπολογίζοντας τις απώλειες φορολογικών εσόδων για την Ελλάδα, μέρος 1ο
Έτος Αξία ομολογιακών δανείων από Ολλανδικές εταιρίες στο τέλος του έτους  σε ευρώ Συνολικά ποσά που οφείλονται από την Ελλην. Χρυσός Α.Ε. στις 4 Ολλανδικές ετιαρίες σε ευρώ Οι παρακρατούμενοι φόροι που οφείλονται από την Ελληνικός Χρυσός ΑΕ στις Ολλανδικές εταιρίες σε ευρώ Οι παρακρατούμενοι φόροι που οφείλονται από την Ελληνικός Χρυσός ΑΕ  στον Καναδό ιδιοκτήτη σε ευρώ Υπολογιζόμενη απώλεια για την Ελλάδα σε ευρώ
2009 8.000.000 32.356 1.618 11.325 9.707
2010 21.000.000 582.898 29.145 204.014 174.869
2011 24.000.000 1.203.735 60.187 120.373 60.187
2012 86.197.000 4.128.499 206.425 412.850 206.425
2013 (μέχρι τον Ιούνιο) 176.418.000 3.507.862 175.393 350.786 175.393
2013 (απο τον Ιούλιο) 176.418.000 3.507.862 € - 350.786 350.766
Σύνολο   12.963.211 472.767 1.450.135 977.367

Η Eldorado απέκτησε τις περισσότερες από τις θυγατρικές της στην Ολλανδία (όταν εξαγόρασε την European Goldfields  το 2012). Η European Goldfields ήδη από το 2001 είχε συστήσει στην Ολλανδία ένα πλέγμα εταιρειών για τις επενδύσεις της στην Ελλάδα σε μια περίοδο που δεν υπήρχε συμφωνία διπλής φορολόγησης μεταξύ Ελλάδας και Καναδά. Οι φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα ανέρχονταν στο 35%. Η ελληνο-ολλανδική σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας προέβλεπε φορολόγηση αρκετά χαμηλότερη: 10% επί των τόκων και 7% επί των δικαιωμάτων. Αυτό έδωσε στην European Goldfields ένα πλεονέκτημα της τάξης του 25%, παρότι δεν είχε υπαρκτή δραστηριότητα στην Ολλανδία.

Υπολογίζοντας τις απώλειες φορολογικών εσόδων για την Ελλάδα, μέρος 2ο
Ετος Συνολικοί τόκοι που οφείλονταν από τρεις ολλανδικές επιχειρήσεις για  τα δάνεια που έλαβε από τις υπεράκτιες στα Μπαρμπάντος σε ευρώ Φόρος εισοδήματος στην Ελλάδα σε ευρώ Υπολογιζόμενες απώλειες κερδών από φόρους στην Ελλάδα σε ευρώ
2012 3.363.750,08 20% 672.750,00
2013 4.150.084,63 26% 1.079.022,00
Σύνολο 7.513.834,71   1.751.772,02

 

2η) «Ιδιωτικοποίηση» 7 : Η πώληση του λιμανιού του Πειραιά

 

Τέταρτη «Ασέβεια»: Η COSCO αγόρασε ολόκληρo το λιμάνι του Πειραιά για ένα ... πιάτο noodles: Μόλις 368,5 εκατ. ευρώ αντί 5 δισ.!

 

Πέμπτη «Ασέβεια»: Επίσης στο σφυρί και οι αρχαιολογικοί χώροι στον Πειραιά! Το Έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού  (19/10/2015):

Το υπουργείο Πολιτισμού αναφέρει στο έγγραφό του το οφθαλμοφανές και λογικό: «Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας ως δημόσιου κοινωνικού αγαθού σχετίζεται με τον ευρύτερο εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η ανάπτυξη ενός αστικού υπαίθριου δημόσιου χώρου με ταυτότητα μέσα στην καρδιά του λιμανιού, πυρήνα παιδείας, τέχνης και αναψυχής σε διασύνδεση με τον αστικό ιστό και τους πολίτες» και καταλήγει επισημαίνοντας: Να εξαιρεθούν της όποιας συναλλαγής τα αρχαία μνημεία που βρίσκονται εντός των ορίων της χερσαίας ζώνης του λιμένα. Να εξαιρεθεί της συναλλαγής η περιοχή της Πολιτιστικής Ακτής, στο σύνολό της:

  • Οποιαδήποτε δραστηριότητα εντός της χερσαίας ζώνης του λιμένα εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 3028/2002 και θα πρέπει να τύχει έγκρισης του ΥΠΠΟΑ, ως προαπαιτούμενης οποιασδήποτε άλλης έγκρισης. Στη ζώνη παραχώρησης περιλαμβάνονται οι κάτωθι χαρακτηρισμένοι χώροι:

Α. Στην επίμαχη περιοχή βρίσκονται οι κάτωθι αρχαιολογικοί χώροι και αρχαία μνημεία:

  • Ο αρχαιολογικός χώρος της Ηετιώνειας Πύλης μαζί με τη θέση Καστράκι. Τμήματα του αρχαίου τείχους του Πειραιά, τόσο εντός, όσο και πλησίον της Χερσαίας Ζώνης ΟΛΠ. 
    • Ο αρχαιολογικός χώρος Αμπελακίων και Κυνόσουρας, όπου βρίσκονται τα κατάλοιπα της αρχαίας πόλης της Σαλαμίνας, ο Τύμβος των Σαλαμινομάχων, ο ιστορικός τόπος της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Επισημαίνεται ότι με η περιοχή της Κυνόσουρας καθορίστηκε Ζώνη Α΄ (ΦΕΚ 1459/Β/26-10-2001), Απολύτου Προστασίας «απαγορεύεται η δόμηση και η οποιαδήποτε αλλοίωση του εδάφους, καθώς και οποιαδήποτε κατασκευή για την οποία απαιτείται ή δεν απαιτείται έγκριση της αρμόδιας πολεοδομικής Αρχής» και το φερόμενο ταφικό μνημείο του Θεμιστοκλή, μνημείο προστατευόμενο αυτοδικαίως.

Β. Εντός της εν λόγω περιοχής, καθώς και σε άμεση γειτνίαση με αυτήν εντοπίζονται νεώτερα μνημεία που αποτελούν τοπόσημα για την πόλη, διαμορφώνουν το πολιτιστικό περιβάλλον στο θαλάσσιο μέτωπο και έχουν συνδεθεί με τις ιστορικές μνήμες των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής:

  •  Τα κτίρια του ιστορικού συγκροτήματος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, που ιδρύθηκε το 1845, τα κατάλοιπα του πρώτου Φάρου των νεότερων χρόνων, γνωστού ως Φάρος του τάφου του Θεμιστοκλέους που λειτούργησε το 1837.

Κτιριακές εγκαταστάσεις που χαρακτηρίστηκαν ως νεώτερα μνημεία με το ΦΕΚ 350/ΑΑΠ/4-10-2013 και συγκεκριμένα: 

1) το κεντρικό κτίριο του Σταθμού Επιβατών του,τα κελύφη του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά, ο Ναός του Αγίου Νικολάου, στον ελεύθερο περιβάλλοντα χώρο του οποίου σώζονται και τα κατάλοιπα του αρχαίου τείχους.

2) Οι Αποθήκες του Τελωνείου, που αποτελούν από τα παλαιότερα σωζόμενα κτήρια του 19ου αι. και αποδίδονται στον αρχιτέκτονα Κλεάνθη, Κτίριο επί της Ακτής Μιαούλη, Κτίριο επί της Ακτής Μιαούλη 15, Μπουμπουλίνας 2 και Αγ. Σπυρίδωνος, Κτίριο επί της Ακτής Μιαούλη 13, Μπουμπουλίνας 1 και Αγ. Σπυρίδωνος.

3) Η Πλατεία Καραϊσκάκη, διαμορφωμένη επάνω στον υπόγειο σταθμό του ΟΛΠ.

Ακολουθούν άλλοι 13 χώροι που χαρακτηρίστηκαν ως νεότερα μνημεία...

Γ. Εντός την χερσαίας ζώνης του Λιμένα του Πειραιά βρίσκεται η ονομαζόμενη Πολιτιστική Ακτή Πειραιά, έκτασης 180.000 τ.μ. στην οποία βρίσκονται βιομηχανικές εγκαταστάσεις με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, μαρτυρίες της ανάπτυξης του λιμανιού στους σύγχρονους χρόνους. Ο όρος Πολιτιστική Ακτή αφορά το πρόγραμμα δημιουργίας ενός πρωτότυπου κέντρου πολιτισμού στην περιοχή. Σημειώνουμε ότι η Πολιτιστική Ακτή όπως περιληπτικά αναφέρεται ανωτέρω περιλαμβάνεται και στο Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας-Αττικής (Ν.4277-ΦΕΚ 156/Α/2014).

3η) «Ιδιωτικοποίηση»: Η πώληση του Ελληνικού

Εκτη «ασέβεια»: Το Ελληνικό, που προ κρίσης κοστολογείτο έως και 20 δισ. ευρώ, πωλείται μόλις 915 εκατ. ευρώ. υπό την ''σκέπη'' της Lamda Development του ομίλου Λάτση. Σε τιμές οικοπέδου στο Βραχάτι που  συμφώνησε τελικώς η κυβέρνηση να πουληθεί το «φιλέτο της Ευρώπης» για 99 χρόνια. Δηλαδή 92 ευρώ ανά τ.μ. δόμησης, «όσο περίπου κι ένα οικόπεδο στο Βραχάτι», Σε 3 δισ. ευρώ υπολογίζει την αξία της έκτασης του Ελληνικού-Αγίου Κοσμά η οικονομοτεχνική μελέτη του ΤΕΕ με νεώτερη εκτίμηση (31-10-2014), δηλαδή κατά 222% μεγαλύτερη από τα 915 εκατ. ευρώ που συμφώνησε κατ' αρχήν το ΤΑΙΠΕΔ για την πώληση της συγκεκριμένης έκτασης.

Εβδομη «ασέβεια»8 . Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της πόλης της Αθήνας, η πόλη επεκτείνεται σε βάρος του παραλιακού μετώπου και μάλιστα σε μήκος 2 χιλιομ. και έκταση όσο ένας Καλλικρατικός Δήμος πωλείται και πολεοδομείται από ιδιώτη δημιουργώντας μία πόλη μέσα στην πόλη. Ο Ν. 4062/12 θεσπίζει και επιβάλλει μια σειρά σημαντικών πολεοδομικών, χωροταξικών και περιβαλλοντικών επεμβάσεων μεγάλης εμβέλειας σε βάρος της προστασίας του περιβάλλοντος της Αθήνας και αυτή η παράνομη επιλογή έγινε για δυο λόγους:

α) Για να παρακαμφθεί το ισχύον Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας. (ΡΣΑ) του 2012 του οποίου οι αρχές ήταν αντίθετες,  με πολλά απ όσα αναφέρονται στον εν λόγω νόμο.

β)  Για να παρακαμφθεί η διαδικασία της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ.

Η όλη διαδικασία συγκεκριμένα παραβιάζει:

  1. Το άρθρο 107 κ.ε. της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεδομένου των κρατικών ενισχύσεων υπέρ του επιλεγέντος επενδυτή, την Οδηγία 2001 / 42 / ΕΚ.
  2. Την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων κλπ  καθώς η επέκταση μαρίνας, η αλλαγή χρήσης γης κλπ, θα καταστρέψουν, τα «είδη προτεραιότητας» υφάλους με κοραλλιογενείς σχηματισμούς. Το ΕΛΚΕΘΕ9 δηλώνει ότι οι επεμβάσεις αυτές θα υποβαθμίσουν  την οικολογική ποιότητα του Εσωτερικού Σαρωνικού
  3. Την Συνθήκη του Άαρχους: Όσον αφορά το θέμα της διαβούλευσης, στις 5 Ιουλίου του 2015 ο Ελληνικός λαός σε δημοψήφισμα είπε όχι στο σχέδιο που τότε προτάθηκε από τους «θεσμούς» και το οποίο εκτός των άλλων περιελάμβανε και ως προαπαιτούμενο την συγκεκριμένη λύση και πώληση της έκτασης για το Ελληνικό.    
  4. Την Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Φλωρεντίας για την προστασία του τοπίου
  5. Την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς (άρθρο 1, παρ1, άρθρο 3 παρ β), καθώς εν όψει της ψήφισης της σύμβασης από τη Βουλή σταμάτησε η διαδικασία ανακήρυξης μεγάλου τμήματος του Ελληνικού ως Αρχαιολογικού χώρου. Επιπλέον, η σύμβαση που υπογράφτηκε υποχρεώνει, εντός μόλις 60 ημερών, την απομάκρυνση αρχαιολογικών ευρημάτων καθώς και αποζημιώσεις στον αγοραστή σε περίπτωση που κάποιος χώρος κηρυχθεί αρχαιολογικός. Έτσι σκανδαλωδώς και για πρώτη φορά στα χρονικά θα απουσιάζει ουσιαστικά η αρχαιολογική υπηρεσίας από τον χώρο.
  6. Την Σύμβαση της Γρανάδας για την Προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς.

Επιπροσθέτως:

  • Η δημιουργία αυτής της νέα πόλης δεν ανταποκρίνεται στα βασικά  xαρακτηριστικά της σε καμία πολεοδομική και περιβαλλοντική ανάγκη της Αθήνας σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής. Είναι προφανές ότι η ΣΜΠΕ ανετέθηκε από την Λάμδα σε κάποια εταιρία που ανέλαβε να παρουσιάσει μελέτη που εξυπηρετεί τον «επενδυτή». Η δόμηση που επιβάλλεται στην έκταση είναι υπέρμετρη που θα προκαλέσουν σοβαρά θέματα αερισμού, φωτισμού και θέας στην ευρύτερη περιοχή, θα κρύβει το πραγματικό τοπόσημο της Αθήνας που είναι η Ακρόπολη και ο Παρθενώνας.

Ο κατάλογος των παραβάσεων είναι μακρύς....

Η ποινή με την οποία καταδικάζονται οι ασεβείς βάσει των αρχαίων ελληνικών κειμένων

Καταστροφή των Ερμών (Αλκιβιάδης)

Σειρά πολύκροτων δικών ασεβείας προκάλεσε η νύχτα των Ερμοκοπιδών του 415 π.Χ. Πρόκειται για μια υπόθεση που ενέπλεξε δύο σκάνδαλα, τα οποία, όμως, ήταν ξεχωριστά παρόλο που θεωρήθηκε, ότι διεπράχθησαν από την ίδια ομάδα ατόμων. Αν και η εξακρίβωση των γεγονότων δεν είναι δυνατή, αξίζει να αναφερθούμε στην ασεβή αυτή ενέργεια, η ανοσιότητα της οποίας διέγειρε την αγανάκτηση των Αθηναίων: Το εν λόγω γεγονός αναφέρει εν συντομία ο Θουκυδίδης.Το «χάριν παιδιᾶς» τόλμημα του 15ετούς Αλκιβιάδη που μαζί με συνομηλίκους φίλους τους απέκοψαν μια νύχτα τα σε στύση γεννητικά όργανα των Ερμών της Αθήνας, επειδή ήθελαν μόνον αυτοί να είναι ιθύφαλλοι10 συγχωρέθηκε μεν τότε λόγω ανηλικότητας των, αργότερα, όμως, ο πρωτεργάτης πλήρωσε πολύ ακριβά γι΄αυτό. Οι στήλες που τις χαρακτήριζαν ως Ερμές, είχαν για τους Αθηναίους ξεχωριστή ιερότητα. Κάποιοι είπαν, ότι τις Ερμές κατέστρεψαν οι αντίπαλοι του Αλκιβιάδη για να ενοχοποιήσουν κατόπιν αυτόν και τους οπαδούς του. Ακόμη, κάποιοι μετέθεσαν τις ευθύνες εκτός Αθηναίων. Εκλεγείς στρατηγός των Αθηναίων, ο Αλκιβιάδης, και ενώ έμελλε να αποπλεύσει στη Σικελία επικεφαλής του πιο λαμπρού εκστρατευτικού, σώματος, διείδε αμέσως τους πολιτικούς σκοπούς των σχετικών διαδόσεων των αντιπάλων του, οι οποίοι απέδιδαν σε αυτόν όλη την ευθύνη του θλιβερού αυτού γεγονότος και διαλαλούσαν, ότι η απομίμηση των μυστηρίων και η καταστροφή των Ερμών έγινε με σκοπό την κατάλυση του δήμου, και παρόλο που ήταν έτοιμος να αποπλεύσει, νοιώθοντας αθώος, ζήτησε να δικασθεί αμέσως, προκειμένου να μην αναχωρήσει με το βάρος της κατηγορίας. Η αντίθετη, όμως γνώμη των αντιπάλων του επικράτησε και ο Αλκιβιάδης απέπλευσε στη Σικελία. Ό,τι είχε προβλέψει ο Αλκιβιάδης συνέβη. Το γεγονός της καταστροφής των Ερμών έδωσε αφορμή να ξεχυθούν ουκ ολίγοι συκοφάντες στις οδούς των Αθηνών και να κατηγορούν τους πάντες για τα πάντα, μεταξύ των οποίων και τον ρήτορα Ανδοκίδη. Κάποιοι από αυτούς έσπευσαν να καταμηνύσουν για την καταστροφή των Ερμών τον ίδιο τον Αλκιβιάδη. Κατά την απουσία του έγιναν πολλές σχετικές δίκες  κατά υπόπτων ερμοκοπιδών, πολλοί από τους οποίους καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Ο Αλκιβιάδης δικάσθηκε και καταδικάσθηκε ερήμην σε θάνατο. Δημεύθηκε η περιουσία του και αποφασίσθηκε από όλους τους ιερείς και όλες τις ιέρειες να τον αφορίσουν. Μεγάλος όγκος πληροφοριών αυτών των γεγονότων αντλείται από το λόγο του Ανδοκίδη «Περί των Μυστηρίων».

Ποινές

Η ασέβεια μπορούσε να διαπραχθεί με πλείστους και διάφορους τρόπους, όμως, η ποινή ήταν πολύ αυστηρή. Οι κύριες ποινές που προβλέπονταν ήταν θάνατος ή εξορία ή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ή φυλάκιση ή χρηματική ποινή. Μαζί με την κύρια ποινή επιβάλλονταν και παρεπόμενες ποινές, όπως η δήμευση της περιουσίας και οι «νόμιμες απαγορεύσεις», δηλαδή η απαγόρευση εισόδου σε ναούς κλπ. Αλλωστε, συχνά, οι Αθηναίοι θεωρούσαν την προδοσία και την ασέβεια μαζί ως τα πιο σοβαρά εγκλήματα. Οι ποινές των Ευμολπιδών εκτός της ποινής του θανάτου, ίσως επέβαλλαν ακόμη, δημόσιες κατάρες. Εκτελεστές τους θεωρούνταν οι στυγερές Ερινύες.

Τα προηγούμανα χρόνια η συντηρητική παράταξη του σημερινού μπλόκ «μένουμε ευρώπη», διαλαλούσε την  «εθνικοφροσύνη της», κατόπιν την «ευρωπαικότητά της» και σήμερα μετά το «αριστερό άλλοθι» του ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αναβαπτίσθηκαν όλοι μαζί σε ντελιβεράδες στη υπό εκποίηση μετά απο καταδολίευση της Ελληνικής δημόσιας περιουσίας.

Στη σημερινή Ελλάδα έχει καταργηθεί μεν η θανατική ποινή αλλά όχι ο εθελούσιος εξοστρακισμός11 και  η δήμευση περιουσιών.

Γιάννης Περάκης

Οικονομολόγος

Πηγές:

1. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει την ευθύνη της συνέχισης της λειτουργίας απο το 2005.

2. Ν. Χαλδούπης Σοφοκλέους in: Δημοσιεύθηκε: 11/09/2017 

3. Από το ιστολόγιο ΣΚΕΨΕΙΣ Τρίτη, 27 /11/ 2012  antigoldgreece

4. Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) 

5. Nick Barnets, Νίκος Τσιραμπίδης, Νικόλας Λεοντόπουλος «ThePressProject»  

6. Λόγω των συμφωνιών αποφυγής διπλής φορολογίας αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η διπλή φορολόγηση αλλά συχνά οδηγούν στη διπλή… μη φορολόγηση.  Οι συμφωνίες αυτές ορίζουν συνήθως χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές σε σχέση με τις εθνικές φορολογίες των εμπλεκόμενων κρατών ώστε να ενισχύσουν τις μεταξύ τους επενδύσεις.  Ο φόρος παρακρατείται στην πηγή του εισοδήματος που καταβάλλεται σε ξένους υπηκόους ή σε αλλοδαπές εταιρείες και γενικά στα παθητικά εισοδήματα (μερίσματα, δικαιώματα, τόκοι).

7. Πηγή: e-dromos. gr  

8. Καμπούρη Γιούλυ (Ευστρατία), Χημικός  και Περιβαλλοντολόγος, πρώην επιθεωρήτρια περιβάλλοντος 

9. Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών

10. Ιθύφαλλος= ομοίωμα του ανδρικού γεννητικού μορίου (από ψημένη ζύμη), που έφεραν οι θιασώτες στα Μεγάλα Διονύσια ως σύμβολο της γονιμότητας και της αναπαραγωγής και ως ευχή για τον πολλαπλασιασμό των κατοίκων της πόλης.

11. Το μέτρο εισήχθη από τον Κλεισθένη και σύμφωνα με αυτό, το άτομο που εξοστρακίζονταν έπρεπε να φύγει από την Αθήνα για δέκα ολόκληρα χρόνια!  Ουσιαστικά ήταν κάτι σαν την σημερινή εξορία

Διαβάστε περισσότερα...

Τι δεν λένε τα ΜΜΕ [και ο κ. Κοτζιάς] για τις πυραυλικές δοκιμές της Βόρειας Κορέας

Τι δεν λένε τα ΜΜΕ [και ο κ. Κοτζιάς] για τις πυραυλικές

 δοκιμές της Βόρειας Κορέας

Στο άτυπο συμβούλιο  των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ , στο Ταλίν,  ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών , με πολύ αόριστο,  διπλωματικό τρόπο, επισήμανε την  «ανάγκη να μην καταδικάζουμε μόνο τη Βόρειο Κορέα, αλλά και εκείνες τις χώρες οι οποίες την τροφοδοτούν με γνώση, τεχνολογία και υλικά» [ http://www.enikos.gr/politics/534921/kotzias-na-katadikazoume-kai-tis-xores-pou-trofodotoun-ti-voreia-] για τις δοκιμές πυραύλων.  Η υποτιθέμενη διαφοροποίηση της ελληνικής κυβέρνησης από τη «γενική γραμμή» είναι όμως παραπλανητική για τους πολύ σαφείς λόγους που εξηγεί το παρακάτω άρθρο του Αμερικανού συγγραφέα Μάικ Γουίτνι.

Την περασμένη Δευτέρα [29/8] η Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας εκτόξευσε έναν μέσου βεληνεκούς βαλλιστικό πύραυλο τύπου  Hwasong-12 πάνω από το ιαπωνικό νησί Χοκάιντο. Ο πύραυλος έπεσε στη θάλασσα μακριά από το νησί και δεν έβλαψε ούτε ανθρώπους ούτε ιδιοκτησίες.

Τα ΜΜΕ καταδίκασαν αμέσως τη δοκιμή ως μια «θρασεία και προκλητική πράξη»  που αποδεικνύει  τη μη συμμόρφωση της Β. Κορέας με τις αποφάσεις του ΟΗΕ και την «περιφρόνηση προς τους γείτονές της». Ο πρόεδρος Τραμπ επέκρινε την πυραυλική δοκιμή, λέγοντας:

«Οι απειλητικές και αποσταθεροποιητικές ενέργειες αυξάνουν απλώς την απομόνωση του καθεστώτος της Β. Κορέας στην περιοχή και σε όλο τον κόσμο. Όλες οι επιλογές είναι ανοικτές».

Αυτό που δεν ανέφεραν τα ΜΜΕ ήταν πως, τις τελευταίες τρεις εβδομάδες, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και οι ΗΠΑ διεξήγαγαν μεγάλης κλίμακας στρατιωτικά γυμνάσια στο νησί Χοκάιντο και στη Νότια Κορέα.  Αυτές οι αχρείαστα προκλητικές πολεμικές ασκήσεις είναι σχεδιασμένες ως προσομοιώσεις εισβολής στη Β. Κορέα και ως επιχειρήσεις «αποκεφαλισμού» [θανάτωσης] για την ανατροπή του καθεστώτος.  Ο Βορειοκορεάτης ηγέτης Κιμ Γιονγκ-ουν ζήτησε επανειλημμένα από τις ΗΠΑ να τερματίσουν αυτές τις στρατιωτικές ασκήσεις, αλλά οι ΗΠΑ αρνούνται πεισματικά.  Διατηρούν το δικαίωμα να απειλούν τους πάντες, ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου ακόμη και στο κατώφλι  της κάθε χώρας. Αυτό αποτελεί μέρος του αμερικανικού εξαιρετισμού. Ιδού τι λέει ένα  απόσπασμα από  άρθρο του FoxNews:

«Πάνω από  3.500 Αμερικανοί και Ιάπωνες στρατιώτες  άρχισαν την Πέμπτη  κοινές πολεμικές ασκήσεις, που θα διαρκέσουν εβδομάδες,   εναντίον του όλο και πιο πολεμοχαρούς βορειοκορεάτικου καθεστώτος. Η άσκηση, με την ονομασία NorthernViper 17, θα λάβει χώρα στο Χοκάιντο – το βορειότερο, μεγαλύτερο νησί της Ιαπωνίας--  και θα διαρκέσει μέχρι τις 28 Αυγούστου…

» ‘Βελτιώνουμε την ετοιμότητά μας όχι μόνο στον αέρα, αλλά και ως ομάδα εφοδιαστικής υποστήριξης’, δήλωσε ο σμήναρχος Ρ. Σκοτ Τζομπ, διοικητής της 35ης πτέρυγας μάχης. ‘ Βρισκόμαστε στη βασική τοποθεσία για σκοπούς συνάφειας και αυτή η άσκηση ενισχύει απλώς την ετοιμότητά μας   στην περίπτωση που θα εξελιχθεί ένα παρόμοιο σενάριο στην πραγματικότητα’»(«US, JapanesetroopsbeginjointmilitaryexerciseamidNorthKoreathreat”, FoxNews).

Η εκτόξευση του βορειοκορεάτικου πυραύλου έγινε λίγες ώρες μετά τον τερματισμό αυτών των πολεμικών ασκήσεων. Το μήνυμα ήταν καθαρό: η Β. Κορέα δεν πρόκειται να ταπεινώνεται και να ραπίζεται δημόσια, χωρίς να απαντά.  Αντί να δείξει αδυναμία, η Β. Κορέα έδειξε ότι προετοιμάζεται να αμυνθεί έναντι της ξένης επιθετικότητας. Με άλλα λόγια, η δοκιμή δεν ήταν μια «θρασεία και προκλητική πράξη» , όπως ανέφεραν τα ΜΜΕ, αλλά μια μετριοπαθής και καλά μελετημένη αντίδραση μιας χώρας που έχει βιώσει 64 ολόκληρα χρόνια ανελέητου εκφοβισμού, κυρώσεων, δαιμονοποίησης και επίδειξης πολεμικής ισχύος εκ μέρους των ΗΠΑ. Η Β. Κορέα αντέδρασε γιατί οι προκλήσεις της Ουάσιγκτον απαιτούσαν μια απάντηση. Τελεία και παύλα.

Το ίδιο ισχύει και για τους τρεις μικρού βεληνεκούς βαλλιστικούς πυραύλους που δοκίμασε την περασμένη εβδομάδα (δύο εκ των οποίων εξερράγησαν αμέσως μετά την εκτόξευση). Αυτές οι δοκιμές ήταν η απάντηση σε μια κοινή στρατιωτική άσκηση τριών εβδομάδων στη Νότια Κορέα στην οποία συμμετείχαν 75.000 στρατιώτες  μάχης, συνοδεία εκατοντάδων τανκς, θωρακισμένων οχημάτων, αποβατικών πλοίων, βαρέος πυροβολικού, ενός πλήρους στόλου και πτήσεων από μοίρες μαχητικών αεροσκαφών τελευταίας τεχνολογίας και στρατηγικών βομβαρδιστικών [φέρουν πυρηνικές βόμβες].Θα έπρεπε η Β. Κορέα να κάθεται άπρακτη, ενώ διεξάγεται κάτω από τη μύτη της μια απειλητική επίδειξη ωμής στρατιωτικής δύναμης;  

Βεβαίως όχι. Φανταστείτε τη Ρωσία να διεξάγει μια παρόμοια επιχείρηση στα σύνορα του Μεξικού, ενώ ο ρωσικός στόλος  πραγματοποιεί γυμνάσια με «πραγματικά πυρά» τρία μίλια έξω από τον Κόλπο του Σαν Φρανσίσκο. Ποια νομίζετε ότι θα ήταν η αντίδραση του Τραμπ;

Θα είχε ανατινάξει αυτά τα πλοία στο πι και φι, έτσι δεν είναι;

Λοιπόν, γιατί  να εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά στην περίπτωση της Β. Κορέας; 

Η Β. Κορέα πρέπει να επιδοκιμαστεί γιατί δείχνει ότι δεν τρομοκρατείται από τον νταή του σχολείου. Ο Κιμ γνωρίζει  ότι  οποιαδήποτε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ  θα τελειώσει δυσμενώς για τη χώρα του, παρ’ όλα αυτά δεν υποχωρεί ούτε επιτρέπει στον εαυτό του να πιεστεί από τους νταήδες  κακοποιούς του Λευκού Οίκου. Μπράβο Κιμ.

Παρεμπιπτόντως, τα κατεστημένα  ΜΜΕ  αναφέρθηκαν ελάχιστα στην  απάντηση του Τραμπ στην πυραυλική δοκιμή της Δευτέρας και είχαν τους λόγους τους. Ιδού τι συνέβη δύο ημέρες αργότερα:

Την Τετάρτη, μια ομάδα μαχητικών αεροσκαφών F-35B και βομβαρδιστικών Β-1Β διεξήγαγε στρατιωτικές επιχειρήσεις  πάνω από ένα βεληνεκές εκπαίδευσης, ανατολικά της Σεούλ. TheB-1B, που είναι χαμηλού ύψους πυρηνικά βομβαρδιστικά, έριξαν τις εικονικές βόμβες τους  και επέστρεψαν στη βάση τους. Η επίδειξη δύναμης σκόπευε να στείλει  μήνυμα στην Πιόνγιανγκ ότι η Ουάσιγκτον είναι δυσαρεστημένη με τη δοκιμή των βορειοκορεάτικων βαλλιστικών πυραύλων και ετοιμάζεται να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα εναντίον της Β. Κορέας , εάν δεν συμμορφωθεί με τις υπαγορεύσεις της Ουάσιγκτον.

Ετοιμάζεται, λοιπόν, η Ουάσιγκτον να ρίξει πυρηνικά στη Β. Κορέα, αν δεν συμμορφωθεί και δεν κάνει ό,τι της λέει;

Ασφαλώς κοιτά προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά  ποιος ξέρει πραγματικά ; Σε κάθε περίπτωση, ο Κιμ δεν έχει επιλογή από το να μείνει σταθερός. Εάν δείξει οποιοδήποτε σημάδι αδυναμίας , γνωρίζει ότι θα καταλήξει όπως ο Σαντάμ και ο Καντάφι.  Και αυτή η προοπτική, ασφαλώς, ωθεί προς  την υπερβολική ρητορική. Η Β. Κορέα θέλει να αποφύγει το σενάριο Καντάφι με κάθε κόστος. (Παρεμπιπτόντως, ο λόγος που ο Κιμ απείλησε να εκτοξεύσει πυραύλους στη θάλασσα που περιβάλλει τη νήσο Γκουάμ είναι ότι εκεί βρίσκεται η αμερικανική αεροπορική βάση Άντερσον,  όπου σταθμεύουν τα βομβαρδιστικά B-1B τα οποία φέρουν πυρηνικά όπλα και τα οποία πραγματοποιούν απειλητικές πτήσεις πάνω από την Κορεατική Χερσόνησο εδώ και αρκετό χρόνο. Η Β. Κορέα θεωρεί ότι πρέπει να αντιδράσει σ’ αυτή την υπαρξιακή απειλή.)

Θα βοηθούσε εάν τα ΜΜΕ ανέφεραν αυτό το γεγονός ή υπηρετεί καλύτερα την ατζέντα τους να παρουσιάζουν  τον Κιμ σαν  τρελό  που γαβγίζει εξαπολύοντας επιθέσεις εναντίον των «εντελώς αθώων» ΗΠΑ, μιας χώρας που το μόνο που θέλει είναι να διατηρήσει την ειρήνη παντού;  

Ε, όχι δα!

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει κανείς κάτι στα ΜΜΕ που να μην εκφράζει τις προκαταλήψεις και την εχθρότητα της Ουάσιγκτον. Προκαλεί όντως έκπληξη που , την περασμένη εβδομάδα, παρουσιάστηκε ένα αρκετά αξιοπρεπές άρθρο στο CBSNews, γραμμένο από έναν Δυτικό, πρώην αξιωματούχο των μυστικών υπηρεσιών με πολλών δεκαετιών εμπειρία στην Ασία. Είναι το μοναδικό άρθρο που βρήκα και εξηγεί με ακρίβεια τι συμβαίνει, πέρα από την προπαγάνδα. Ιδού:

«Πριν από την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ, η Β. Κορέα κατέστησε σαφές  ότι ήταν έτοιμη να δώσει στη νέα αμερικανική κυβέρνηση  χρόνο για να επανεξετάσει την πολιτική {της} και να εμφανιστεί με κάτι καλύτερο απ’ αυτήν του προέδρου Ομπάμα. Η μόνη επιφύλαξη ήταν πως αν οι ΗΠΑ προχωρούσαν  με πλήρη ισχύ στις ετήσιες κοινές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα (ιδίως αν αυτές συνοδεύονταν με πιο οξεία ρητορική για ‘αποκεφαλισμό’ του καθεστώτος και με περισσότερες πτήσεις στρατηγικών βομβαρδιστικών πάνω από την Κορεατική Χερσόνησο), η Β. Κορέα θα αντιδρούσε έντονα».  

Εν ολίγοις, οι ΗΠΑ  ενέργησαν πρώτες και η Β. Κορέα απάντησε.

Στο παρασκήνιο, οι επαφές  είχαν  τα πάνω και τα κάτω τους, αλλά δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν κάποια δυναμική. Τον Απρίλιο, ο Βορειοκορεάτης ηγέτης Κιμ Γιονγκ–ουν επέδειξε σε παρέλαση νέους πυραύλους ως προειδοποίηση, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.  Η προσέγγιση της Ουάσιγκτον δεν άλλαξε (Ανάλυση:  «PyongyangsviewoftheNorthKorea-U.S. crisis”, CBSNews.)

Έτσι, τώρα γνωρίζουμε την αλήθεια: η Β. Κορέα έκανε μια καλή προσπάθεια και απέτυχε, κυρίως επειδή η Ουάσιγκτον δεν θέλει να διαπραγματευτεί , θέλει  να ασκήσει πιέσεις (στη Ρωσία και την Κίνα), να εντείνει το εμπάργκο και να απειλήσει με πόλεμο.   Αυτή είναι η λύση Τραμπ. Ιδού άλλο ένα απόσπασμα από το ίδιο άρθρο:

« Στις 4 Ιουλίου, μετά από την πρώτη επιτυχή εκτόξευση διηπειρωτικού πυραύλου από τη Β. Κορέα, ο Κιμ έδωσε δημόσια το σινιάλο ότι θα μπορούσε να ‘βάλει στο τραπέζι’ τα προγράμματα πυρηνικών όπλων και πυραύλων, εάν οι ΗΠΑ άλλαζαν την προσέγγισή τους. Οι ΗΠΑ δεν άλλαξαν και έτσι η Β. Κορέα εκτόξευσε άλλον έναν διηπειρωτικό πύραυλο, εντελώς σκόπιμα, ως  μια προειδοποίηση προς τις ΗΠΑ ότι θα έπρεπε να την πάρουν στα σοβαρά.  Παρ’ όλα αυτά, περισσότερα βομβαρδιστικά Β-1 πέταξαν πάνω από τη Χερσόνησο και το συμβούλιο ασφαλείας των ΗΠΑ αποφάσισε νέες κυρώσεις» (CBSNews).

Συνεπώς, η Β. Κορέα ήταν έτοιμη για μια σοβαρή διαπραγμάτευση, αλλά οι ΗΠΑ  αρνήθηκαν.  Ο Κιμ πιθανώς είχε ακούσει ότι ο Τραμπ είναι έξυπνος έμπορος και φαντάστηκε ότι μπορούσαν να επιλύσουν κάποια προβλήματα. Αλλά αυτό δεν συνέβη. Ο Τραμπ αποδείχθηκε πολύ πιο αποτυχημένος από τον Ομπάμα, και αυτό είναι  πολύ αρνητικό. Όχι μόνο αρνείται να διαπραγματευτεί, αλλά εκτοξεύει και πολεμοχαρείς απειλές σχεδόν καθημερινά. Δεν είναι αυτό που προσδοκά η Β. Κορέα.  Προσδοκούσε έναν «μη επεμβατικό» ηγέτη που θα μπορούσε να είναι ανοικτός στη διαπραγμάτευση.

Η τρέχουσα κατάσταση  δεν δίνει στον Κιμ θετικές επιλογές. Μπορεί είτε να υποχωρήσει και να τερματίσει οριστικά το πυραυλικό του πρόγραμμα ή να αυξήσει τη συχνότητα των δοκιμών ελπίζοντας ότι θα ανοίξει δρόμο προς τις διαπραγματεύσεις.  Επέλεξε  το δεύτερο.

Ήταν κακή επιλογή;

Πιθανώς.

Είναι ορθολογική επιλογή;

Ναι.

Η Β. Κορέα στοιχηματίζει ότι το πρόγραμμά της για τα πυρηνικά όπλα  θα είναι πολύτιμο διαπραγματευτικό χαρτί  σε μελλοντικές συνομιλίες με τις ΗΠΑ.  Δεν σχεδιάζει να πλήξει με πυρηνικά τη δυτική ακτή των ΗΠΑ – αυτό είναι γελοίο! Δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Εκείνο που θέλει  είναι να διατηρήσει το καθεστώς της, να πάρει εγγυήσεις ασφαλείας από τις ΗΠΑ, να αρθεί το εμπάργκο, να εξομαλυνθούν οι σχέσεις με τη Νότια Κορέα, να μην εμπλέκονται οι ΗΠΑ στις πολιτικές υποθέσεις της Κορεατικής Χερσονήσου και  (ελπίζει) να τερματιστεί  η επί 64 χρόνια προκλητική αμερικανική κατοχή. Yankeegohome.  Παρακαλούμε.

Εν κατακλείδι: η Β. Κορέα είναι έτοιμη να διαπραγματευτεί. Θέλει διαπραγματεύσεις. Θέλει να τερματίσει τον πόλεμο. Θέλει να αφήσει πίσω της αυτόν τον εφιάλτη και να συνεχίσει ομαλά τη ζωής της.  Όμως η Ουάσιγκτον δεν την αφήνει, επειδή τη συμφέρει το σημερινό statusquo.  Η Ουάσιγκτον θέλει να διατηρήσει μόνιμα την παρουσία της  στη Νότια Κορέα ώστε να μπορεί να περικυκλώνει τη Ρωσία και την Κίνα με θανάσιμα πυραυλικά συστήματα και να επεκτείνει τη γεωπολιτική αρπάγη της, φέρνοντας τον κόσμο όλο και πιο κοντά σε μια πυρηνική καταστροφή. Αυτό ακριβώς θέλει η Ουάσιγκτον και γι’ αυτό η κρίση στην Κορεατική Χερσόνησο θα συνεχιστεί.

Πηγή: https://www.counterpunch.org/2017/09/04/what-the-media-isnt-telling-you-about-north-koreas-missile-tests/

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Διαβάστε περισσότερα...

Ο Μακρόν και οι «επαίτες, κακομοίρηδες, πτωχάνθρωποι»

Ο Μακρόν και οι «επαίτες, κακομοίρηδες, πτωχάνθρωποι»

το σχόλιό μας

Ένα άρωμα «υπηρετών» απέναντι στα αφεντικά της δεύτερης ισχυρής δύναμης της Ευρωζώνης, δειλά συμβιβασμένων και υποταγμένων ανθρώπων απέναντι σε αυτούς «που τους δίνουν και τους παίρνουν τους θρόνους», «επαιτών, κακομοίρηδων και πτωχανθρώπων» απέναντι στους εκπροσώπους των μεγάλων γαλλικών επιχειρήσεων που συνόδευαν τον Μακρόν, προκειμένου να ψωνίσουν την πραμάτεια ελληνικών επιχειρήσεων ύδρευσης ή ηλεκτρισμού ή λιμανιών, για μια χούφτα ευρώ που θα επιστρέψουν πάλι στις τσέπες των δανειστών - ένα τέτοιο άρωμα αναδίνονταν επίμονα από τις μακροσκελείς κι επαναλαμβανόμενες τελετουργίες και το γλύψιμο του Μακρόν κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα από προέδρους και πρωθυπουργούς. Αντί για σχόλιο λοιπόν και πολλές περιττές κουβέντες:

Δυσαρεστήθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος να μάθει που στην Ιταλία
έφθασεν ένας Πτολεμαίος σε τέτοιο χάλι.
Με τρεις ή τέσσαρες δούλους μονάχα·
πτωχοντυμένος και πεζός. Έτσι μια ειρωνία
θα καταντήσουν πια, και παίγνιο μες στην
Pώμη
τα γένη των. Που κατά βάθος έγιναν
σαν ένα είδος υπηρέται των
Pωμαίων
το ξέρει ο Σελευκίδης, που αυτοί τους δίδουν
κι αυτοί τους παίρνουνε τους θρόνους των
αυθαίρετα, ως επιθυμούν, το ξέρει.
Aλλά τουλάχιστον στο παρουσιαστικό των
ας διατηρούν κάποια μεγαλοπρέπεια·
να μη ξεχνούν που είναι βασιλείς ακόμη,
που λέγονται (αλλοίμονον!) ακόμη βασιλείς.

Γι’ αυτό συγχίσθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος· κι αμέσως πρόσφερε στον Πτολεμαίο
ενδύματα ολοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,
βαρύτιμα διαμαντικά, πολλούς
θεράποντας και συνοδούς, τα πιο ακριβά του άλογα,
για να παρουσιασθεί στην
Pώμη καθώς πρέπει,
σαν
Aλεξανδρινός Γραικός μονάρχης.


Aλλ’ ο Λαγίδης, που ήλθε για την επαιτεία,
ήξερε την δουλειά του και τ’ αρνήθηκε όλα·
διόλου δεν του χρειάζονταν αυτές η πολυτέλειες.
Παληοντυμένος, ταπεινός μπήκε στην
Pώμη,
και κόνεψε σ’ ενός μικρού τεχνίτου σπίτι.
Κ’ έπειτα παρουσιάσθηκε σαν κακομοίρης
και σαν πτωχάνθρωπος στην Σύγκλητο,
έτσι με πιο αποτέλεσμα να ζητιανέψει.

(Κ. Καβάφη, Η Δυσαρέσκεια του Σελευκίδου, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Διαβάστε περισσότερα...

Η Αριστερά και η Βενεζουέλα του Κλάουντιο Κατς

Η Αριστερά και η Βενεζουέλα

Του Κλάουντιο Κατς

 Τους δύο τελευταίους μήνες, η Βενεζουέλα αντιμετώπισε ένα τρομερό κύμα βίας. Μέχρι στιγμής, το αποτέλεσμα είναι 60 νεκροί, λεηλατημένα σχολεία, πυρπολημένα δημόσια κτίρια, κατεστραμμένα μέσα δημόσιας μεταφοράς και εκκενωμένα νοσοκομεία. Παρ’ όλα αυτά, τα μεγάλης εμβέλειας ΜΜΕ μεταδίδουν απλώς συνεχείς καταγγελίες αποτροπιασμού  για την  κυβέρνηση. Δημιουργούν την εικόνα ενός «δικτάτορα που συγκρούεται» με τους «δημοκράτες της αντιπολίτευσης».

 Όμως, οι στατιστικές δεν επιβεβαιώνουν αυτή την αφήγηση, ιδίως όσον αφορά τα θύματα. Όταν ο αριθμός των νεκρών είχε φτάσει τους 39, μια πρώτη αποτίμηση σημείωνε ότι μόνο 4 ήταν θύματα της δράσης των δυνάμεων ασφαλείας. Οι υπόλοιποι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των λεηλασιών ή των κινητοποιήσεων της αντιπολίτευσης. [1]  Μια άλλη αποτίμηση σημείωνε ότι το 60% όσων σκοτώθηκαν δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με τις συγκρούσεις. [2]

Αυτά τα στοιχεία συνάδουν με τις εκτιμήσεις που αποδίδουν τους περισσότερους φόνους σε ελεύθερους σκοπευτές που συνδέονται με την αντιπολίτευση. Πιο πρόσφατες έρευνες αναφέρουν ότι τα περισσότερα θύματα έχασαν τη ζωή τους λόγω βανδαλισμών ή ξεκαθαρισμάτων λογαριασμών. [3]

Υπάρχουν πολυάριθμες καταγγελίες επίσης για επιδρομές παραστρατιωτικών ομάδων που συνδέονται με τη Δεξιά. Όπως  και ενδείξεις ότι όσοι διαπράττουν βιαιότητες, στο μέγιστο μέρος τους, προστατεύονται τοπικά από τους δήμους που διοικεί η αντιπολίτευση. [4]

Αυτός ο φόρος αίματος σχετίζεται με τη φασιστική κτηνωδία που οδήγησε στο να κάψουν ζωντανούς ανθρώπους άνθρωποι που ανήκουν στο τσαβίστικο κίνημα. [5]  Η πρακτική  αυτή, το να καίνε ζωντανό έναν οπαδό της κυβέρνησης, χρησιμοποιείται  κυρίως από κολομβιανές παραστρατιωτικές δυνάμεις ή από τον  υπόκοσμο των ποινικών εγκληματιών, και όχι από παραδοσιακές πολιτικές οργανώσεις. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι από τα 60 θύματα τα 27 ήταν τσαβίστες.[6]

Άλλοι λένε ότι στις πορείες της αντιπολίτευσης συμμετέχουν περίπου 15.000 άτομα εκπαιδευμένα ειδικά για την πρόκληση επιθετικών ενεργειών.  Χρησιμοποιούν μάσκες, ασπίδες και χειροποίητα όπλα για να προκαλέσουν χάος και να δημιουργήσουν «απελευθερωμένες περιοχές».  [7]

Αποτίμηση της βίας

Τα στοιχεία που παρουσίασε η αντιπολίτευση είναι διαμετρικά αντίθετα, αλλά αποκρούστηκαν από λεπτομερείς αναφορές σχετικά με τα θύματα. [8]  Εφόσον ουδείς αναγνωρίζει την ύπαρξη «ανεξάρτητων» αποτιμήσεων, μπορεί κανείς να κρίνει τα τεκταινόμενα ανατρέχοντας σε προηγούμενα γεγονότα. Στις ταραχές του Φεβρουαρίου του 2014, σκοτώθηκαν 43 άνθρωποι. Ο θάνατος των  συντριπτικά περισσότερων  δεν είχε καμιά σχέση με τις συγκρούσεις ή την αστυνομική καταστολή.

Κατά παρόμοιο τρόπο, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο πώς αντέδρασε η αντιπολίτευση όταν αντιμετώπισε μια αντίστοιχη πρόκληση. Οι κυβερνήσεις της κατέστειλαν το “Caracazo” του 1989 [τον ξεσηκωμό των κατοίκων του Καράκας για τις τεράστιες αυξήσεις στη βενζίνη και στα μέσα μαζικής μεταφοράς] με εκατοντάδες νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες.

Η κατάσταση στη Βενεζουέλα είναι δραματική, αλλά αυτό δεν εξηγεί την περίοπτη θέση που κατέχει η χώρα σε όλα τα δελτία ειδήσεων. Πολύ πιο σοβαρές καταστάσεις σε άλλες χώρες αγνοούνται παντελώς από τα ίδια ΜΜΕ.

Στην Κολομβία, από την αρχή του τρέχοντος έτους, έχουν δολοφονηθεί 46 ηγέτες του κοινωνικού κινήματος και τους τελευταίους 14 μήνες έχουν αφανιστεί 120. Ανάμεσα στο 2002 και στο 2016,  παραστρατιωτικές ομάδες κατέσφαξαν 558 ηγέτες του μαζικού κινήματος και στις τελευταίες δύο δεκαετίες δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 2.500 συνδικαλιστές. [9] Γιατί, άραγε, κανείς έγκυρος παρουσιαστής των ΜΜΕ  [συμπεριλαμβανομένων των  Ελλήνων τηλεοπτικών  παρουσιαστών σ.τ.μ.] δεν αναφέρει αυτή τη συνεχή αιματοχυσία στην πιο κοντινή γειτονική χώρα της Βενεζουέλας;

Ακόμη πιο τρομακτική είναι η κατάσταση στο Μεξικό.  Καθημερινά προστίθεται και κάποιος δημοσιογράφος στον μακρύ κατάλογο των φοιτητών, των καθηγητών και των κοινωνικών αγωνιστών που δολοφονούνται. Στο κλίμα του κοινωνικού πολέμου που επιβλήθηκε από τις «δράσεις κατά του λαθρεμπορίου ναρκωτικών»,  έχουν εξαφανιστεί 29.917 άνθρωποι.[10] Δεν θα έπρεπε αυτοί οι αριθμοί δολοφονιών να προσελκύσουν περισσότερο τη δημοσιογραφική προσοχή από ό,τι η Βενεζουέλα;

Η Ονδούρα είναι άλλη μια ανατριχιαστική περίπτωση. Συνυπολογίζοντας την Μπέρτα Κάσερες, έχουν δολοφονηθεί άλλοι 15 αγωνιστές.  Ανάμεσα στο 2002 και το 2014, ο αριθμός των δολοφονημένων περιβαλλοντιστών έχει ανέλθει σε 111. [11]  Ο κατάλογος των θυμάτων του τρόμου που αγνοούνται από τον ηγεμονικό Τύπο θα μπορούσε να επεκταθεί στους πολιτικούς κρατούμενους του Περού.  Επίσης, ελάχιστοι γνωρίζουν τα δεινά που αντιμετώπισε ο ηγέτης του κινήματος ανεξαρτησίας του Πουέρτο Ρίκο Όσκαρ Λόπες Ριβέρα στα 35 χρόνια της φυλάκισής του.

Η πλειονότητα του λατινοαμερικανικού [και του παγκόσμιου] πληθυσμού απλώς δεν γνωρίζει τις τραγωδίες που συμβαίνουν στις χώρες όπου κυβερνά η Δεξιά.  Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά των ΜΜΕ επιβεβαιώνουν ότι η κυριαρχία του θέματος της Βενεζουέλας στις τηλεοπτικές οθόνες δεν οφείλεται σε ανθρωπιστικές ανησυχίες.

Μορφές ενός πραξικοπήματος

Τα ΜΜΕ, με τα ρεπορτάζ τους,  στηρίζουν τι πραξικοπηματικές επιδιώξεις της αντιπολίτευσης.  Η βενεζουελάνικη αντιπολίτευση  δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τις συνήθεις αναταραχές,  του είδους που οδήγησαν στο πραξικόπημα του Πινοτσέτ, και έτσι προσπαθεί να ανατρέψει τον πρόεδρο Μαδούρο εκτοπίζοντας την κοινωνία. Επαναλαμβάνει αυτό που επιχείρησε τον Φεβρουάριο του 2014, προκειμένου να διαπράξει συνταγματικό πραξικόπημα παρόμοιο μ’ αυτό της Ονδούρας (2009), της Παραγουάης (2014) ή της Βραζιλίας (2016). Ελπίζει ότι θα επιβάλει με τη βία αυτό που αργότερα θα επικυρώσει στις κάλπες.

Η Δεξιά δεν διαθέτει τη στρατιωτική δύναμη που χρησιμοποιούσε στο παρελθόν για να επανέλθει στην κυβερνητική εξουσία. Αλλά επιχειρεί να αναδημιουργήσει τις δυνατότητες τέτοιας παρέμβασης διεξάγοντας αψιμαχίες στους στρατώνες, πυρπολώντας αστυνομικά τμήματα ή διοργανώνοντας πορείες στα στρατιωτικά επιτελεία.

Το σχέδιό της συνδυάζει το σαμποτάζ της οικονομίας με τις ταραχές που προκαλούν ένοπλες ομάδες οι οποίες , σε αντίθεση με την Κολομβία, δρουν ανώνυμα.  Αυτές οι ενέργειες εμπλέκουν τον εγκληματικό υπόκοσμο και τρομοκρατούν τους εμπόρους. [12]

Περιλαμβάνουν φασιστικές μεθόδους που πατρονάρονται από τα πιο βίαια ρεύματα κατά του τσαβισμού. Ιδιοποιούνται τον εξεγερσιακό συμβολισμό που σφυρηλάτησαν τα λαϊκά κινήματα και παρουσιάζουν το πλιάτσικο ως ηρωική στάση. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Λεοπόλντο Λόπες δεν είναι ένας αθώος πολιτικός. Όποιο δικαστήριο λειτουργεί βάσει  του κράτους δικαίου θα τον είχε καταδικάσει σε ισόβια κάθειρξη για τις εγκληματικές ευθύνες του.

Η Δεξιά προωθεί κλίμα εμφυλίου πολέμου, προκειμένου να πλήξει το ηθικό της λαϊκής βάσης του τσαβισμού που επηρεάζεται από την έλλειψη τροφίμων και φαρμάκων. Η θέση της υπέρ της ξένης επέμβασης είναι σαφής και διαπραγματεύεται με τις πιστώτριες τράπεζες τη διακοπή της πρόσβασης της Βενεζουέλας στην πίστωση.

Η αντιπολίτευση ελπίζει να λιντσάρει τον Μαδούρο για να θάψει τον τσαβισμό.  Διεξάγει αυτή τη μάχη στους δρόμους για να κατακτήσει την κοινή γνώμη  και για να οδηγήσει σε κατάρρευση την οικονομία. Τις εκλογές τις βλέπει απλώς ως κορύφωση αυτής της επίθεσης.

Αντιμετωπίζει, όμως, αυξανόμενα εμπόδια. Η βία που κυριαρχεί στις κινητοποιήσεις της αποξενώνει την πλειονότητα των δυσαρεστημένων και φθείρει τους οπαδούς της. Όπως έγινε το 2014, η απόκρουση των φασιστικών ομάδων υπονομεύει όλη την αντιπολίτευση. Επιπλέον, η αποφασιστικότητα του Μαδούρο αποτρέπει τη συμμετοχή στις πορείες της αντιπολίτευσης. Οι δυνάμεις της δεξιάς αντιπολίτευσης δεν έχουν κατορθώσει να εισχωρήσουν στις λαϊκές γειτονιές όπου πιθανώς θα αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο μιας δυσμενούς ένοπλης σύγκρουσης. [13]

Η μεγάλη αστική τάξη της Βενεζουέλας υποκινεί σε πραξικόπημα έχοντας την περιφερειακή υποστήριξη των Μάκρι (προέδρου της Αργεντινής), Τέμερ (της Βραζιλίας), Σάντος (της Κολομβίας) και Πένια Νέτο (του Μεξικού). Επί μήνες προωθούσε ένα σχέδιο αποσταθεροποίησης στον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών.  Αλλά απέτυχε σ’ αυτόν τον τομέα. Οι προτεινόμενες κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας δεν πέτυχαν λόγω της εναντίωσης πολλών και διαφόρων ξένων υπουργείων. Δεν επιτεύχθηκε η ομοφωνία με την οποία εκδιώχθηκε η Κούβα από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών τη δεκαετία του 1960.

Επίσης, διαβόητη είναι η υποστήριξη πραξικοπημάτων από τις ΗΠΑ  με στόχο την ανάκτηση του ελέγχου στα μεγάλα αποθέματα αργού πετρελαίου της ηπείρου. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θέλει να επαναλάβει τις επιχειρήσεις που διεξήγαγε στο Ιράκ ή στη Λιβύη, εφόσον γνωρίζει ότι μετά την ανατροπή του Μαδούρο ουδείς θα θυμάται πού βρίσκεται η Βενεζουέλα. Αρκεί να δει κανείς πώς τα δελτία ειδήσεων των  ΜΜΕ παραλείπουν κάθε αναφορά  στις χώρες στις οποίες ήδη έχει επέμβει το Πεντάγωνο. Η λογική των κυρίαρχων ραδιοτηλεοπτικών μέσων είναι να αλλάζουν το θέμα  των ειδήσεών τους από τη στιγμή που  οι ιμπεριαλιστές διαλύουν τον αντίπαλό τους.

Τους στρατηγικούς στόχους του ιμπεριαλισμού δεν τους αντιλαμβάνονται εκείνοι που δίνουν υπερβάλλουσα σημασία στο φλερτ κάποιας αμερικανικής εφημερίδας με τον πρόεδρο της Βενεζουέλας ή στις ρητορικές αμφισημίες του Τραμπ. [14] Φαντάζονται ότι αυτά τα άσχετα γεγονότα υποδηλώνουν την απουσία σύγκρουσης μεταξύ των ΗΠΑ και του τσαβισμού. Και ταυτόχρονα δεν βλέπουν πόσο μοχθηρά επιτίθεται η τεράστια πλειονότητα του Τύπου στον Μαδούρο  και το ότι ο πολυεκατομμυριούχος του Λευκού Οίκου διαψεύδει κάθε ημέρα  αυτά που έλεγε την προηγούμενη.

Ο Τραμπ δεν είναι ούτε αδιάφορος ούτε ουδέτερος. Απλώς αναθέτει στη CIA και στο Πεντάγωνο την εκπλήρωση της συνωμοσίας   «καθημερινή διατάραξη της κοινωνικής ζωής» και των σχεδίων «Ελευθερία για τη Βενεζουέλα νο 2». Αυτές οι επιχειρήσεις περιλαμβάνουν κατασκοπία, ανάπτυξη στρατευμάτων και κάλυψη τρομοκρατικών πράξεων. [15] Εξελίσσονται κρυφά, ενώ τα ισχυρά ΜΜΕ απαξιώνουν οποιαδήποτε καταδίκη τους.  Ιδίως αμφισβητούν τις «υπερβολές της Αριστεράς», ώστε κανείς να μην ενοχλεί τους συνωμότες.

 Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι η παρουσία της εταιρείας Chevron  στη Βενεζουέλα – ή οι συνεχιζόμενες συναλλαγές της κρατικής επιχείρησης πετρελαίου PDVSA με τις ΗΠΑ--  αποτυπώνουν μια στενή σχέση μεταξύ των δύο κυβερνήσεων. [16] Απ’ αυτό συμπεραίνουν ότι δεν υπάρχει σενάριο πραξικοπήματος. Όμως, αυτές οι σχέσεις δεν επηρεάζουν ούτε στο ελάχιστο  την απόφαση της αυτοκρατορίας να ανατρέψει την μπολιβαριανή κυβέρνηση.

Οι αμερικανικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στη Βενεζουέλα  (και οι ομόλογές τους στις ΗΠΑ) καθ’ όλη τη διάρκεια της μπολιβαριανής κυβέρνησης. Κι όμως ο Μπους, ο Ομπάμα και ο Τραμπ επιδίωξαν να ανακτήσουν τον άμεσο ιμπεριαλιστικό έλεγχο του πετρελαίου. Δεν μπορούν να το επιτύχουν μέσω μιας τεταμένης σχέσης μεταξύ εταίρων ή πελατών. Θέλουν να εγκαταστήσουν το μοντέλο ιδιωτικοποίησης που κυριαρχεί στο Μεξικό και να εκδιώξουν τη Ρωσία και την Κίνα από την πίσω αυλή τους.

Η στάση της Αριστεράς

Εάν η διάγνωση ότι επιδιώκεται αντιδραστικό πραξικόπημα είναι ορθή, η θέση της Αριστεράς δεν θα έπρεπε να δίνει αφορμές για διαφωνίες. Οι κατ’ εξοχήν εχθροί μας είναι η Δεξιά και ο ιμπεριαλισμός και η σύγκρουση μαζί τους πάντα αποτελεί προτεραιότητα. Αυτή η στοιχειώδης αρχή πρέπει να επιβεβαιώνεται σε κρίσιμες εποχές , όταν το προφανές μπορεί να θολώνει.

Όποια κριτική κι αν ασκούσε κανείς στον Σαλβαδόρ Αλιέντε, η βασική μάχη μας ήταν ενάντια στον Πινοτσέτ. Παρόμοια, υιοθετήσαμε μια αντίστοιχη γραμμή απέναντι στους ακραίους συντηρητικούς (επονομαζόμενους «γορίλες») της Αργεντινής, το 1955, ή σ’ αυτούς που σαμποτάριζαν τους Άρμπενζ, Τορίχος και πολλές άλλες αντιιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις στην περιοχή. Σε σχέση με τη Βενεζουέλα σήμερα,  αυτή η αρχή υποδεικνύει την ανάγκη για κοινή δράση κατά της κλιμάκωσης που επιδιώκει η Δεξιά σε όλες τις παραλλαγές της.

Όταν στον ορίζοντα διαφαίνεται ένα πραξικόπημα, είναι αναγκαίο να ξεχωρίζουμε εκείνους που ευθύνονται για την κρίση. Όσοι προκαλούν την καταστροφή δεν είναι ίδιοι με εκείνους που αδυνατούν να την αντιμετωπίσουν.

Αυτή η διάκριση εφαρμόζεται και στο πεδίο της οικονομίας. Τα λάθη του Μαδούρο είναι πολυάριθμα και αδικαιολόγητα, αλλά οι ένοχοι για την παρούσα δυσμενή κατάσταση είναι οι καπιταλιστές.  Η κυβέρνηση είναι ανεκτική ή ανίκανη, αλλά δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία μ’ αυτούς.  Όσοι διαπράττουν το μνημειώδες λάθος να χαράσσουν μια γραμμή ταύτισης μεταξύ αυτών των δύο [17]  συγχέουν ευθύνες διαφορετικού χαρακτήρα.

Τα λάθη της κυβέρνησης φάνηκαν στο μη λειτουργικό σύστημα των συναλλαγματικών ισοτιμιών, στο απαράδεκτο εξωτερικό χρέος ή στην έλλειψη ελέγχου των τιμών και του λαθρεμπορίου. Αλλά η κατάρρευση της οικονομίας προκλήθηκε από τους εύπορους που χειραγωγούν τα νομίσματα, προκαλούν πληθωρισμό, χειρίζονται τα εισαγόμενα αγαθά και περιορίζουν την προσφορά βασικών αγαθών.

Η εκτελεστική εξουσία αδρανεί ή ενεργεί λανθασμένα για πολλούς λόγους: ανεπάρκεια, ανεκτικότητα στη διαφθορά, προστασία της μπουρζουαζίας που δημιουργήθηκε επί μπολιβαριανών κυβερνήσεων, συνέργια με εκατομμυριούχους που έχουν μεταμφιεστεί σε τσαβίστες. Γι’ αυτό δεν μειώνει την οικονομική στήριξη προς ιδιωτικούς ομίλους που εισπράττουν φθηνά δολάρια και εισάγουν ακριβά.  Αλλά η κατάρρευση της παραγωγής προκλήθηκε από την άρχουσα τάξη για να ανατραπεί ο Μαδούρο. Η μη αναγνώριση αυτής της σύγκρουσης υποδεικνύει ασυνήθιστο επίπεδο πολιτικής μυωπίας.

Αυτού του είδους  η τυφλότητα εμποδίζει την αναγνώριση ενός ακόμη βασικού γεγονότος της τρέχουσας περιόδου: της αντίστασης του τσαβισμού στη δεξιά επέλαση.  Αν και με μεθόδους και συμπεριφορά  που  είναι άκρως αμφισβητήσιμες, ο Μαδούρο δεν παραδίνεται. Διατηρεί την κάθετη δομή του PSUV,  ευνοεί την απαγόρευση των κριτικών απόψεων και συντηρεί μια γραφειοκρατία που αντιπαλεύει τις αντιδράσεις της βάσης. Αλλά , σε αντίθεση με την Ντίλμα Ρούσεφ ή τον Λούγκο, δεν παραδίνεται. Η συμπεριφορά του είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τη συνθηκολόγηση του Σύριζα στην Ελλάδα.

Έτσι εξηγείται το μίσος των ισχυρών. Η κυβέρνηση πήρε την πολύ σωστή απόφαση να αποσυρθεί από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΣ). Εγκατέλειψε το υπουργείο των Αποικιών [των ΗΠΑ, όπως εύστοχα χαρακτηρίζεται ο ΟΑΣ, σ.τ.μ.]  και πραγματοποίησε μια ρήξη που πάντα απαιτούσε η Αριστερά.  Αυτή η απόφαση θα έπρεπε να συναντήσει τη συντριπτική επιδοκιμασία , την οποία όμως  εξέφρασαν ελάχιστοι.

Όπως κάθε κυβέρνηση στην οποία επιτίθεται η Δεξιά, κατέφυγε στην άσκηση δύναμης για λόγους αυτοάμυνας. Τα κατεστημένα ΜΜΕ αποκηρύττουν αυτή την αντίδραση με ασυνήθη υστερία, ξεχνώντας βεβαίως τις δικαιολογίες που συνήθως παρουσιάζουν  κυβερνήσεις άλλου πολιτικού χαρακτήρα, όταν αντιμετωπίζουν παρόμοιες καταστάσεις. Ο Μαδούρο, όμως, αμφισβητήθηκε και  από μια αντίθετη σκοπιά -- για τη σχετική του επιείκεια προς τους φασίστες. Υιοθέτησε απλώς συγκρατημένα μέτρα  ως αντίδραση στη βαρβαρότητα της αντιπολίτευσης.

Αντιδρώντας σ’ αυτή την κατάσταση,  η κυβέρνηση διέπραξε  αδικίες. Αυτό είναι το θλιβερό κόστος κάθε σημαντικής αντιπαράθεσης με την αντεπανάσταση. Τέτοιου τύπου ατυχή γεγονότα παρατηρούνται σε όλες τις μάχες με την αντίδραση, από την εποχή του Μπολίβαρ μέχρι τον Φιντέλ.  Είναι αναγκαίο να αποφεύγεται η αυτο-ικανοποίηση ως προς  αυτό το ευαίσθητο θέμα, αλλά χωρίς να επαναλαμβάνονται οι συκοφαντίες που προπαγανδίζονται από την αντιπολίτευση.

Ο Μαδούρο κατευθύνει τα πυρά του ενάντια στη βαρβαρότητα των δεξιών και όχι ενάντια στο λαό. Έτσι δεν έχει νόημα να τον συγκρίνει κανείς με τον Καντάφι ή με τον Σαντάμ Χουσεΐν.  Δεν διέπραξε σφαγή αριστερών αγωνιστών ούτε συμμετείχε σε πολέμους που υποκίνησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η δε αναλογία με τον Στάλιν είναι ακόμη πιο γελοία, αλλά μας υπενθυμίζει ότι το φάντασμα του Χίτλερ περιτριγυρίζει πολλούς  ηγέτες της αντιπολίτευσης που συνδέονται με τον Ουρίμπε ή νοσταλγούν έναν Πινοτσέτ.  

Οι σοσιαλδημοκρατικές θέσεις

Τους τελευταίους μήνες επίσης, μεταξύ των αντιπάλων της Δεξιάς παρατηρήθηκε μια αύξηση των απόψεων που κατηγορούν τον Μαδούρο για την οδύνη της Βενεζουέλας. Αυτές οι απόψεις επαναλαμβάνουν την παλιά σοσιαλδημοκρατική συμπεριφορά: συμπαράταξη με την αντίδραση στις κρίσιμες στιγμές.

Οι φορείς αυτών των απόψεων αμφισβητούν τη νομιμότητα της κυβέρνησης χρησιμοποιώντας τα ίδια επιχειρήματα με την αντιπολίτευση. Αντί να κατηγορούν τη CIA, τους  escuálidos [βενεζουελάνικος χαρακτηρισμός για τους εξαχρειωμένους πλούσιους] ή τον ΟΑΣ, θέτουν στο επίκεντρό τους την εναντίωση στον τσαβισμό. Το κάνουν δε στο όνομα ενός δημοκρατικού ιδεώδους που είναι τόσο αφηρημένο όσο και διαχωρισμένο από τη μάχη που καθορίζει ποιος θα επικρατήσει στη διοίκηση του κράτους.

Αυτές οι θέσεις έχουν επηρεάσει πολλούς και ποικίλους διανοητές της «κριτικής Αριστεράς» [pensadores del post-progresismo –διανοητές του μετα-προοδευτισμού] που συνδέονται με την αυτονομία [βλ. Claudio Katz, “Problems of Autonomy”, http://www.isreview.org/issues/44/autonomism.shtml, σ.τ.μ.].  Όχι μόνο κατηγορούν τον Μαδούρο για την τρέχουσα κατάσταση, ισχυρίζονται επίσης ότι έχει ενισχύσει την αυταρχική ηγεσία, προκειμένου να διατηρήσει το μοντέλο που βασίζεται στις προσόδους από τους υδρογονάνθρακες.[18]

Αυτός ο χαρακτηρισμός ταυτίζεται με τη φιλελεύθερη θέση που αποδίδει όλα τα προβλήματα της Βενεζουέλας στη λαϊκιστική πολιτική που εφαρμόζεται από τυράννους οι οποίοι  κατασπαταλούν τους πόρους του κράτους. Μόνο που χρησιμοποιούν μια πιο διπλωματική γλώσσα.

Άλλες παρόμοιες απόψεις προβάλλουν ακόμη πιο κατηγορηματικά  τις ευθύνες του ηγέτη των τσαβιστών. Μας καλούν να αποφεύγουμε τη «συνωμοσιολογική υπεραπλούστευση να κατηγορείται η Δεξιά ή ο ιμπεριαλισμός» για τα προβλήματα της χώρας. [19]  Είναι όμως οι συνωμότες της αντίδρασης μια φαντασιοκοπία; Είναι οι δολοφονημένοι, οι παραστρατιωτικές ομάδες και τα σχέδια του Πενταγώνου παρανοϊκές επινοήσεις της μπολιβαριανής κυβέρνησης;

Μην απαντώντας σ’ αυτή τη στοιχειώδη ερώτηση, η παραπάνω θέση απορρίπτει επίσης και οποιαδήποτε σύγκριση με ό,τι συνέβη στη Χιλή το 1973. Ωστόσο, δεν εξηγεί γιατί αυτή η αναλογία δεν ισχύει. Θεωρεί δεδομένο ότι οι δύο καταστάσεις διαφέρουν, αγνοώντας τις τεράστιες ομοιότητες όσον αφορά τις ελλείψεις, τον ερεθισμό των συντηρητικών τάσεων της μεσαίας τάξης ή την παρέμβαση της CIA.

Παρ’ όλα αυτά, οι αμφισβητούμενοι παραλληλισμοί με τον Αλιέντε είναι αποδεκτοί στην περίπτωση της πρώτης περονιστικής κυβέρνησης, η οποία θεωρείται άμεσος πρόγονος του τσαβισμού. Πού εντοπίζεται, όμως, η ομοιότητα; Στα χρόνια της σταθερότητας ή στις στιγμές πριν από το πραξικόπημα του 1955; Η ενασχόληση με την κλιμάκωση της βίας υποδεικνύει ότι η ομοιότητα σχετίζεται με τη δεύτερη περίοδο. Και σε μια τέτοια κατάσταση,  ποια θα ήταν  η προτεραιότητα; Η αντιμετώπιση του αυταρχισμού του Περόν ή η αντίσταση στους gorillas;

Οι σοσιαλδημοκράτες και η «κριτική Αριστερά» υποδεικνύουν τον αυταρχισμό του Μαδούρο ως τη βασική αιτία της τρέχουσας κατάστασης. [20]  Συνεπώς, υποβαθμίζουν τον κίνδυνο πραξικοπήματος και απορρίπτουν την ανάγκη προετοιμασίας για κάποια άμυνα έναντι των προκλήσεων της Δεξιάς.

Οι συνέπειες αυτής της στάσης φανερώνονται όταν οι ολιγάρχες και οι ληστές τους επανέρχονται στην κυβέρνηση. Όμως, τα πρόσφατα γεγονότα στην Ονδούρα, την Παραγουάη ή τη Βραζιλία δεν έχουν ακόμη προκαλέσει ανησυχία σ’ αυτούς που δαιμονοποιούν τον τσαβισμό.

Τα παραπάνω ρεύματα προβάλλουν ενστάσεις τόσο για το εξορυκτικό οικονομικό μοντέλο και το χρέος όσο και για τα συμβόλαια με πετρελαϊκές εταιρείες. Αλλά δεν λένε αν ζητούν αντικαπιταλιστικές και σοσιαλιστικές εναλλακτικές σ’ αυτές τις εμφανείς αποτυχίες του Μαδούρο.  Το ίδιο ισχύει για τις ελλείψεις αγαθών και την κερδοσκοπία. Τον προτρέπουν να ενεργήσει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα εναντίον των τραπεζιτών και των μεγάλων εμπορικών καρτέλ; Προτείνουν απαλλοτριώσεις, εθνικοποιήσεις ή άμεσο λαϊκό έλεγχο; Θα φανταζόταν κανείς ότι με την  υιοθέτηση αυτών των πρωτοβουλιών χτίζονται γέφυρες με την κυβέρνηση , αλλά ποτέ με την αντιπολίτευση. Όμως, οι επικριτές του τσαβισμού παρακάμπτουν  αυτή τη διαφορά.

Τα αιτήματα της «κριτικής Αριστεράς»

Η σοσιαλδημοκρατική άποψη αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα της επείγουσας έκκλησης για ειρήνευση που υπέγραψαν πολλοί [Λατινοαμερικανοί, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί, σ.τ.μ.]  διανοούμενοι [με τίτλο  “An urgent international call to stop the escalation of violence in Venezuela” -- «Επείγουσα διεθνής έκκληση για να σταματήσει η κλιμάκωση της βίας στη Βενεζουέλα», σ.τ.μ.]. Οι υπογράφοντες υποστηρίζουν μια διαδικασία ειρήνευσης, απορρίπτοντας τόσο την αυταρχική στροφή του τσαβισμού όσο και τη βίαιη στάση των δεξιών ομάδων.[21]

Μιλούν για ισορροπία ώστε να ξεπεραστεί η πόλωση και χρησιμοποιούν μια γλώσσα πιο κοντινή σ’ αυτή των ξένων υπουργείων παρά σ’ αυτή των λαϊκών αγωνιστών. Ο τόνος της έκκλησης υποδεικνύει, εμμέσως, τη συμμόρφωση με τη θεωρία των δύο κακών. Προτείνει τη μέση οδό, εναντίον και των δύο άκρων. Όμως, αυτές οι ίσες αποστάσεις αναιρούνται ευθύς αμέσως λόγω της θεμελιώδους ευθύνης που καταλογίζει στην κυβέρνηση. Και δεν παραβλέπει απλώς τη δράση της Δεξιάς, αλλά και στον ιμπεριαλισμό αναφέρεται μετά βίας και παρεμπιπτόντως.

Το κείμενο αυτό προκάλεσε την  έντονη απάντηση του REDN – του Δικτύου Διανοουμένων, Καλλιτεχνών και Κοινωνικών Κινημάτων προς Υπεράσπιση της Ανθρωπιάς («Who Will Accuse the Accusers? Statement in Defense of Venezuela» -- «Ποιος θα κατηγορήσει τους κατηγόρους; Μια δήλωση προς υπεράσπιση της Βενεζουέλας», σ.τ.μ.), η οποία υπογράφηκε από πολλούς διανοούμενους. Αυτή η κριτική ορθώς απέρριψε τη φετιχοποίηση του συμβατικού ρεπουμπλικανισμού και τόνισε την αξιοσημείωτη βαρύτητα των εξω-συνταγματικών δυνάμεων σε κρίσιμες καταστάσεις. [22]

Η φιλελεύθερη υποτροπή των  μετα-προοδευτικών [μεταμοντέρνων] ή των διανοητών της «κριτικής Αριστεράς» αναπαράγει αυτό που συνέβη με τους σοσιαλδημοκράτες γκραμσιανούς στη δεκαετία του 1980. Η εχθρότητα εκείνης ομάδας για τον  λενινισμό και  την κουβανική επανάσταση είναι συγκρίσιμη με τη σημερινή εχθρότητα για τον τσαβισμό. Ορισμένοι από αυτούς που υπέγραψαν την «έκκληση για ειρήνευση» έχουν περάσει και από τις δύο περιόδους.

Αλλά η παρούσα σοσιαλδημοκρατική παραλλαγή έρχεται πολύ αργά  και στερείται της πολιτικής αναφοράς στην οποία συνέβαλε κάποτε το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE). Η σοσιαλφιλελεύθερη στροφή του εν λόγω κόμματος έχει κατεδαφίσει πλήρως το αρχικό προοδευτικό του όραμα. Η σημερινή ορφάνια της σοσιαλδημοκρατικής παραλλαγής πιθανώς εξηγεί το ότι οι φορείς της ξανασυναντιούνται με τον παλιό φιλελευθερισμό.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εξέλιξη ετούτη  αποτελεί μια κορύφωση της διαίρεσης  που επηρέασε διακριτές παραλλαγές της αυτονομίας. Τη ρωγμή την προκάλεσαν οι θέσεις για την μπολιβαριανή διαδικασία. Όσοι επέλεξαν να ευθυγραμμιστούν με την αντιπολίτευση είναι καχύποπτοι απέναντι σε όσους «είναι δεμένοι με τον τσαβισμό». [23]

Οι τελευταίοι όμως έχουν σκεφθεί σοβαρά τις πρότερες ανεπάρκειες και κατανόησαν την ανάγκη της πάλης για την κρατική εξουσία με σοσιαλιστικές προοπτικές που συνδέεται με τον λατινοαμερικανικό μαρξισμό.

Αντιθέτως, το άλλο τμήμα της αυτονομίας συνεχίζει να πορεύεται μέσα στην αμφισημία των γενικοτήτων περί αντι-πατριαρχισμού και κατά του εξορυκτικού μοντέλου της οικονομίας, χωρίς να προσφέρει κάποιο συγκεκριμένο παράδειγμα αυτού που προτείνει. Και καθώς απορροφάται από το φιλελεύθερο σύμπαν, οι αινιγματικές του έννοιες δεν εμπλουτίζουν πλέον την αριστερή σκέψη. Εν μέσω της αμνημοσύνης που επιδεικνύει για την ταξική πάλη και της σαγήνης που του ασκεί η αστική συνταγματικότητα, η αποκήρυξη του εξορυκτικού οικονομικού μοντέλου μετατρέπεται σε μια γραφική παραξενιά.

Απερίσκεπτος δογματισμός

Διαχέεται επίσης μια συζήτηση που συγκλίνει με τη σοσιαλδημοκρατία χρησιμοποιώντας σεκταριστικά επιχειρήματα. Στην περίπτωση αυτή, η κυβέρνηση  Μαδούρο απεικονίζεται ως διεφθαρμένη, υποτελής και προσαρμοστική, δηλαδή ως μια κυβέρνηση που σταθεροποιεί ένα δικτατορικό καθεστώς. [24] Σε άλλες περιστάσεις, η ίδια απονομιμοποίηση περιγράφεται με πιο έμμεσες ή πιο εκλεπτυσμένες κατηγορίες (de facto πρόεδρος, βοναπαρτιστής αρχηγός).

Όλες, όμως, οι παραλλαγές της συμπίπτουν ως προς ότι τονίζουν τη θεμελιώδη ευθύνη μιας αυταρχικής κυβέρνησης που διαλύει τη χώρα. Η εναρμόνιση ως προς αυτό το βασικό ζήτημα με την αφήγηση των ΜΜΕ είναι εντυπωσιακή. Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι η ρητορική, αλλά η πρακτική.

Καθημερινά γίνονται πορείες της Δεξιάς και των οπαδών της κυβέρνησης. Οι πρωταθλητές της σοσιαλιστικής αυστηρότητας πρέπει να αναρωτηθούν: Σε ποια από τις δύο θα συμμετάσχουμε;  Με ποιους θα ταυτιστούμε; Εάν πιστεύουν ότι ο κύριος εχθρός είναι η κυβέρνηση θα πρέπει να έχουν κοινό σκοπό με τους

 escuálidos των guarimbas (σκόπιμων προκλήσεων αιματηρών ταραχών).

Στο Μπουένος Άιρες, παραδείγματος χάριν,  τον περασμένο Μάιο κλήθηκε ο κόσμος σε κινητοποίηση από τους φορείς αυτών των απόψεων για να  εκδιωχθεί ο Μαδούρο. [25] Όσοι περαστικοί  παρατηρούσαν αυτή την πορεία κατάλαβαν πολύ καλά ποιοι θα καταλάμβαναν την προεδρία της Βενεζουέλας, εάν ανατρεπόταν ο σημερινός επικεφαλής του κράτους. Και σημείωσαν την πλήρη σύμπτωση ανάμεσα σ’ αυτό το αίτημα και τα μηνύματα που μετέδιδαν καθημερινά τα ΜΜΕ.

Δεν είναι η πρώτη φορά που τμήματα της Αριστεράς συγκλίνουν τόσο καθαρά με τη Δεξιά. Ένα προηγούμενο στην Αργεντινή, υπό τις κυβερνήσεις Κίρχνερ,  ήταν η παρουσία κόκκινων σημαιών στις πορείες των γαιοκτημόνων της σόγιας και στις διαδηλώσεις των caceroleros [ των αντιπάλων της κυβέρνησης από τα μεσαία και ανώτερα στρώματα που κράδαιναν κατσαρόλες και τηγάνια]. Αλλά αυτή που ήταν μια παθητική εκδήλωση στο Μπουένος Άιρες μπορεί να μετατραπεί σε τραγωδία στο Καράκας.

Άλλες απόψεις συγκρίνουν τον Μαδούρο με την αντιπολίτευση, υποστηρίζοντας ότι κάτω από τη μασκαράτα μιας φαινομενικής αντίθεσης κρύβονται μεγάλες συμπτώσεις. Έτσι καταφεύγουν σε εικασίες για το πότε αυτή η σύγκλιση θα γίνει εμφανής.[26]

Αυτή η περίεργη ερμηνεία έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις μεγάλες συγκρούσεις μεταξύ αυτών των δύο που είναι για όλους κάτι παραπάνω από ορατές. Συνεπώς, είναι λιγάκι δύσκολο να ερμηνεύσουμε τις guarimbas, τις δολοφονίες και τις απειλές του αμερικανικού Πενταγώνου ως ψευτοκαβγά μεταξύ  συγγενών.

Η μοναδική λογική εξήγηση αυτής της άποψης είναι ότι επιδιώκεται να υποβαθμιστεί η σοβαρότητα της τρέχουσας σύγκρουσης, να ερμηνευτεί ως ενδο-αστική διαμάχη για την ιδιοποίηση των προσόδων. Γι’ αυτό και ο ολοκληρωτισμός του Μαδούρο θεωρείται εξίσου μεγάλος (ή και μεγαλύτερος) κίνδυνος με  αυτόν της αντιπολίτευσης.

Το μεγάλο πρόβλημα όσον αφορά τις παραπάνω απόψεις  δεν είναι η απερισκεψία τους, αλλά η έμμεση ουδετερότητα την οποία προωθούν. Εφόσον κυβέρνηση και αντιπολίτευση είναι ίδιες, το πραξικόπημα που αποδίδεται στην κυβέρνηση συγκρίνεται με το πραξικόπημα που προωθεί η δεξιά αντιπολίτευση.

Όμως, αυτή η εξίσωση είναι εμφανώς λανθασμένη. Στη Βενεζουέλα, δεν υπάρχουν δύο αντιδραστικές παραλλαγές που ανταγωνίζονται, όπως, επί παραδείγματι, ο τζιχαντισμός και οι δικτατορίες στη Μέση Ανατολή.  Ούτε υπάρχει ο τύπος του ανταγωνισμού μεταξύ ανθρώπων των σπηλαίων που αντιπαρέθεσε  τον Βιντέλα στην Ιζαμπέλ Περόν, στην Αργεντινή.

Η σύγκρουση μεταξύ των Καπρίλες-Λόπες και του Μαδούρο μοιάζει με την αντιπαράθεση του Πινοτσέτ με τον Αλιέντε, του [επικεφαλής της χούντας που έκανε πραξικόπημα, το 1955] Λονάρντι με τον Περόν ή πιο πρόσφατα του Τέμερ με την Ντίλμα Ρουσέφ, στη Βραζιλία. Παρόμοια, ο θρίαμβος της Δεξιάς εις βάρος του Μαδούρο, η σύγκρουση των οποίων απέχει παρασάγγας από το να είναι μια συμπλοκή μεταξύ ταυτόσημων δυνάμεων, θα είχε ως αποτέλεσμα μια τρομερή πολιτική οπισθοδρόμηση.

Αντιμέτωπη με αυτή την εναλλακτική, η ουδετερότητα είναι συνώνυμο της παθητικότητας και εκφράζει τεράστιο βαθμό αδυναμίας εν όψει μεγάλων γεγονότων. Σημαίνει αποκήρυξη της συμμετοχής και της δέσμευσης σε αυθεντικούς σκοπούς.

Εφόσον αυτή η στάση θεωρεί δεδομένο ότι ο τσαβισμός είναι τελειωμένος, περιορίζει όλο τον ορίζοντά της στο να συγγράφει τον ισολογισμό αυτής της εμπειρίας. Όμως, η μέγιστη αποτυχία στην πολιτική δράση ουδέποτε επηρεάζει μη ολοκληρωμένες ή άκαρπες διαδικασίες. Το χειρότερο πράγμα είναι η απερισκεψία εν όψει μεγάλων, επικών γεγονότων.

Όποιες αμφιβολίες κι αν έχει κανείς για τον Μαδούρο, η έκβαση στη Βενεζουέλα θα καθορίσει στο άμεσο μέλλον  τη μοίρα όλης της περιοχής. Εάν θριαμβεύσουν οι αντιδραστικοί, το αποτέλεσμα θα είναι ένα σενάριο ήττας και ένα αίσθημα αδυναμίας απέναντι στην αυτοκρατορία. Το τέλος του προοδευτικού κύκλου θα είναι γεγονός και όχι ένα θέμα προς αξιολόγηση μεταξύ των διανοητών της κοινωνικής επιστήμης.

Η Δεξιά το γνωρίζει και γι’ αυτό το λόγο διοργανώνει καμπάνιες εναντίον των διανοουμένων που υπερασπίζονται τον τσαβισμό. Η πρόσφατη, ευρεία επίθεση από την [αργεντίνικη] εφημερίδα Clarín αποτελεί μια πρόγευση της επίθεσης που ετοιμάζεται για την μετά Μαδούρο περιφερειακή διευθέτηση. [27] Οι σεκταριστές δεν αντιλαμβάνονται αυτό τον κίνδυνο.

Ψευτοεκλογές

Στο άμεσο μέλλον, δύο είναι οι πιθανές πολιτικές επιλογές: η Δεξιά απαιτεί να διεξαχθούν γενικές εκλογές και η κυβέρνηση έχει προκηρύξει εκλογές για Συντακτική Συνέλευση [το άρθρο είναι γραμμένο πριν από τις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση οι οποίες διεξήχθησαν ομαλά -- η αντιπολίτευση δεν συμμετείχε και   κατέφυγε σε ένα άτυπο δημοψήφισμα μια εβδομάδα πριν, χωρίς σοβαρά πολιτικά αποτελέσματα και με πλήθος καταγγελιών για νοθεία, βλ. http://prensa-rebelde.blogspot.gr/2017/07/blog-post_6.html  σ.τ.μ.]. Η αντιπολίτευση θέλει να συμμετάσχει σε εκλογές το αποτέλεσμα των οποίων θα το έχει εξασφαλίσει εκ των προτέρων.

Από τις 19 εκλογικές αναμετρήσεις που έγιναν υπό τις μπολιβαριανές κυβερνήσεις, τις 17 τις κέρδισε το κίνημα του τσαβισμού, ενώ αμέσως αναγνώρισε τις δύο τις οποίες έχασε.  Αντιθέτως, η Δεξιά ουδέποτε αποδέχθηκε τα δυσμενή γι’ αυτήν εκλογικά αποτελέσματα. Πάντα ισχυριζόταν ότι έγινε νοθεία κάποιου είδους ή κατέφευγε σε μποϊκοτάζ. Όταν κέρδιζε δε σε αναπληρωματικές εκλογές ζητούσε αμέσως την πτώση της κυβέρνησης.

Τον Δεκέμβριο του 2015, κέρδισε την πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση και διακήρυξε την ανατροπή του Μαδούρο. Στη συνέχεια, επιχείρησε με διάφορους τρόπους να αγνοήσει το Σύνταγμα της χώρας, ορκίζοντας ακόμη και αντιπροσώπους που είχαν εκλεγεί παράνομα και πλαστογραφώντας υπογραφές σε αιτήματα για την ανάκληση του Μαδούρο.

Οι Καπρίλες, Μπόρχες και Λόπες καλούν τώρα σε ψευτοεκλογές εν μέσω οικονομικού πολέμου και προκλήσεων στους δρόμους. Θέλουν εκλογές τύπου Κολομβίας, όπου στη μια εκλογή μετά την άλλη δολοφονούνται εκατοντάδες λαϊκοί ακτιβιστές. Ελπίζουν να κερδίσουν στις κάλπες όπως στην Ονδούρα κάτω από την πίεση της δολοφονίας της Μπέρτα Κάσερες. Θέλουν το είδος των εκλογών που γίνονται στο Μεξικό πάνω στα νεκρά σώματα δημοσιογράφων, φοιτητών και δασκάλων.

Θα ήταν τρομερό λάθος η συμμετοχή σε εκλογές που σχεδιάζονται για να προετοιμάσουν το νεκροταφείο των τσαβιστών. Ζητείται από τον Μαδούρο να προχωρήσει σε εκλογές μέσα σε ένα κλίμα εμφυλίου πολέμου που θα ήταν απαράδεκτο για οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Η Βενεζουέλα βιώνει μια κατάσταση που έχει κάποια ομοιότητα με τη Νικαράγουα, στο τέλος της πρώτης θητείας των Σαντινίστας στην κυβέρνηση. Η στρατιωτική πολιορκία και οι ελλείψεις είχαν καταβάλει έναν εξαντλημένο πληθυσμό που ψήφισε τη Δεξιά από κόπωση. Σ’ αυτές τις συνθήκες, οι τυπικές εκλογές έχουν προκαθορισμένο νικητή.

Από την άλλη, η σύγκριση με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης δεν έχει νόημα. Η Βενεζουέλα δεν είναι μια μεγάλη δύναμη που κατέρρευσε εσωτερικά στο τέλος μιας μακράς πορείας αποχωρισμού μεταξύ του καθεστώτος και του πληθυσμού. Είναι μια ευάλωτη λατινοαμερικανική χώρα που υφίσταται επίθεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ορισμένοι διανοητές θεωρούν δεδομένο τον καταπιεστικό ρόλο του ιμπεριαλισμού και ισχυρίζονται ότι δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα στην παρούσα κρίση. [28]  Θεωρούν ότι η επίμονη αποκήρυξη της κυριαρχίας του συνιστά ένα «ήδη γνωστό γεγονός» ή μια απλή τελετουργία της Αριστεράς. Ξεχνούν όμως ότι ποτέ δεν είναι άνευ ουσίας το να δίνεται έμφαση στην καταστροφική επίπτωση της επίθεσης από τον Βορρά σε κυβερνήσεις που έχουν γίνει εχθροί της Ουάσιγκτον.

Όλο το φάσμα των πρώην τσαβιστών που υποστηρίζουν τη διεξαγωγή γενικών εκλογών συγχέει τη δημοκρατία με τον φιλελεύθερο ρεπουμπλικανισμό. Έχουν χάσει από το οπτικό τους πεδίο τις μεθόδους με τις οποίες μπλοκάρεται συστηματικά το δικαίωμα της αυτοκυβέρνησης από την αστική συνταγματικότητα.

Αυτό το εμπόδιο αποτελεί την αιτία που τα συνταγματικά καθεστώτα, στη μεγάλη πλειονότητά τους, έχουν χάσει τη νομιμοποίησή τους. Καθίσταται όλο και πιο εμφανές ότι η άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί τα εκλογικά συστήματα για να σταθεροποιήσει την εξουσία της.  Χρησιμοποιεί αυτό το μοχλό ελέγχου για να διοικεί την οικονομία, το δικαστικό σύστημα, τα ΜΜΕ και τον καταπιεστικό μηχανισμό. Η αληθινή δημοκρατία μπορεί να εμφανιστεί μόνο στο πλαίσιο μιας σοσιαλιστικής διαδικασίας μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Είναι αλήθεια ότι ο Μαδούρο ακύρωσε το δημοψήφισμα ανάκλησης, ανέστειλε τις περιφερειακές εκλογές και έθεσε υπό απαγόρευση ορισμένους πολιτικούς της αντιπολίτευσης. Αυτά τα μέτρα αποτελούν μέρος μιας τυφλής αντίδρασης στις προκλήσεις. Αλλά ο ηγέτης των τσαβιστών αντιμετωπίζει μια πολύ μεγαλύτερης σημασίας υποκρισία που επιδεικνύουν οι υπερασπιστές των σημερινών εκλογικών καθεστώτων.

Αρκεί να δει κανείς πώς διεξάχθηκε η διαδικασία παραπομπής της προέδρου της Βραζιλίας από μια ομάδα παράνομων με την κάλυψη  δικαστών και  κοινοβουλευτικών που χειραγωγούν το σύστημα έμμεσης επιλογής προέδρου. Ο ΟΑΣ δεν επενέβη  κατά αυτής της χυδαίας παραβίασης δημοκρατικών αρχών. 

Ούτε αγανάκτησε το κατεστημένο των ΗΠΑ όταν το Εκλογικό Κολέγιο έχρισε πρόεδρο τον Τραμπ που είχε λάβει κάποια εκατομμύρια ψήφους λιγότερες από την Κλίντον. Η  μοναρχία στην Ισπανία ή στην Αγγλία  φαίνεται σαν κάτι φυσιολογικό, όπως και τα αδέξια σχήματα που χρησιμοποιούνται για να χειραγωγούν κάθε γενική εκλογή στο Μεξικό. Η απαραβίαστη δημοκρατία που απαιτούν για τη Βενεζουέλα είναι εντελώς απούσα σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες.

Οι δυνατότητες της Συντακτικής Συνέλευσης

Προφανώς, η καλύτερη ευκαιρία για μια Συντακτική Συνέλευση που θα θέσπιζε σημαντικούς μετασχηματισμούς χάθηκε πριν από μερικά χρόνια. Η παρούσα εκλογή της είναι καθαρά αμυντική, μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η απελπιστική κατάσταση.

Όμως, είναι άχρηστο να μιλά κανείς μόνο για ό,τι δεν έγινε. Υπάρχει χρόνος για αυτούς τους απολογισμούς. Το σημαντικό σήμερα είναι πώς η Συντακτική Συνέλευση θα ανοίξει ξανά δρόμους για την ανάπτυξη της λαϊκής πρωτοβουλίας.

Πριν από το κάλεσμα για την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης, η κυβέρνηση περιοριζόταν στην καθαρά γραφειοκρατική αντιπαράθεση μεταξύ της μιας και της άλλης κρατικής εξουσίας. Βασιζόταν στην πάλη από τα πάνω μέσω της εκτελεστικής εξουσίας ή του Ανώτατου Δικαστηρίου ενάντια στην Εθνοσυνέλευση. Τώρα συγκαλεί επιτέλους την κοινωνική-κοινοτική εξουσία και απομένει να δούμε εάν αυτή η ιδέα θα μεταφραστεί σε πραγματική κινητοποίηση.

Μέσα στο τσαβίστικο κίνημα υπάρχουν πολλά σημάδια ανησυχίας και σκεπτικισμού. Όμως ουδείς μπορεί να επιλέξει τις συνθήκες μέσα στις οποίες αγωνίζεται και το βασικό δίλημμα είναι αν θα συνεχίσει ή αν θα εγκαταλείψει τον αγώνα. Όσοι έχουν αποφασίσει να μην παραδοθούν καλούν στην αναβίωση του λαϊκού σχεδίου.

Κάποια αριστερά ρεύματα που επικρίνουν έντονα τη διαχείριση του Μαδούρο πιστεύουν ότι η σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης θα μπορούσε να εξαπολύσει και πάλι τη δυναμική των κομμούνων ενάντια στις γραφειοκρατικές λειτουργίες. [29] Βλέπουν τη Συντακτική Συνέλευση ως ατελές εργαλείο για να ελευθερωθούν από τη διαμάχη με τους διεφθαρμένους, αστικοποιημένους παράγοντες και τους μπουρζουάδες που υπάρχουν μέσα στον τσαβισμό.

Η Συντακτική Συνέλευση θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει στο ξεπέρασμα του αδιεξόδου των τελευταίων μηνών ανάμεσα στις αιματηρές ταραχές της αντιπολίτευσης και στις κινητοποιήσεις των οπαδών της κυβέρνησης. Αν επιφορτιστεί με τα κατάλληλα καθήκοντα θα μπορούσε να διασπάσει το μέτωπο της αντιπολίτευσης, να διαχωρίσει τους δυσαρεστημένους από τους φασίστες.

Αλλά είναι φανερό ότι χωρίς δραστικά μέτρα στους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας, η Συντακτική Συνέλευση θα είναι άδειο κέλυφος.  Εάν η καταστροφή στην παραγωγή δεν αναχαιτιστεί με την εθνικοποίηση των τραπεζών, του εξωτερικού εμπορίου και με την απαλλοτρίωση των σαμποτέρ, δεν θα υπάρξει ανάκαμψη της λαϊκής υποστήριξης.

Τα μέτρα ανακούφισης που επιχειρήθηκαν προκειμένου να αυξηθεί η συμμετοχή των οργανώσεων βάσης στην κατανομή των τροφίμων είναι ανεπαρκή. Δεν μπορούν πλέον να αναβάλλονται τα ριζοσπαστικά μέτρα.

Όποια κι αν είναι η εναλλακτική, δεν θα είναι καθόλου εύκολο να ανακατευθυνθεί η οικονομία μετά από τόσα λάθη που έγιναν όσον αφορά το χρέος, τη δημιουργία των ειδικών οικονομικών ζωνών ή την ανοχή στη φυγή κεφαλαίων.

Ο Τσάβες πέτυχε μια μεγάλη ανακατανομή των προσόδων μέσω νέων μεθόδων λαϊκής πολιτικοποίησης, αλλά δεν κατάφερε να θέσει τα θεμέλια μιας διαδικασίας εκβιομηχάνισης. Συγκρούστηκε με τους καπιταλιστές της αντιπολίτευσης, αλλά όχι με την  αστική τάξη που ενδημούσε στην μπολιβαριανή διαδικασία και δεν μπόρεσε να απενεργοποιήσει τη ραντιέρικη κουλτούρα που υπονόμευε όλες τις προσπάθειες να οικοδομηθεί μια παραγωγική οικονομία. Το ότι δεν τολμήθηκε η ρήξη με την καπιταλιστική δομή εξηγεί τα δυσμενή αποτελέσματα.

Το σημερινό πλαίσιο είναι πιο δύσκολο, λόγω της μεγάλης πτώσης των τιμών του πετρελαίου και της παρεμπόδισης των σχεδίων περιφερειακής ολοκλήρωσης μετά την επανάκαμψη των αντιδραστικών δυνάμεων σε άλλες χώρες της περιοχής. Όμως, θα έπρεπε να σημειωθεί επίσης ότι όλες οι επαναστατικές διαδικασίες απογειώνονται μέσα σε δυσμενείς συνθήκες και η Συντακτική Συνέλευση μπορεί να παράσχει ένα πλαίσιο για την ανάκτηση της πρωτοβουλίας.

Κάποιοι επικριτές της Συντακτικής Συνέλευσης προβάλλουν ενστάσεις για τον τρόπο εκλογής των αντιπροσώπων από εργασιακούς τομείς και κοινότητες. Λένε ότι με αυτή τη μορφή η «συνέλευση θα είναι επισφαλής, κορπορατιστική ή μη νομιμοποιημένη». [30]  Και σ’ αυτή την περίπτωση επαναλαμβάνεται η υιοθέτηση του συμβατικού συνταγματισμού  που προβάλλει  η Δεξιά (όταν τη συμφέρει). Η απαίτηση αυτή δεν εκπλήσσει όταν προέρχεται από σχολιαστές του κατεστημένου, αλλά είναι ενοχλητική όταν προέρχεται από ενθουσιώδεις της ρωσικής επανάστασης.

Ύστερα από τρεις δεκαετίες μεταδικτατορικών καθεστώτων, πολλοί έχουν ξεχάσει την υποκριτικότητα της αστικής δημοκρατίας. Θα πρέπει να υπενθυμιστεί πώς ο Λένιν και ο Τρότσκι υπερασπίστηκαν το 1917 τη νομιμότητα των σοβιέτ και απέσυραν την αναγνώριση της Συντακτικής Συνέλευσης που είχε έλθει σε αντίθεση με την επαναστατική εξουσία.

Βεβαίως, το πλαίσιο της Βενεζουέλας σήμερα είναι πολύ διαφορετικό. Ωστόσο, η μπολσεβίκικη επανάσταση δεν μας δίδαξε μόνο πώς να λαμβάνουμε υπόψη το κοινωνικό υπόβαθρο, τις ταξικές συγκρούσεις και τα συμφέροντα που διακυβεύονται, αλλά μας έδειξε επίσης έναν δρόμο για να αφήσουμε πίσω την υποκρισία του αστικού φιλελευθερισμού και επιβεβαίωσε ότι πράξεις ισχύος εναντίον της αντίδρασης  αποτελούν μέρος της αντιπαράθεσης με τη δεξιά βαρβαρότητα.

Η Αριστερά οφείλει να πει εάν συγκλίνει με την αντιπολίτευση στο μποϊκοτάζ ή αν θα συμμετάσχει στη Συντακτική Συνέλευση. Επίσης, υπάρχει μια τρίτη επιλογή με πολύ μικρό ακροατήριο: “ναι, όχι και εντελώς αντίθετα».

Στην υπόλοιπη περιοχή της Ν. Αμερικής υπάρχει ανάγκη για επίδειξη αλληλεγγύης προς τη Βενεζουέλα. Όπως κατά την ειδική περίοδο στην Κούβα, πρέπει να βάλουμε πλάτη για να γυρίσει ο τροχός σε δύσκολες καταστάσεις. Ας ελπίσουμε ότι πολλοί compañeros θα υιοθετήσουν αυτή την προσέγγιση προτού είναι πολύ αργά.

Ανασύνταξη στους κόλπους των διανοουμένων

Η Βενεζουέλα δεν δίνει μόνο αφορμή για έντονες συζητήσεις. Έχει προκαλέσει σημαντικές ανασυντάξεις διανοουμένων που ενστερνίζονται αντιτιθέμενα αιτήματα. Αυτή η τοποθέτηση ήταν πιο σχετική από τις αμφιλεγόμενες λεπτομέρειες των διαφορετικών διακηρύξεων. Κατέληξε σε μια μεγάλη διαίρεση μεταξύ στρατοπέδων.

Το κείμενο του REDH που αντικρούει το σοσιαλδημοκρατικό κάλεσμα συμπληρώθηκε και από άλλες εντυπωσιακές απαντήσεις. [31] Η πολιτική οριοθέτηση ήταν ταχύτατη.

Παρά την ένταση που δημιουργήθηκε από αυτά τα μανιφέστα, αρκετοί υπογράφοντες ζητούν να συνεχιστεί ο αδελφικός διάλογος. Είναι μεν κάτι απαραίτητο, αλλά οι αγανακτισμένες αντιδράσεις εξηγούνται από όσα διακυβεύονται. Εάν επικρατήσει η Δεξιά, θα υπάρξει πληθώρα χρόνου για θρήνους και σεμινάρια που θα διερευνούν τι ακριβώς συνέβη.

Εφόσον η σοσιαλδημοκρατική δήλωση περιέχει την κλήση για ειρήνευση, πολλοί διανοητές βασίστηκαν σ’ αυτήν με την αυθόρμητη ελπίδα ότι θα μετριαστεί η βία. Εξετάζοντας πιο προσεκτικά το περιεχόμενο του ντοκουμέντου, ορισμένοι απέσυραν την υποστήριξή τους και άλλοι τη διατήρησαν με αμυντικά επιχειρήματα -- τονίζοντας την αλληλεγγύη τους με την μπολιβαριανή διαδικασία ή επισημαίνοντας τις διαφορές τους με άλλους υπογράφοντες.

Όμως, το πιο σημαντικό ήταν η ταχεία και γενικευμένη αντίδραση που ξεσήκωσε το αντι-τσαβίστικο ντοκουμέντο και η έντονη απόρριψη της σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης που αναπαρήγαγε. Αυτή η ενστικτώδης αντίδραση οδήγησε σε μια αιφνίδια σύγκλιση μεταξύ αριστερών διανοουμένων και ριζοσπαστικού εθνικισμού. Εάν αυτή η διασύνδεση σταθεροποιηθεί, στη Βενεζουέλα θα αναβιώσει η συνάντηση της κριτικής σκέψης με τις επαναστατικές παραδόσεις της Λατινικής Αμερικής.

Ο Claudio Katz είναι οικονομολόγος, ερευνητής στο Εθνικό Συμβούλιο Επιστημονικής και Τεχνικής Έρευνας της Αργεντινής. (CONICET), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και μέλος της ομάδας Οικονομολόγοι της Αριστεράς (EDI). Η ιστοσελίδα του όπου πρωτοπαρουσιάστηκε το παρόν άρθρο [στις 12 Ιουνίου 2017]  είναι katz.lahaine.org.

Μεταφράστηκε στην αγγλική από τον Richard Fidler (με τη βοήθεια του Federico Fuentes) και δημοσιεύτηκε πρώτα στο Life on the Left.

Notes

1. Marco Teruggi, “Radiografía de la violencia en Venezuela,” El Telégrafo 14-5-2017.

2. Pablo Siris Seade, “Las nuevas víctimas de las guarimbas en Venezuela,” Rebelion, 20-5-2017.

3. Guillermo Cieza, “La derrota política de la derecha venezolana,” Resumen, 7-6-2017.

4. Atilio Boron, “Venezuela sumida en la guerra civil,” Jornada, 26-5-2017; “La ‘oposición democrática’ en Venezuela: peor que el fascismo,” Cuba Debate, 25-4-2017.

5. Carlos Aznárez, “La cuestión es impedir que el fascismo se adueñe de Venezuela,” Resumen, 22-5-2017.

6. Manu Pineda, “La mentira como herramienta de guerra en Venezuela,” El Diario, 29-5-2017.

7. Marco Teruggi, “Análisis del esquema de la ofensiva paramilitar,” Hastaelnocau, 24-5-2017.

8. Luigino Bracci Roa, «Lista de fallecidos por las protestas violentas de la oposición venezolana, abril a junio de 2017,” Alba Ciudad, 9-6-2017.

9. Manuel Humberto Restrepo Domínguez, “46 líderes asesinados evidencian una política del horror,” America Latina en Movimiento, 22-5-2017.

10. TRIAL International, “Informe de seguimiento presentado al Comité contra la Desaparición Forzada,” 2-2-2017.

11. TelsurTV “Asesinan a Berta Cáceres, líder indígena de Honduras,” 3-3-2016.

12. Marco Teruggi, “Llegó la hora Venezuela,” Resumen, 28-5-2017.

13. Guillermo Cieza, «La derrota política de la derecha venezolana,” Resumen 7-6-2017.

14. Simón Rodríguez Porras, “Nueve errores de Claudio Katz sobre Venezuela,” La Clase, 11-5-2017.

15. Ángel Guerra Cabrera, “Venezuela, situación de peligro,” La Pupila Insomne, 25-5-2017. Επίσης Telma Luzzani, “El plan destituyente del Pentágono y el secretario de la OEA,” Tiempoar, 30-3-2017.

16. Simón Rodríguez Porras, “Nueve errores de Claudio Katz sobre Venezuela,” La Clase, 11-5-2017.

17. Simón Rodríguez Porras, “Nueve errores de Claudio Katz sobre Venezuela,” La Clase, 11-5-2017.

18. Edgardo Lander, “Sociólogo venezolano cuestiona la ‘solidaridad incondicional’de la izquierda latinoamericana con el chavismo,” La Diaria, 23-3-2017.

19. Maristella Svampa, “Carta Abierta al Campo Militante Prochavista de la Argentina,” La Tecla Ene, 5-6-2017.

20. Maristella Svampa and Roberto Gargarella, “El desafío de la izquierda, no callar,” Pagina 12, 8-5-2017.

21. VVAA, “Llamado Internacional Urgente a detener la escalada de violencia en Venezuela,” CETRI, 30-5-2017.

22. VVAA, “¿Quién acusará a los acusadores?,” REDH, 5-6-2017.

23. Maristella Svampa, “Carta Abierta al Campo Militante Prochavista de la Argentina,” La Tecla Ene, 5-6-2017.

24. Simón Rodríguez Porras, “Nueve errores de Claudio Katz sobre Venezuela,” La Clase, 11-5-2017.

25. Nuevo MAS, “Bajo la consigna “Fuera Maduro” escandaloso acto en Buenos Aires de un sector del FIT en apoyola derecha golpista venezolana.”

26. Jorge Altamira, “Constituyente ‘a la Maduro’,” 18-5-2017.

27. Gustavo Bazzan, “El reclamo de Atilio Borón a Nicolás Maduro para “aplastar” a la oposición en Venezuela,” Clarin Mundo, 30-5-2017.

28. Carlos Carcione, “Las “lecciones” de algunos intelectuales de la izquierda: ¿Quiénes son los sepultureros del proceso bolivariano?,” Question Digital, 16-5-2017.

29. Stalin Pérez Borges, “Movimiento EN LUCHAS: la convocatoria a la Asamblea Nacional Constituyente es un reto que debemos asumir,” Aporrea, 9-5-2017.

30. Gustavo Giménez, “Venezuela: una Constituyente trucha,” MST, 11-5-2017.

31. VVAA, “Declaración sobre Venezuela: Intelectuales en solidaridad con el pueblo bolivariano,” 5-6-2017. Επίσης, “LUCHAS y otras organizaciones se pronuncian por una salida democrática, revolucionaria y socialista a la crisis venezolana.”

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Διαβάστε περισσότερα...

Κυβέρνηση και εφοπλιστές βάζουν πλώρη για δημιουργία νηολογίου με σημαία ευκαιρίας το Αγ. Όρος

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΠΕΝΕΝ

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΦΟΠΛΙΣΤΕΣ ΒΑΖΟΥΝ ΠΛΩΡΗ ΓΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

ΔΕΥΤΕΡΟΥ – ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΥ ΝΗΟΛΟΓΙΟΥ ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ!!!

ΟΙ ΜΕΘΟΔΕΥΣΕΙΣ ΑΥΤΕΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΟ ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΟ ΚΤΥΠΗΜΑ

ΤΙΣ ΕΝΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΩΝ

Η κυβέρνηση «πρώτη φορά αριστερά» και ο αρμόδιος Υπουργός Π. Κουρουμπλής δίνουν καθημερινά ρεσιτάλ υποταγής στο παρασιτικό εφοπλιστικό κεφάλαιο το οποίο διαρκώς τόσο επίσημα όσο και ανεπίσημα επιδιώκει να αποσπάσει νέα προκλητικά προνόμια για να ενισχύσει και να διευρύνει το καθεστώς της επιχειρηματικής του ασυδοσίας.

Τέτοιο κατάντημα και τέτοια κατρακύλα στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα της Ναυτιλίας με την διολίσθηση σε θέσεις που δεν τόλμησαν να διατυπώσουν ούτε τα παραδοσιακά αστικά κόμματα (Ν.Δ – ΠΑΣΟΚ) προφανώς δεν τις περίμενε ούτε καν το ίδιο το εφοπλιστικό λόμπυ πριν μερικά χρόνια.

Και όμως, ο λαλίστατος και πολυπράγμων πρώην Υπουργός του βαθέως ΠΑΣΟΚ και σήμερα ηγετικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης Τσίπρα, έχει βάλει στοίχημα να ξεπεράσει στην υλοποίηση των αντιλαϊκών πολιτικών τόσο το εφοπλιστικό κατεστημένο όσο και τα άλλα συστημικά κόμματα που παρακολουθούν αμήχανα την οβιδιακή μεταλλαγή και μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κυβερνητικό κόμμα νεοφιλελεύθερης πολιτικής και μιας διακυβέρνησης η οποία υπηρετεί τυφλά και πιστά το μοντέλο της ανταγωνιστικότητας του εφοπλιστικού κεφαλαίου.

Τελευταία επιτεύγματα του κ. Κουρουμπλή, ο οποίος συνεχώς ανοίγει νέους και “καινοτόμους” δρόμους πάντα όμως για την διεύρυνση της εφοπλιστικής ασυδοσίας, είναι η «επαναστατική» ιδέα, έτσι την αποκάλεσε η εφημερίδα που είχε το αποκλειστικό ρεπορτάζ «Το παρόν της Κυριακής» στις 30/7/2017, για την δημιουργία δεύτερου νηολογίου της χώρας μας το οποίο θα έχει ως σημαία ευκαιρίας το Άγιο Όρος!! Ο ίδιος έδωσε νέα συνέχεια σε δισέλιδη συνέντευξή του στην «ΕΦΣΥΝ» στις 26/8/2017 όπου εκθείαζε το υποτιθέμενο έργο του ως  Υπουργός Ε.Ν και αναλύει γιατί θα πρέπει η κυβέρνηση να πάρει την σχετική πρωτοβουλία διατυπώνοντας το περισπούδαστο επιχείρημα ότι «αυτή την στιγμή η ελληνόκτητη ναυτιλία έχει 5000 πλοία από τα οποία μόνο τα 750 πλοία είναι στην ελληνική σημαία. Αυτή η πραγματικότητα δεν με αφήνει αδιάφορο»!!!

Κατά συνέπεια μια πρόταση η οποία θα αντιμετώπιζε με τους ίδιους όρους ανταγωνισμού τα δεύτερα νηολόγια σημαιών ευκαιρίας θα καθιστούσε εφικτή την επάνοδο των ελληνόκτητων πλοίων στην χώρα μας έστω και σε δεύτερο νηολόγιο….. Μάλιστα ο ίδιος βάζει ως στόχο έως το 2020 τα πλοία ελληνικής σημαίας να ξεπεράσουν τα 1.000 και οι θέσεις εργασίας σε αυτά να ανέλθουν στις 10.000για τους έλληνες  Ναυτεργάτες. Ο ίδιος δε Υπουργός έχει διαπρέψει σε ανάλογες «ρηξικέλευθες» ιδέες τις οποίες με κάθε ευκαιρία προβάλει όπως π.χ για να δημιουργηθεί ελληνικό νησί με αφορολόγητα είδη για τα κρουαζιερόπλοια ή να δοθούν όλα τα ελληνικά λιμάνια (με σύμβαση παραχώρησης) στις πολυεθνικές της κρουαζιέρας, μάλιστα στην Βουλή ανέφερε προς Βουλευτή της Ν.Δ ότι θα εξετάσει στην περίπτωση αυτή το νησί της Σαμοθράκης,   ενώ ταυτόχρονα δηλώνει την βούληση του ίδιου και της κυβέρνησης να προχωρήσει σε φτιασιδώματα και μερεμέτια στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο της Ακτοπλοΐας χωρίς να θίξει στο ελάχιστο τα προνόμια της ιδιωτικής εφοπλιστικής πρωτοβουλίας στον ευαίσθητο τομέα των Ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών. Μάλιστα δηλώνει περιχαρής και με περίσσια θρασύτητα ότι τα 80 εκατομμύρια ευρώ που διατίθενται από το κράτος σε ετήσια βάση για τους εφοπλιστές της Ακτοπλοΐας «δεν πηγαίνουν πλέον στους εφοπλιστές όπως παλιά αλλά στους κατοίκους των νησιών»! Προφανώς τα ακτοπλοϊκά πλοία τα εκμεταλλεύονται οι κάτοικοι των νησιών, αυτοί διαμορφώνουν πανάκριβα ναύλα, αυτοί αποκομίζουν τα υπερκέρδη των ακτοπλοϊκών πλοίων……

Τέτοιες και άλλες πολλές ξεδιάντροπες και εξοργιστικές τοποθετήσεις δίνουν το στίγμα και την κατεύθυνση της «νέας κυβερνητικής ναυτιλιακής πολιτικής» η οποία όχι μόνο δεν είναι νέα αλλά αντίθετα είναι στην ίδια γραμμή με τους προκατόχους του και μάλιστα πιο προωθημένη, στην πολιτική κατεύθυνση να ενισχυθεί το εφοπλιστικό κεφάλαιο και να διευρυνθεί η θεσμική θωράκιση στην ανεξέλεγκτη επιχειρηματική του ασυδοσία.

Τώρα τι σχέση έχουν οι παραπάνω νεοφιλελεύθερες απόψεις με τις προεκλογικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για δημόσιες Ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες και δημόσια Ακτοπλοϊκή εταιρία για την αναβάθμιση των Ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών και άλλα τινά που διεκήρυττε και πρόβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ, αρμόδιοι να απαντήσουν είναι ο Τσίπρας, ο Δραγασάκης, ο Σταθάκης, ο Φλαμπουράρης, ο Δρίτσας και ο Κουρουμπλής….

Για να επανέλθουμε όμως μετά από αυτήν την αναγκαία παρένθεση, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ορισμένα πράγματα σχετικά με τα δεύτερα ή παράλληλα νηολόγια. Πρώτον οι επίσημοι εκπρόσωποι και φορείς του ελληνικού εφοπλισμού ποτέ έως και σήμερα δημόσια δεν διατύπωσαν θέσεις και προτάσεις για την δημιουργία δεύτερου νηολόγιου αλλά ούτε ακόμη και τα αστικά κόμματα που άσκησαν την διακυβέρνηση στην χώρα μας.

Αυτό όχι γιατί τιμούν, σέβονται την εθνική σημαία, το ελληνικό νηολόγιο, ή πολύ περισσότερο θέλουν την σύνδεση του ελληνικού πλοίου με την οικονομία και την χώρα μας. Τέτοιες περίεργες και παράτυπες ιδέες και προβληματισμοί δεν στέκουν στα πλαίσια του εφοπλιστικού κεφαλαίου….

Η βασική στρατηγική των επίσημων οργάνων τόσο της Ε.Ε.Ε όσο και του Committee(Λονδίνο) ήταν και παραμένει η ελληνική σημαία και μέσω αυτής να διαμορφώσουν ένα πλήρες ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο για την προσέλκυση και την επαναφορά των πλοίων στο ελληνικό νηολόγιο.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό έχει επιτευχθεί με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, σε σύγκριση πάντα με τα άλλα παραδοσιακά εθνικά νηολόγια των χωρών της Ευρώπης, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κάποιες διαφορές σε σύγκριση κυρίως με τα πλοία σημαιών ευκαιρίας και λιγότερο με τα δεύτερα νηολόγια.

Ταυτόχρονα οι εφοπλιστές της ποντοπόρου ναυτιλίας, με πρώτο διδάξαντα τον νυν Πρόεδρο της Ε.Ε.Ε, έχουν εδώ και πολλά χρόνια εγκαινιάσει ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο (πλήρως νομιμοποιημένο στην χώρα μας) σύμφωνα με το οποίο τον μεγαλύτερο αριθμό πλοίων τον έχουν σε ξένες σημαίες ευκολίας και έναν πολύ μικρό αριθμό στην ελληνική σημαία!!

Με τον τρόπο αυτό επωφελούνται διπλά, στα πλοία που διατηρούν στα ευκαιριακά νηολόγια εξασφαλίζουν μικρότερο κόστος ενώ με την συμβολική συμμετοχή στο εθνικό νηολόγιο απολαμβάνουν και αξιοποιούν στο έπακρο την αξιοπιστία που έχει η ελληνική σημαία η οποία θεωρείται ανάμεσα στις πλέον ασφαλείς και φερέγγυες. Παράλληλα στην ελληνική σημαία απολαμβάνουν μιας τεράστιας στήριξης και συμπαράστασης από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις στα διεθνή φόρα που χαράσσονται και αποφασίζονται θέματα ναυτιλίας τόσο διεθνώς όσο και περιφερειακά (ΙΜΟ – ΔΓΕ – Ευρωπαϊκή Ένωση) ενώ και τα προνόμια που απολαμβάνουν από το εθνικό νηολόγιο σε πολλές περιπτώσεις είναι κατά πολύ ευνοϊκότερα από τα δεύτερα νηολόγια.

Αυτοί είναι οι σημαντικότεροι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν το ελληνικό εφοπλιστικό λόμπυ να μην προκρίνει έως και σήμερα το δεύτερο νηολόγιο ως επιχειρηματική επιλογή.

Κατά συνέπεια από πού προκύπτει η αναγκαιότητα αλλά και η σπουδή του Υπουργού Ε.Ν για δεύτερο νηολόγιο;

Όπως έχει δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα (εφημερίδες και ιστοσελίδες) ο Υπουργός Ε.Ν στο διάστημα της θητείας του έχει πραγματοποιήσει πλήθος επαφών και συναντήσεων όχι μόνο με τα θεσμοθετημένα όργανα των εφοπλιστών, με την Ε.Ε.Ε και το Committee (στο Λονδίνο ήδη έχει πραγματοποιήσει 3 ταξίδια…) αλλά και με συγκεκριμένους επώνυμους εφοπλιστές οι οποίοι έχουν στο σύνολο των πλοίων τους σημαίες ευκαιρίας και ταυτόχρονα διατηρούν αμιγή χαμηλόμισθα πληρώματα ενώ η πραγματική επιχειρηματική τους έδρα βρίσκεται στην Ελλάδα.  Αυτοί οι μεμονωμένοι εφοπλιστές απέρριψαν κάθε ιδέα περί επιστροφής στο εθνικό νηολόγιο και απαίτησαν ότι μόνο με τα ισχύοντα των σημαιών ευκαιρίας θα μπορούσαν να εξετάσουν ενδεχόμενα την επιστροφή σε ελκυστικό νηολόγιο και ας είχε αυτό οποιοδήποτε όνομα……

Μάλιστα στέλεχος μιας τέτοιας εταιρείας δημοσιοποίησε πρόσφατα την άποψη για κατάργηση της υφιστάμενης Σύμβασης των Ναυτεργατών στην ποντοπόρο ναυτιλία, την ίδρυση ιδιωτικών σχολών εμπορικού ναυτικού για τους Αξιωματικούς και την επιτυχή έκβαση των συνομιλιών στις Βρυξέλλες αναφορικά με τα φορολογικά προνόμια των εφοπλιστών ως προϋπόθεση για προσέλκυση πλοίων στο εθνικό νηολόγιο.

Και τα τρία αποτελούν θέσεις των επίσημων οργάνων του εφοπλισμού και αποσκοπούν από την μια να τσακίσουν τα εργασιακά δικαιώματα των Ναυτεργατών και από την άλλη μέσω της ιδιωτικοποίησης των σχολών να παράγουν χιλιάδες νέους αξιωματικούς ώστε αυξάνοντας την ζήτηση στην αγορά ναυτικής εργασίας να ρίξουν τους μισθούς που αποτελεί τον διακαή πόθο των εφοπλιστών, οι οποίοι ορισμένοι από αυτούς αναγνωρίζουν την συμβολή τους και γνωρίζουν άριστα την επαγγελματική τους επάρκεια και κυρίως ότι με το ελληνικό πλήρωμα έχουν πολλαπλά οφέλη στην ασφάλεια, στην συντήρηση κ.λπ των πλοίων τους….. Όσον αφορά τα φορολογικά προνόμια υπάρχει πλήρης ταύτιση κυβέρνησης και εφοπλιστών…..

Το τμήμα αυτό του εφοπλιστικού κεφαλαίου που διατηρεί τον στόλο του στα ευκαιριακά νηολόγια και έχει σε μακροχρόνια βάση σημαίες ευκαιρίας, μόνο και εφόσον κατοχυρωθεί  το πλέον ξεφωνημένο προνομιακό νηολόγιο μπορεί να τους οδηγήσει στην αλλαγή σημαίας έχοντας ως κίνητρο τα νέα προνόμια στην άσκηση της επιχειρηματικής ναυτιλιακής δραστηριότητας.

Η προσήλωση και η υποταγή στα συμφέροντα και στην ανταγωνιστικότητα του εφοπλιστικού κεφαλαίου η μηδενική γνώση και η αλαζονεία της κυβέρνησης και του κ. Κουρουμπλή πού οδηγεί με αυτούς τους σχεδιασμούς;        

Είναι προφανές ότι η οποιαδήποτε απόπειρα δημιουργίας δεύτερου νηολογίου θα οδηγήσει με απόλυτη βεβαιότητα στην ραγδαία συρρίκνωση των πλοίων με ελληνική σημαία και παράλληλα στην απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας ελλήνων Ναυτεργατών που απασχολούνται ακόμη στα υπό ελληνική σημαία πλοία στην ποντοπόρο ναυτιλία.  Παράλληλα η χώρα θα «απολαμβάνει» την θλιβερή εικόνα μιας σημαίας ευκαιρίας η οποία θα είναι ανυπόληπτη και αναξιόπιστη!!!    

Παράλληλα τυχόν αποδοχή και υλοποίηση του σχεδιασμού για το δεύτερο νηολόγιο θα έχει ολέθριες συνέπειες όχι μόνο στην κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας των ελλήνων Ναυτεργατών και στην απόλυτη επικράτηση της μαύρης ανασφάλιστης εργασίας στην ποντοπόρο ναυτιλία, αλλά θα επιφέρει την χαριστική βολή στο ετοιμόρροπο ασφαλιστικό σύστημα των Ναυτεργατών. Επίσης θα οδηγήσει στην ραγδαία μείωση των μισθών, θα συρρικνώσει και αυτά τα ελάχιστα φορολογικά έσοδα για τα δημόσια ταμεία, θα μειώσει τα επίπεδα ασφάλειας των πλοίων στο δεύτερο νηολόγιο σημαίας Αγίου Όρους.

Κατά συνέπεια είναι μύθος και αυταπάτη η προσδοκία για οφέλη της χώρας από το δεύτερο νηολόγιο και αυτοί που δίνουν εντολές και υπαγορεύουν ανάλογες μελέτες, εάν δεν είναι αδαείς, βάζουν φαρδιά – πλατιά την υπογραφή τους για να υπηρετήσουν μονομερώς τα πιο ακραία εφοπλιστικά συμφέροντα και μόνο…..         

Σημειώνουμε ότι τα δεύτερα ή παράλληλα νηολόγια δημιουργήθηκαν σε μια σειρά χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης στην δεκαετία του 1980 ως εναλλακτική απάντηση του εφοπλιστικού κεφαλαίου των χωρών αυτών προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό των σημαιών ευκαιρίας τον οποίο είχαν εγκαινιάσει οι έλληνες εφοπλιστές πριν τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο!!

Τα δεύτερα νηολόγια εκμεταλλεύτηκαν καλύτερους όρους με αισθητά μειωμένο κόστος (έναντι των εθνικών σημαιών) στην επάνδρωση των πληρωμάτων και στην φορολογία ενώ ο συμβολισμός της σημαίας σε κάποιο νησί αυτών των χωρών αποσκοπούσε να μην αποκοπούν από τις χώρες τους, να έχουν πρόσβαση στα εθνικά φορτία, να μην έχουν συνδικαλιστικά την σύγκρουση με το συνδικαλιστικό κίνημα στον τομέα των μεταφορών, να εξακολουθήσουν να έχουν την διεθνή υποστήριξη των χωρών προέλευσης των εφοπλιστών (Ηνωμένο Βασίλειο – Βερμούδες/Κάιμαν, ΗΠΑ – Νήσοι Μάρσαλ, Πορτογαλία – Μαδέϊρα, Γαλλία – Ανταρκτική, Ισπανία – Κανάρια νησιά, Ολλανδία – Αντίλλες, Νορβηγία – NIS, Δανία – DIS, Γερμανία – GIS) ενώ και σε ζητήματα που αφορούσαν την ασφάλεια, την συντήρηση κ.λπ προφανώς ήταν ασύγκριτα σε ποιοτικότερο επίπεδο από αυτά των σημαιών ευκαιρίας.

Τα σχετικά στατιστικά στοιχεία για την εξέλιξη αυτών των νηολογίων δείχνουν ότι σε καμιά χώρα δεν μπόρεσαν να συγκεντρώσουν (παρά τις ευνοϊκότερες ρυθμίσεις) την πλειονότητα του στόλου της χώρας τους.

Επίσης πρέπει να υπογραμμίσουμε με τον πιο σαφή τρόπο ότι τα δεύτερα νηολόγια που θεσπίστηκαν σε χώρες κυρίως της Ευρώπης (Νορβηγίας, Αγγλίας, Δανίας, Γερμανίας, Γαλλίας, Ισπανίας) υπήρχαν σε αυτές και υπάρχουν ακόμη ορισμένες ιδιαιτερότητες τις οποίες έχουμε πολλές αμφιβολίες εάν τις προσμετρούν και τις υπολογίζουν (από την σχετική έκθεση που δημοσιοποιήθηκε στην εφημερίδα «Παρόν» προκύπτει ακριβώς το αντίθετο) οι χώρες αυτές (Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία κ.λπ) είχαν και έχουν εθνικά φορτία, γεγονός που διαμορφώνει ισχυρές δεσμεύσεις σε εθνικό επίπεδο σε ότι αφορά την σημαία του πλοίου….

Στοιχείο που δεν υπάρχει σε ελληνικό επίπεδο ενώ από την άλλη μία παράμετρος που φαίνεται αγνοούν τόσο οι εμπνευστές όσο και οι εντολοδόχοι της σχετικής μελέτης είναι ότι οι χώρες αυτές ποτέ δεν είχαν παραδοσιακά ισχυρό και μαζικό αριθμό εθνικών Ναυτεργατών, σε αντίθεση με την χώρα μας και τέλος ρόλο και συμβολή είχε και ο ρεφορμιστικός κατήφορος των Ναυτεργατικών συνδικάτων αυτών των χωρών που επισφραγίστηκε με την συνυπογραφή ουσιαστικά αυτών των συμφωνιών ή με την σιωπηρή αποδοχή τους!!!   

   Εξάλλου αυτές οι κυρίαρχες εξωνημένες συνδικαλιστικές ηγεσίες εθνικών συνδικάτων και ITF τερμάτισαν την οποία συνδικαλιστική δράση ενάντια στα πλοία σημαιών ευκολίας και υπέγραψαν και υπογράφουν τις κατάπτυστες συμβάσεις ρατσιστικού χαρακτήρα που κατοχυρώνουν την διάκριση στους όρους εργασίας και στην αμοιβή, ανάλογα με την χώρα προέλευσης των Ναυτεργατών, και σε αντάλλαγμα το εφοπλιστικό κεφάλαιο τους εξασφαλίζει πολλά εκατομμύρια ευρώ για την υποτιθέμενη προστασία για τους χαμηλόμισθους αλλοδαπούς ναυτικούς.... Αυτό διευκολύνει τα μέγιστα κυρίως στην εξάπλωση των σημαιών ευκαιρίας.

     Ο Τσίπρας, ο Κουρουμπλής και άλλοι πολλοί ακόμη κυβερνητικοί παράγοντες, μπορεί με την εφοπλιστόδουλη πολιτική τους να παίρνουν εύσημα από το τυχοδιωκτικό εφοπλιστικό κεφάλαιο, μπορεί να μιλάνε για προσαρμογή «στον ρεαλισμό και στην κρατούσα πραγματικότητα στο ναυτιλιακό γίγνεσθαι», όμως οι Έλληνες Ναυτεργάτες πού γνωρίζουν και έχουν βιώσει στο πετσί τους τον επαγγελματικό διωγμό που συντελέστηκε σταδιακά τις δεκαετίες 1980-1990 στην ποντοπόρο και κρουαζιερόπλοιο ναυτιλία, που αφελληνίστηκαν στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των εφοπλιστών, πίσω από την δημιουργία δεύτερου νηολογίου "Μount Athos International ShipRegistry" διακρίνουν για άλλη μία φορά ότι τα αποτελέσματα για αυτούς θα είναι οδυνηρά και καταστροφικά.

Είναι προφανές ότι ηγεσία της "πρώτης φοράς Αριστερά" που ανέλαβε το 2015 για να υπερασπίσει τα συμφέροντα της αστικής τάξης και του εφοπλιστικού κατεστημένου ότι με αυτούς τους σχεδιασμούς ανοίγει την κερκόπορτα της διάλυσης του Ελληνικού ναυτεργατικού δυναμικού, όχι μόνο στην ποντοπόρο ναυτιλία αλλά και σε όλες τις άλλες κατηγορίες πλοίων που οι πλοιοκτήτριες εταιρείες θα αναζητήσουν καταφύγιο και σημαία ευκαιρίας για να πετύχουν τους στόχους τους για την απόκτηση των νέων προνομίων τους. Η κυβέρνηση έχει πάρει τις αποφάσεις της, έχει κάνει τις επιλογές της, έχει ταχθεί με τα συμφέροντα των λίγων, που δεν είναι άλλα από αυτά του μεγάλου κεφαλαίου. Αυτό είναι που την στηρίζει ποικιλοτρόπως και το αποδεικνύει καθημερινά.

Ο λαός, η εργατική τάξη, οι μικρομεσαίοι πρέπει να γυρίσουν την πλάτη σε αυτή την βάρβαρη και καταστροφική πολιτική που διαμορφώνει κοινωνικά ερείπια, που φτωχοποιεί μεγάλα κοινωνικά λαϊκά στρώματα και οδηγεί σε συνθήκες και πλαίσιο βαρβαρότητας για την συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας.

Το Ναυτεργατικό αγωνιστικό και ταξικό κίνημα δεν θα υποκύψει και δεν θα παραδοθεί, δεν πρόκειται να βάλει πλάτη σε μία αντιλαϊκή πολιτική που γκρεμίζει και ισοπεδώνει τις κατακτήσεις του, οφείλει και πρέπει να σχεδιάσει, να οργανώσει με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα την κοινή δράση και τον αγώνα του για να εξασφαλίσει την μαζική ανάπτυξη των αγώνων που αποτελούν μονόδρομο για να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η επίθεση της κυβερνητικής πολιτικής, του μεγάλου κεφαλαίου και του ευρωενωσιακού κατεστημένου.

Αντώνης Νταλακογεώργος

    

Διαβάστε περισσότερα...

Μαζί με Γεννηματά, Καμίνη, Ραγκούση, Θεοδωράκη κι ο Τσίπρας υποψήφιος αρχηγός της Δ. Σ. Ώρα είναι και για την κ. Λουκά…

Μαζί με Γεννηματά, Καμίνη, Ραγκούση, Θεοδωράκη κι ο Τσίπρας υποψήφιος αρχηγός της Δ. Σ. Ώρα είναι και για την κ. Λουκά…

Το σχόλιό μας

Αν κάποιο στέλεχος της αριστεράς θέλει δημόσια να εκφράσει την έμπνευσή του από μια ιστορική προσωπικότητα του χώρου, θα βρει πρόσωπα σε αφθονία. Ας μην πούμε για τον Μαρξ, τον Μπουντόβκιν ή τον Λένιν. Ας σκεφτούμε τον Αλιέντε ή τη Πασιονάρια της Ισπανίας, πρόσωπα δηλαδή που θυσίασαν ή ήταν έτοιμα να θυσιάσουν ακόμη και την  ζωή τους για τις αρχές τις οποίες πίστευαν. Αν το στέλεχος αυτό είναι από την Ελλάδα, τέτοια πρόσωπα τα συναντάει συχνά στην πρόσφατη ιστορία. Ας μην πούμε για τον Φλωράκη ή τον Κύρκο. Ας πούμε για τον Μπελογιάννη, τον Μπάτση, τον Πασαλίδη, τον Γληνό. Πρόσωπα που πίστεψαν και αγωνίστηκαν για μια Ελλάδα ελεύθερη, δημοκρατική και ανεπτυγμένη.

Δεν μπορούμε όμως να κατηγορήσουμε τον Τσίπρα που αντικατέστησε το προηγούμενο ίνδαλμα του, τον Τσάβες, με τον Αντρέα Παπαντρέου. Ο κ. Τσίπρας και το κόμμα του δεν είναι αριστερά, δεν είναι καν πατριωτική δύναμη. Είναι δεκανίκι των ξένων μεγαλοκαπιταλιστών που έχουν πατήσει πόδι στην Ελλάδα.

Φυσικό λοιπόν είναι να επιλέξει ανάμεσα στο δίλημμα Παπανδρέου ή Καραμανλής και να γράψει ένα εκτεταμένο άρθρο. Το άρθρο αυτό περιλαμβάνει εξυπνάδες μαζί και βλακείες. Πασίγνωστες κοινοτυπίες για την εποχή ΠΑΣΟΚ  μαζί με  αποσπάσματα προερχόμενα από το παλιό, επίσης πασίγνωστο, εξιδανικευτικό παραμύθι για τον ηγέτη του.

Αν ήθελε να ασχοληθεί σοβαρά με τη σχέση ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, Παπανδρέου και Τσίπρα θα έπρεπε απλούστατα να κάνει μια σύγκριση στο βίο και πολιτεία και των δύο πλευρών και να βγάλει κάποια συμπεράσματα. Το αποφεύγει σχολαστικά αυτό. Και είναι σαφές γιατί. Μόνο χαμένος θα έβγαινε ο ΣΥΡΙΖΑ σε μια σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ, παρά το βαθιά λεκιασμένο και αμαρτωλό πολιτικό μητρώο αυτού του άλλοτε μεγάλου κόμματος.

Ο Παπανδρέου εγκατέλειψε τις θέσεις του για έξοδο από την ΕΟΚ τότε, ο Τσίπρας έχει όμως γίνει κλητήρας των Βρυξελλών. Ο Παπανδρέου υποχώρησε από τις αντιαμερικάνικες θέσεις που είχε ως αντιπολίτευση, ο Τσίπρας όμως είναι προδότης της πατρίδας μας. Ο Παπανδρέου έκανε μεγάλες υποχωρήσεις στο ξένο κεφάλαιο, ο Τσίπρας όμως παρέδωσε όλη τη δημόσια περιουσία για ένα αιώνα στους ξένους για να κάνουν τα δικά τους πάρτυ οργίων. Ο Παπανδρέου έκανε και κάποια θετικά βήματα όπως η κατάργηση των κοινωνικών φρονημάτων, ο πολιτικός γάμος ή τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα που πέτυχε στην ΕΟΚ. Ο Τσίπρας φέρνει δύο ακόμη μνημόνια που εξαντλούν και εξευτελίζουν τον ελληνικό λαό.

Για το άρθρο όμως δεν έχει απολύτως καμία σημασία η αιτιολόγηση. Το μόνο που το ενδιαφέρει είναι η κατάληξη. Το συμπέρασμα και τίποτε άλλο: «Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορείται σήμερα ως κόμμα που έχει ξαναπιάσει το  νήμα αυτών των στόχων (του Α.Π.), τότε η κατηγορία γίνεται δεκτή.» Ένα συμπέρασμα που εμφανίζει τον  ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στο συμβολαιογραφείο του λαού ως τον νόμιμο κληρονόμο όλης της περιουσίας του ΠΑΣΟΚ. Το  μόνο που  ενδιαφέρει είναι να παρεμποδίσει ενδεχόμενη συσπείρωση όποιων υπολειμμάτων του ΠΑΣΟΚ στην Δημοκρατική Συμπαράταξη.

Η εικόνα αυτή είναι δραματική και κωμική μαζί. Βάζουν τον Αντρέα Παπανδρέου στην ίδια θέση που ήταν η μαντάμ Ορτάνς στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη «Αλέξης Ζορμπάς». Η γριά γυναίκα έχει μόλις  πεθάνει και μαζεύονται τα κοράκια να αρπάξουν το καθένα την περιουσία της. Ο Τσίπρας δεν θέλει να  λείψει από αυτό το ιερόσυλο φαγοπότι. Θέλει το κόμμα του να είναι ο διάδοχος του ΠΑΣΟΚ. Θέλει αυτός να κάτσει μόνιμα στη μια από τις δύο γλυκιές πολυθρόνες του δικομματισμού που κατείχε το ΠΑΣΟΚ. Θέλει να είναι για πάντα «χαλίφης στη θέση του χαλίφη».

Γι’ αυτό και η μεγάλη περιφρόνηση στην ιστορική αριστερά που βλέπει κανείς στο άρθρο. «Καθηλωμένη στο παρελθόν»  είναι περίπου το μόνο που αναφέρει για  αυτήν.

Μαζί με την Γεννηματά, τον Ραγκούση, τον Καμίνη, τον Θεοχαρόπουλο, τον Θεοδωράκη και ο Τσίπρας λοιπόν υπ&omicro