O αντιφασιστικός λόγος στο εδώλιο

O αντιφασιστικός λόγος στο εδώλιο

Η πολιτική δίκη των Σάββα Μιχαήλ και Κώστα Μουτζούρη
σηματοδοτεί την απόπειρα εδραίωσης της ακροδεξιάς νόρμας
που απειλεί τη δημοκρατία

Άννα Μαρία Δρουμπούκη

Η ανοχή των μηχανισμών της εξουσίας απέναντι στη Χρυσή Αυγή δεν αποτελεί προπαγανδιστική επωδό αντισυστημικών ρευμάτων, κομμάτων και κινημάτων της Αριστεράς. Αποτελεί πλέον παραδεδεγμένη αλήθεια που καθημερινά σχεδόν αποδεικνύεται στην πράξη. Η επιλεκτική κινητοποίηση της δικαστικής αρχής αναφορικά με τη μήνυση που κατέθεσε η Χρυσή Αυγή εναντίον του εβραϊκής καταγωγής πολιτικού, φιλόσοφου και γενικού γραμματέα του Εργατικού Επαναστατικού Κόμματος (Ε.Ε.Κ.) Σάββα Μιχαήλ και του πρώην πρύτανη του Ε.Μ.Π. Κωνσταντίνου Μουτζούρη, και η οποία εκδικάστηκε στις 3 και 4 Σεπτεμβρίου από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, επιβεβαιώνει τον παραπάνω ισχυρισμό. Την κρίσιμη στιγμή που η Ελλάδα μετατρέπεται σε εργαστήρι κατασταλτικών μηχανισμών σε όλη την Ευρώπη (κι αυτό δεν το λέμε εμείς, αλλά ο Αλαίν Μπαντιού στο προσωπικό του γράμμα συμπαράστασης), ένα νεοναζιστικό μόρφωμα –το οποίο στη συνείδηση και του πλέον αστοιχείωτου και ανενημέρωτου συμπολίτη μας κατέχει το μονοπώλιο της βίας, του ρατσισμού, της συκοφαντίας, του θράσους και της «διατάραξης κοινής ειρήνης και διέγερσης» (με αυτή την κατηγορία έγινε η δίκη)– δρώντας ήδη με την ανοχή, ενίοτε και τη συνδρομή θεσμικών και εξωθεσμικών φορέων εξουσίας, έκανε χρήση ένδικων μέσων. Είναι η πρώτη φορά που οι νεοναζί παραδίδουν μαθήματα νομιμότητας, προσπαθώντας μάλιστα να ποινικοποιήσουν τον ίδιο τον αντιφασιστικό λόγο, γεγονός πρωτοφανές και με υψηλή επικινδυνότητα για την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης στη χώρα μας. Ας δούμε τα γεγονότα με τη σειρά, καθώς η διαδοχή και η γραμμικότητα των συμβάντων περιγράφουν εναργέστερα την πορεία προς τη δίκη (και την αθωωτική απόφαση) της 3ης και 4ης Σεπτεμβρίου 2013.

Η παρακμή της έννοιας και της σφαίρας του δικαίου

Αρχές του 2009, ενώ ακόμα η κοινωνία «έβραζε» από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, και μετά τη δολοφονική επίθεση με οξύ ενάντια στη μετανάστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα λόγω της συνδικαλιστικής της δράσης, η Χρυσή Αυγή, καλυμμένη πίσω από το προσωπείο των «αγανακτισμένων κατοίκων», οργάνωσε συγκεντρώσεις κατά των μεταναστών και προέβαινε σε πολλαπλά πογκρόμ, με αποτέλεσμα δεκάδες μετανάστες να μεταφέρονται στα νοσοκομεία βαριά τραυματισμένοι. Αντιδρώντας στις πρωτοφανείς επιθέσεις, διάφοροι φορείς από τον αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό χώρο, αλλά και κόμματα, ανάμεσά τους και το Ε.Ε.Κ., διοργάνωσαν αντιφασιστική διαδήλωση στις 9 Μαΐου 2009. Σε ανακοίνωση του Ε.Ε.Κ. το κάλεσμα έκλεινε με το πασίγνωστο σύνθημα που συνδέεται με την αντιφασιστική παράδοση του τόπου μας «Ο λαός δεν ξεχνά, τους φασίστες τους κρεμά». Σε απάντηση, η Χρυσή Αυγή κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά εναντίον όλης της ελληνικής Αριστεράς, διαφόρων συλλογικοτήτων και μεμονωμένων προσωπικοτήτων, μαζί και κατά του Σάββα Μιχαήλ, κατηγορώντας τον για το κάλεσμα του Ε.Ε.Κ., καθώς «διέγειρε σε βιαιοπραγίες και αμοιβαία διχόνοια» και καλούσε σε «διατάραξη της κοινής ειρήνης». Αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2009, τέθηκε για πρώτη φορά σε επιχειρησιακή δράση σε μια μαζική διαδήλωση η νεοσύστατη αστυνομική ομάδα Δ.ΕΛ.Τ.Α. Δεκάδες αστυνομικοί με μοτοσικλέτες και πεζοί έπεσαν πάνω στο μπλοκ του Ε.Ε.Κ. Από την επίθεση τραυματίστηκε βαριά η Αγγελική Κουτσουμπού, αγωνίστρια του αντιδικτατορικού αγώνα και ιστορικό στέλεχος του Ε.Ε.Κ. Ήταν τέτοια η αγριότητα του χτυπήματος που στο νοσοκομείο που μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση διέγνωσαν βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση (υποσκληρίδιο αιμάτωμα, υπαραχνοειδή αιμορραγία, θλάση στον εγκέφαλο), ρωγμώδες κάταγμα του λιθοειδούς, συντριπτικό κάταγμα αριστερής κλείδας και σπάσιμο όλων των εμπροσθίων αριστερών πλευρών. H μοτοσικλέτα είχε διασχίσει το σώμα της ενώ ο συνοδηγός χτυπούσε με το κλομπ.1

Ο μέγιστος αυτός εκφυλισμός της αστυνομικής βίας μέσα στο 2009 ήταν ενδεικτικός της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που είχε δημιουργηθεί μετά τον κρίσιμο Δεκέμβρη του 2008. Η παρακμή της έννοιας και της σφαίρας του δικαίου ήταν πασιφανής, και η μήνυση της Χρυσής Αυγής φάνταζε ως φάρσα μέσα στον ορυμαγδό των πογκρόμ και των κατασταλτικών μεθόδων που ασκούνταν με την πρωτοφανή βιαιότητα που αναφέραμε παραπάνω. Αυτό που είναι πιο ανησυχητικό είναι πως η δίκη πραγματοποιήθηκε. Οι μηνύσεις των γνωστών μελών της ναζιστικής παραφυάδας Ηλία Παναγιώταρου και της φυγόδικου Θέμιδας Σκορδέλη (υποψήφια βουλευτής στο παρελθόν της Χρυσής Αυγής και γνωστή για τη συνεργία της σε πλείστες επιθέσεις κατά μεταναστών, μάλιστα η προβλεπόμενη δίκη της έχει πάρει ώς τώρα δύο αναβολές) ενάντια στον Σάββα Μιχαήλ δεν απορρίφθηκαν ως ανυπόστατες. Ένας Εβραίος μαρξιστής σύρεται στα δικαστήρια, κατηγορούμενος για «συκοφαντική δυσφήμηση» και για «προτροπή σε βία» από τους νεοναζί. Οξύμωρο σχήμα, ενδεικτικό μιας κούφιας και συνάμα θρασύδειλης μαγκιάς που ενδύεται τον ψευδεπίγραφο μανδύα της νομιμότητας και της προσφοράς υπηρεσίας στην έννομη τάξη που τάχα διαταράχτηκε από το κάλεσμα του Ε.Ε.Κ. και το κείμενο του Σάββα Μιχαήλ. Ο γραπτός λόγος στο εδώλιο, σε μια βαθύτατα πολιτική δίκη, γεγονός που τονίστηκε από τους μάρτυρες υπεράσπισης, μολονότι το δικαστήριο δεν δέχτηκε αυτόν τον χαρακτηρισμό της δίκης ως τέτοιας. 

Η καταστολή της ριζοσπαστικότητας

Σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν στο πολύ σημαντικό Για μια κριτική της βίας, βία με την ακριβή έννοια της λέξης προκύπτει από μια ανεξαρτήτου αποτελέσματος αιτία μόνο όταν αυτή αρχίζει να επεμβαίνει στις ηθικές αξίες.2 Το κάλεσμα σε αντιφασιστικό αγώνα όχι μόνο δεν επεμβαίνει στις ηθικές αξίες αλλά τις κυοφορεί και τις ενδυναμώνει, έχοντας μια ευθεία και αδιατάρακτη επαφή με τις οργανικές αξίες της δημοκρατίας. Στην προκειμένη περίπτωση οι ναζιστές μηνύουν και οι εισαγγελείς δικάζουν σε μια διαδικασία ποινικοποίησης του αντιφασιστικού λόγου και της αντιφασιστικής δράσης. Εδώ το διακύβευμα είναι σημαντικό: Η συνταγματική εκτροπή, που όπως ακούστηκε στο δικαστήριο σηματοδοτεί η μήνυση, επικοινωνεί με έναν συγκαλυμμένο (αλλά προφανή) αντισημιτισμό. Η δικαστική εξουσία δέχτηκε να ασκήσει τη δίωξη εναντίον ενός επιφανούς και στη χώρα μας και στο εξωτερικό Εβραίου μαρξιστή διανοούμενου (και γιατρού) στο πρόσωπο του οποίου συναιρούνται όλα τα «κόκκινα πανιά» που ερεθίζουν τον ακροδεξιό λόγο: εβραϊκή καταγωγή, αντιδικτατορική δράση, σπουδές φιλοσοφίας, σταθερή πολιτική τοποθέτηση στον χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, θέσεις κατά του ρατσισμού και υπέρ των μεταναστών. Το ιδιότυπο αυτό κυνήγι μαγισσών –αν και δεν είναι και τόσο σπάνιο στη μεταπολιτευτική Ελλάδα– εξαπολύεται από τη νεοναζιστική δράκα σε βάρος ενός ανθρώπου που συμβολοποιεί πολλαπλές ιδιότητες. Ο ίδιος έχει δηλώσει: «Είμαι τροτσκιστής, Εβραίος και αντιφασίστας. Ενσαρκώνω τη φαντασίωση κάθε φασίστα. Έπρεπε να ήμουν και ομοφυλόφιλος, όχι φυσικά ότι έχω κάποιο πρόβλημα, για να ολοκληρωθεί η εικόνα».

Το όπλο των σύγχρονων Κλαζομενίων (που ασχημονούν καθ’ έξιν και κατ’ επάγγελμα), εκτός της ωμότητας, είναι το ανελέητο θράσος. Καλείς σε αντιφασιστικό αγώνα, σε «εγκαλώ» στην τάξη, αυτήν που εγώ πρωταρχικά και με προκλητικό τρόπο παραβιάζω κουρελιάζοντας την έννοια της έννομης τάξης και μπλοκάροντας την όποια αντανάκλασή της στην κοινωνία. Το αξιοπερίεργο είναι πως στη δίκη η Χρυσή Αυγή έλαμψε διά της απουσίας της – δεν εμφανίστηκε ουδείς εκ των μηνυτών, ελάχιστα μέλη έκαναν σύντομα περάσματα στη δικαστική αίθουσα με πουκάμισο (sic). Αυτό δείχνει πολλά. Η μήνυση μπορεί να ασκήθηκε για λόγους εντυπωσιασμού αλλά διέπεται και από μια μεθοδολογική επιλογή με υπόβαθρο που ξεπερνά τις νομικές φόρμες. Η μηνυτήρια αναφορά στοχεύει εξαρχής σε μακροπρόθεσμες συνέπειες, ορίζει ένα συνεχές καταστολής που, τιμωρώντας τον αντιφασιστικό λόγο και την όποια αντισυνταγματική «αταξία» αυτός παράγει, δίνει τα εύσημα και τα πρωτεία στη Χρυσή Αυγή ως μοναδικού και κύριου φορέα διατήρησης και διασφάλισης της κοινωνικής ευταξίας και ειρήνης. Η στρατηγική αυτή έχει διπλά οφέλη. Προβάλλοντας το επιχείρημα του «φρουράρχου» της εικονικής νομιμότητας, το νεοναζιστικό μόρφωμα συνεχίζει να ασκεί το μισάνθρωπο έργο της καταστολής και των διώξεων εναντίον οποιουδήποτε ανθρώπου ανήκει σε διαφορετικό θρήσκευμα και έχει διαφορετικό χρώμα, ενώ παράλληλα φιμώνει την πολυφωνία μέσα από τακτικισμούς που μεταποιούν το ίδιο το Σύνταγμα σε ρυθμιστικό κώδικα αποστέρησης δικαιωμάτων, όπως πολύ εύστοχα ανέφερε η Μάρω Δούκα σε πρόσφατο κείμενό της στον Χρόνο.

Η δίκη αυτή, με πλήθος κόσμου και τις δύο μέρες, ανέδειξε ένα κρίσιμο ζήτημα: Η καταστολή και η άσκηση διώξεων εναντίον ανθρώπων ανάλογα με την αύξουσα ριζοσπαστικότητά τους, στοχεύει στο να εγκαθιδρυθούν ακροδεξιές και νεοναζιστικές νόρμες, ενώ σε όλη αυτή τη διαδικασία κατισχύει μια αναντίρρητη ρατσιστική αρχή που έχει στη βάση της τον Εβραίο ως «άλλο», ως εκ φύσεως «ξένο», αναφομοίωτο. Πολλώ δε μάλλον όταν αυτός που μηνύεται έχει καταγγείλει επανειλημμένα τη νεοναζιστική ιδεολογία και έχει ερευνήσει τον αντισημιτισμό και το «Άουσβιτς» ως μετωνυμία της γενοκτονίας, έχοντας χάσει και ο ίδιος τη μισή οικογένειά του στα κρεματόρια. Ο στόχος της Χρυσής Αυγής θα πραγματοποιούνταν μόνο μέσα από την ενεργοποίηση εβραιόφοβων επιθετικών μηχανισμών. Η ανάρτηση στο σάιτ του μορφώματος προτροπών όπως «Λιώστε το εβραϊκό σκουλήκι» αναφερόμενες φυσικά στον Σάββα Μιχαήλ και συνοδευόμενες από καρικατούρες, δεν διέφεραν σε τίποτα από αυτές της ναζιστικής φυλλάδας του Γιούλιους Στράιχερ Der Stürmer που από το 1939 καλούσε σε φυσική εξόντωση όλων των Εβραίων. Αξιοσημείωτο είναι να δει κανείς και το μπλογκ των εργαζομένων χρυσαυγιτών στην Ε.ΘΕ.Λ., που ως προμετωπίδα της σελίδας τους έχουν απροκάλυπτα ένα μεγάλο τσιτάτο του Αδόλφου Χίτλερ, ενώ η ιστοσελίδα βρίθει ακραία αντισημιτικών κειμένων.3

Αντίστοιχου ύφους απόπειρα φίμωσης του αντιφασιστικού λόγου στην Ευρώπη δεν έχουμε, με μια ηχηρή εξαίρεση: ο αρχηγός του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας Ζαν-Μαρί Λε Πεν στα μέσα της δεκαετίας του ’80 κατέφευγε στα κενά του νόμου προκειμένου να εξασφαλίσει με τη βοήθεια δικαστικών αποφάσεων τη σιωπή του Τύπου. Από το 1985, πολλά είναι τα έντυπα που έχουν δεχτεί τη δικομανία του λεπενικού κόμματος: η επιθεώρηση Le Canard enchaîné, οι εφημερίδες Le Monde και Libération, το περιοδικό Le Nouvel Observateur κ.ο.κ.

Ο Μιχαήλ διερωτήθηκε στη δική εάν θα συνεχίσει να υπάρχει το ανθρώπινο στον άνθρωπο. Τελικά αυτός, αλλά και ο Κ. Μουτζούρης, πρώην πρύτανης του Πολυτεχνείου που κατηγορήθηκε πως επέτρεψε τη λειτουργία του Indymedia από τους σέρβερ του πανεπιστημίου, αθωώθηκαν. Αυτονόητες οι δικαστικές αυτές αποφάσεις, σε μια εποχή μόνιμης ευθραυστότητας της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης. Η απόπειρα εγκαθίδρυσης ενός συμβολικού διωκτικού συστήματος οδηγεί σε μια νέα σημασιοδότηση, σε μια οργανωμένη ενέργεια που αποσκοπεί στην ποινικοποίηση του αντιφασιστικού λόγου. Απέναντι σε αυτή την απόπειρα πρέπει να βρεθούμε όλοι ενάντιοι. Η αποτελεσματική αναχαίτιση της νεοναζιστικής συμμορίας δεν θα γίνει με σχετικισμούς, φιλοσοφικούς εξορκισμούς και ψευδοϊστορικές ισοψηφίες, δεν θα γίνει αν δεν απαλλαγούμε από εξομοιωτικά σχήματα. Η δημοκρατία δεν απειλείται εξίσου από την Άκρα Δεξιά και την «Άκρα» Αριστερά, σύμφωνα με την αστεία θεωρία των δύο άκρων. Η «Άκρα» Αριστερά δεν ξυλοκοπεί όποιον δεν έχει το ίδιο χρώμα μ’ εμάς, η «Άκρα» Αριστερά δεν απεργάζεται κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα ούτε φασιστικά καθεστώτα όπως αυτά που ονειρεύεται και ευαγγελίζεται με σαφήνεια η Χρυσή Αυγή.

Η δημοκρατία απειλείται από ενέργειες όπως αυτή που περιγράψαμε, και αν τώρα οι «κατηγορούμενοι» αθωώθηκαν, ο κίνδυνος ενυπάρχει αν συνεχίζουμε να παρακολουθούμε παθητικά το ξαναγράψιμο της ιστορίας μέσα από τον παραμορφωτικό φακό των social media και του διαδικτύου. Αν θέλουμε να το θέσουμε αλλιώς, ο Γουίλλιαμ Φώκνερ είχε γράψει: «History is not was, it is». Αυτή η παροντική διάσταση της ιστορίας μάς αφορά πρωτίστως.

Πηγή : chronosmag.eu

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Μπόταση 6, Εξάρχεια, 1ος όροφος 

info@sxedio-b.gr

210 3810040