Νομισματική Ένωση: μια ιταλική ματιά

Νομισματική Ένωση: μια ιταλική ματιά

Στο πρώτο από τα δύο κεφάλαια που γράφτηκαν για το L’ euroest-ilmort?, το βιβλίο που δημοσιεύθηκε στη Γαλλία που συγκεντρώνει κείμενα από διάφορους συγγραφείς με την επιμέλεια των Jacques Sapir, ο Alberto Bagnai αναλύει την κρίση στην ευρωζώνη, με τη βοήθεια της ιταλικής εμπειρίας, ιδιαιτέρως χρήσιμη από δύο απόψεις: α) επειδή η Ιταλία η ίδια της είναι μια νομισματική ένωση, μια μη βέλτιστη νομισματική ζώνη που έχει βιώσει ήδη τις συνέπειες και β) επειδή οι ιταλικές ελίτ είχαν δηλώσει ξεκάθαρα, κατά την άποψή τους, ποιες ήταν οι στοχεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης: η χρησιμοποίηση της «εξωτερικής πίεσης» συνδεδεμένης με το ενιαίο νόμισμα για να κατευθύνει τη δημοκρατική διαδικασία και μέσω αυτής την κατανομή του εισοδήματος. Χωρίς το «Ευρωπαϊκό όνειρο» ή «το ζητάει η Ευρώπη» και τις κρίσεις που παράγονται από το ενιαίο νόμισμα δεν θα ήταν δυνατή η υλοποίηση του προγράμματος «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», που έχουν αποδυναμώσει και εξαθλιώσει τους εργαζόμενους και γενικά τα πιο αδύναμα στρώματα της κοινωνίας. Η πραγματική επιτυχία του ευρώ ήταν αυτή, δυστυχώς!

Μετάφραση Μουρατίδης Γιώργος

Του Alberto Bagnai*, Οκτώβριος 2016

Το ευρώ και η πτώση της ιταλικής οικονομίας

Ο Adam Smith μας το είχε πει, στο τρίτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου «Ο Πλούτος των Εθνών»: ο καταμερισμός της εργασίας ορίζεται από το μέγεθος της αγοράς. Δεν μπορεί να περιμένει κανείς από κάποιον παραγωγό χωρίς διεξόδους στην αγορά να προβεί σε καινοτομίες για να αυξήσει την παραγωγικότητα. Σε τι θα χρησίμευε να παράξει περισσότερο, ή να παράξει με χαμηλότερο κόστος, αν δεν υπάρχει κάποιος στον οποίο να πουλήσει; Η παραγωγικότητα δεν είναι ένα αμιγώς εξωγενές ή τεχνικό ζήτημα. Στην κλασσική οικονομία(Σμιθ), όπως και στην κεϋνσιανή και, ας μου επιτραπεί, γενικά στην οικονομία, η παραγωγικότητα εξαρτάται και από τη ζήτηση. Τι σχέση έχει αυτό με την Ιταλία;

Το γεγονός που κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στην ιταλική οικονομία κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια είναι αναμφισβήτητα το ξαφνικό φρένο στο ρυθμό ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας, το οποίο εμφανίζεται λίγο μετά τα μέσα του 90. Από το 1971 έως το 1996, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,7%, που δεν απέχει πολύ από το 3,0% στη Γαλλία και το 2,9% στη Γερμανία. Μεταξύ του 1997 και 2010 ο ρυθμός ανάπτυξης πέφτει στο 0,3% στην Ιταλία, ενώ παραμένει στο 1,4% στη Γαλλία και στο 1,3% στη Γερμανία. Είναι το 1997 που αρχίζει η παρακμή της ιταλικής οικονομίας, είναι τόσο φανερό που ακόμη και οι υποστηρικτές του ευρώ αναγκάζονται να το παραδεχτούν. Πραγματικά, το 1997 ήταν μια κρίσιμη χρονιά στην πορεία προς το ενιαίο νόμισμα. Οι υποψήφιες χώρες είχαν όντως δεσμευθεί να υιοθετήσουν, κατά τα δύο έτη που προηγήθηκαν της εισαγωγής του ευρώ, μια σταθερή ισοτιμία έναντι του ECU. Το καθοριστικό αυτό σημείο διαφεύγει της προσοχής στους πιο πολλούς: όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, το ευρώ ουσιαστικά αρχίζει από το 1997, επειδή από την ημερομηνία αυτή κλειδώνονται οι συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταξύ των μελλοντικών κρατών μελών της ευρωζώνης (με πολύ μικρά περιθώρια απόκλισης).

Η ανελαστικότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας οδηγεί σε μια σχεδόν άμεση μείωση των εξαγωγών. Το κλείσιμο των εξωτερικών αγορών, όπου τα ιταλικά προϊόντα γινόταν σταδιακά όλο και λιγότερο ανταγωνιστικά, είχε ως αποτέλεσμα κάτι που ήταν ήδη ξεκάθαρο στο Smith το δέκατο όγδοο αιώνα, και πιο διεξοδικά είχαν μελετηθεί από τον Kaldor το δέκατο ένατο αιώνα: ένας φαύλος κύκλος πτώσης της παραγωγικότητας, ο οποίος προκαλεί πτώση της ανταγωνιστικότητας, με τη σειρά της προκαλεί πτώση των εξαγωγών, με αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση της παραγωγικότητας. Η μέση αύξηση της ιταλικής οικονομίας μεταξύ του 1980 και του 1997 ήταν 2,3%. Από το 1997-2009 κρίσης πέφτει στο 1,3%. Αν λάβουμε υπόψη και τα χρόνια της κρίσης(1997-2015), η μέση αύξηση ήταν της τάξης του 0,4%. Το ΑΕΠ το 2015 ήταν στα επίπεδα του 2000. Η Ιταλία γύρισε 15 χρόνια πίσω, η χωρίς προηγούμενο καταστροφή στην ιστορία της και χωρίς κάτι ανάλογο στην ευρωζώνη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι η κρίση έπληξε μια οικονομία ταλαιπωρημένη και σε παρακμή. Μια παρακμή που συμπίπτει με αυτό που υπήρξε η αιτία: τη de facto υιοθέτηση του ευρώ [Ι]

Η Ιταλία και ο ευρωπαϊσμός

Ίσως να είναι αυτός ο λόγος που, όταν αντιμετωπίζουμε το ζήτημα του ευρώ στην Ιταλία, δύσκολα πλέον θα βρεθεί κάποιος που θα υποστηρίξει με προθυμία ότι το ευρώ μας προστατεύει από την κρίση. Τα οικονομικά επιχειρήματα υπέρ αποδεικνύονται, από τα γεγονότα, αναληθή. Τώρα οι υπέρμαχοι αυτού του σχεδίου προσπαθούν κυρίως να υπερθεματίσουν την πολιτική του διάστασή, η οποία κατά κύριο λόγο ενθαρρύνει την υπέρβαση του κράτους-έθνους που αποτελεί την αιτία των συγκρούσεων, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους. Και για να διασφαλιστεί η ειρήνη στους λαούς της Ευρώπης, πρέπει να ξεμπερδέψουμε με τον «εθνικισμό», δημιουργώντας ένα τεράστιο ομοσπονδιακό κράτος, όπου το ευρώ θα αποτελέσει το σύμβολό του. Επιπλέον, αυτό θα ήταν χρήσιμο στα «μικρά» κράτη μέλη, όπως η Ιταλία, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους από τις αναπτυσσόμενες «μεγάλες» χώρες. Αρκετοί πολιτικοί επιστήμονες (ιδιαίτερα οι Majone και Zielonka) επισημαίνουν ότι αυτό προϋποθέτει ένα «παράδοξο»: για την καταπολέμηση του εθνικισμού χρησιμοποιείται ένας υψηλότερης τάξης εθνικισμός [ii].

Τα μεγάλα ομοσπονδιακά κράτη, όπως τα γνωρίζουμε, προέρχονται κυρίως από την παλιά βρετανική αυτοκρατορία (τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αυστραλία, την Ινδία). Στην πραγματικότητα πρόκειται για κράτη-εθνη, όπου κυριαρχούν η γλώσσα και οι αγγλικοί θεσμοί (με την εξαίρεση της Ινδίας, όπου διαφορετικές τοπικές κουλτούρες ήταν δύσκολο να εξαλειφθούν και όπου, συνεπώς, η ομοσπονδιακή δομή δεν επέτρεψε την αποφυγή συγκρούσεων). Στην Ευρώπη, τα κράτη-έθνη εδραιώθηκαν με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας (1648), τα οποία έβαλαν τέλος στους θρησκευτικούς πολέμους. Τα συντάγματά τους αποτελούν μέσο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία θα ήταν επικίνδυνο να απαρνηθούμε χωρίς να γνωρίζουμε με τι ακριβώς θα αντικατασταθούν. Ήταν το ΝΑΤΟ, όχι η Ευρώπη, που μας εξασφάλισε μια μακρά περίοδο ειρήνης (ή μάλλον ψυχρού πόλεμου), και μεταξύ των αιτιών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν και το λάθος που ο Keynes είχε από πριν καταγγείλει: η συντριβή της Γερμανίας κάτω από το χρέος του πόλεμου [iii] Ο εξευτελισμός μιας χώρας κάτω από το βάρος ενός μη βιώσιμου χρέους: είναι ακριβώς το ίδιο λάθος που επαναλαμβάνεται σήμερα με την Ελλάδα, και όλο αυτό στο βωμό της προστασίας του ευρώ «φορέα της ειρήνης.»

Ίσως υπάρχει μια λογική σε αυτή την φιλοευρωπαϊκή παράνοια. Στην τελική, όλες οι νομισματικές ενώσεις είναι, εξ ορισμού, εργαλεία χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης, επινοήθηκαν για να διευκολύνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Τώρα, η απελευθέρωση της κίνησης των κεφαλαίων σημαίνει συμπίεση εισοδημάτων από την εργασία [iv]. Η μανία με την οποία οι ευρωπαϊκές ελίτ υπερασπίζονται το ενιαίο νόμισμα, παρά τους προφανείς περιορισμούς του, θα μπορούσε λοιπόν να εξηγηθεί ως η θέληση να προστατευτούν τα κέρδη σε βάρος των μισθών.

Φυσικά, αυτό αποτελεί ένα νόμιμο πολιτικό στόχο. Ωστόσο, δύο πράγματα έπρεπε να μας κάνουν επιφυλακτικούς. Από τη μία, το γεγονός ότι τώρα πια και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εκφράζει την ανησυχία της για τις αρνητικές επιπτώσεις των χαμηλών μισθών στον αποπληθωρισμό και κατά συνέπεια στην ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας. [V] Μήπως κράτησε πάρα πολύ αυτό το αστείο; Από την άλλη, θα έπρεπε να μας θορυβήσει ο διακριτικά ανειλικρινής τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε το ευρωπαϊκό σχέδιο, ασυζητητί, δεδομένων των ευγενών προθέσεων του (διασφάλιση της ειρήνης) και της οποίας τα οικονομικά οφέλη θα είναι προς όφελος των ασθενέστερων κοινωνικά στρωμάτων (γιατί το ευρώ θα τα «προστάτευε», και μια «μεγάλη πολιτική Ευρώπη», θα τα βοηθούσε να αντιπαλέψουν το «μεγάλο διεθνές κεφάλαιο»).

Για την ανάλυση του σημερινού Ευρωπαϊκού αδιέξοδου η ιταλική εμπειρία μπορεί να μας φανεί χρήσιμη. Κατά τη γνώμη μου για το σκοπό αυτό, στην ιστορικό πολιτική διαδρομή της Ιταλίας, δύο είναι τα στοιχεία που είναι χρήσιμα. Το πρώτο έχει να κάνει με το γεγονός ότι η Ιταλία, όπως και η ευρωζώνη της οποίας είναι μέλος, είναι η ίδια της μια νομισματική ένωση, μία μη βέλτιστη νομισματική ζώνη εξ αιτίας των βαθιών διαρθρωτικών διαφορών μεταξύ Βορρά και Νότου της χώρας. Οι Ιταλοί βιώνουν καθημερινά τα προβλήματα που προκύπτουν όταν περιοχές πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ενώνονται κάτω από το ίδιο νόμισμα, και έπρεπε να μάθουν να αντιμετωπίζουν αυτά τα προβλήματα. Το δεύτερο είναι ότι οι ιταλικές ελίτ έχουν δηλώσει ξεκάθαρα ποιοι ήταν, κατά την άποψή τους, οι στόχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επρόκειτο πράγματι για τη χρήση μιας εξωτερικής πίεσης προερχόμενης από το ενιαίο νόμισμα με σκοπό να κατευθύνει τη δημοκρατική διαδικασία και μέσω αυτού τον τρόπο κατανομής του εισοδήματος. Εάν, όπως αναφέρει ο Featherstone, από τη δημιουργία - το 1979 - του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, η «εξωτερική πίεση» στην Ευρώπη εφαρμόστηκε λίγο ως πολύ παντού για να επηρεάσει τις εθνικές πολιτικές, η πολιτική της φιλοσοφία δεν έχει εκφραστεί ποτέ τόσο καθαρά όσο από τους Ιταλούς πολιτικούς (σε σημείο που ακόμη και στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, χρησιμοποιείται ο ιταλικός όρος "vincolo esterno"). [vi]

Η Ιταλία ως νομισματική ένωση

Το 2006, μια μελέτη της Κεντρικής Τράπεζας της Ιταλίας ανέφερε ότι 145 χρόνια μετά τη νομισματική ενοποίηση της Ιταλίας (έγινε ταυτόχρονα με την πολιτική ενοποίηση), τα επίπεδα τιμών και τα ποσοστά του πληθωρισμού σε διάφορες περιφέρειες και επαρχίες δεν έχουν συγκλίνει απόλυτα ακόμη.[vii] Ένα φαινόμενο πολύ ενδιαφέρον. Πραγματικά, σύμφωνα με την ορθόδοξη οικονομική θεωρία, το επίπεδο των τιμών προσδιορίζεται από την ποσότητα του χρήματος σε κυκλοφορία. Συνεπώς, θα ήταν λογικό να αναμένει κανείς ότι ένα ενιαίο νόμισμα αντιστοιχεί σε ένα ενιαίο επίπεδο τιμών, ή τουλάχιστον σ΄ ένα ενιαίο πληθωρισμό. Από μελέτη φαίνεται ότι η κατάσταση στην Ιταλία δεν έχει έτσι ακριβώς. Μια μεταγενέστερη μελέτη έδειξε ότι το ίδιο συνέβαινε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στην οποία βλέπουμε να ξεχωρίζουν τρεις «ομάδες πληθωρισμού»: οι βόρειες χώρες (οι οποίες συγκλίνουν προς ένα χαμηλό πληθωρισμό), η Ιταλία (με μέσο πληθωρισμό), και οι χώρες του Νότου (με σχετικά υψηλό πληθωρισμό). [viii] Η Ιταλική εμπειρία δείχνει ότι αυτή η κατάσταση είναι πιθανό να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να περάσει πάρα πολύς χρόνος για να επέλθει η σύγκλιση στο ίδιο ποσοστό πληθωρισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών

Από αυτά τα στατιστικά γεγονότα προκύπτουν δύο σημαντικά συμπεράσματα.

Πρώτον, το γεγονός ότι το ενιαίο νόμισμα εξακολουθεί να οδηγεί σε διαφορετικά επίπεδα πληθωρισμού αμφισβητεί την αφελή πεποίθηση ότι είναι το νόμισμα που καθορίζει τα επίπεδα των τιμών. Δεν πρόκειται για μια καθαρά θεωρητική παρατήρηση, αντιθέτως: είναι μια πολιτική διαπίστωση. Η αρχή της τρίτης παγκοσμιοποίησης («Χρηματοοικονομική» παγκοσμιοποίηση) έχει χαρακτηριστεί από δύο σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις: την απελευθέρωση στην κίνηση των κεφαλαίων και την επιβεβαίωση της αρχής της ανεξαρτησίας από τις κυβερνήσεις της Κεντρικής Τράπεζας [IX] Το τελευταίο μεταφράζεται ως απαγόρευση στην κεντρική τράπεζα να χρηματοδοτεί προγράμματα δημοσίων δαπανών μέσω της έκδοσης νομίσματος (συμπεριλαμβανομένης της αγοράς των τίτλων δημοσίου χρέους κατά την έκδοσή τους).

Η απαγόρευση αυτή αιτιολογήθηκε, την εποχή εκείνη, από την ανάγκη συγκράτησης του πληθωρισμού λόγω ραγδαίας αύξησης της τιμών του πετρελαίου, είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεώσει τα κυρίαρχα κράτη να στραφούν προς τις χρηματοπιστωτικές αγορές (και σε αυξανόμενο βαθμό σε διεθνείς επενδυτές) για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών τους. Ξεκινώντας από την αρχή ότι αυτό θα εξανάγκαζε τις κυβερνήσεις, εν δυνάμει διεφθαρμένες ή μυωπικές, στους κανόνες των αγορών, καθώς και αυτές θα είχαν αρνηθεί να χρηματοδοτήσουν αναποτελεσματικές κυβερνήσεις.

Στη βάση της προσέγγισης αυτής, υπήρχε η ιδέα πως, αφού είναι το νόμισμα που προκαλεί τον πληθωρισμό, αφήνοντας τη διαχείριση της προσφοράς του στα χέρια των κυβερνήσεων, αυτές σίγουρα για εκλογικούς λόγους θα έκαναν κατάχρηση, προκαλώντας έτσι αύξηση του πληθωρισμού.

Ωστόσο, το γεγονός ότι από τη μία πλευρά ένα ενιαίο νόμισμα μπορεί να συνυπάρχει με διαφορετικούς και αποκλίνοντες ρυθμούς πληθωρισμού, και από την άλλη ότι η μαζική δημιουργία χρήματος από την ΕΚΤ δεν οδήγησε στην αναζωπύρωση του πληθωρισμού στην Ευρώπη μας επιτρέπει να δούμε ξεκάθαρα ότι η σχέση μεταξύ της προσφοράς χρήματος και πληθωρισμού δεν είναι αυτόματη. Αυτό εξηγεί γιατί ένα ενιαίο νόμισμα δεν ταυτίζεται μ’ ένα ενιαίο πληθωρισμό. Η ευρωπαϊκή εμπειρία (και πριν από αυτήν η ιταλική) επιβεβαιώνει τώρα ότι η δυναμική των τιμών συνδέεται με άλλα δομικά στοιχεία ενός οικονομικού συστήματος, ιδίως με την αγορά εργασίας: είναι το ποσοστό ανεργίας, όχι η δημιουργία χρήματος, που επηρεάζει τα επίπεδα του πληθωρισμού. [x] Αυτό εξηγεί από την άλλη γιατί στη νότιο Ιταλία, υπάρχει υψηλή ανεργία και χαμηλός πληθωρισμός. Αν το χρήμα λοιπόν δεν προκαλεί τον πληθωρισμό, δεν υπάρχει πλέον λόγος να αποκλείονται οι κυβερνήσεις από τη διαχείριση του για την εξασφάλιση της σταθερότητας των τιμών. Αν εκλείπει λοιπόν αυτό το κίνητρο, τότε είναι απαραίτητο να αναρωτηθούμε ποιος ο λόγος για την απαγόρευση της χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους. Στην πραγματικότητα, η ιδέα να υποταχθούν τα κράτη στους κανόνες των αγορών ή, με άλλα λόγια, να ιδιωτικοποιηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το σύστημα αποταμίευσης και επενδύσεων, φαίνεται να είναι λίγο «ξεπερασμένο», σε μια εποχή όπου είμαστε μάρτυρες της παγκόσμιας κρίσης αυτών των ίδιων των αγορών.

Το γεγονός ότι το ενιαίο νόμισμα δεν εγγυάται τη σύγκλιση των ρυθμών του πληθωρισμού έχει και μια άλλη σημαντική συνέπεια. Αν πράγματι δεν οδηγεί στη σύγκλιση, το ενιαίο νόμισμα δεν μπορεί να εγγυηθεί ούτε ότι η σχέση μεταξύ των τιμών των εγχώριων αγαθών και εκείνων που παράγονται στο εξωτερικό, η λεγομένη «πραγματική» συναλλαγματική ισοτιμία, θα είναι σταθερή. Στις χώρες όπου ο πληθωρισμός είναι χαμηλότερος, η αναλογία αυτή έχει πτωτική τάση. Παρατηρείται λοιπόν αυτό που ονομάζεται υποτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας, δηλαδή η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και αποφέρει ένα εμπορικό πλεόνασμα, το οποίο αναγκαστικά θα αντιστοιχεί με το έλλειμμα σε κάποια άλλη περιοχή(σε χώρες όπου ο πληθωρισμός είναι πιο υψηλός). Εάν η ισχυρή χώρα είχε το δικό της νόμισμα, η τάση αυτή θα είχε αντισταθμιστεί από την αναπροσαρμογή προς τα πάνω της συναλλαγματικής της ισοτιμίας: το νόμισμα της ισχυρής χώρας θα είχε γίνει ακριβότερο λόγω της μεγάλης ζήτηση των προϊόντων που παράγει.

Αλλά όταν το νόμισμα είναι ενιαίο, δεν είναι δυνατή η ανατίμηση της ισχυρής χώρας, που σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να ευθυγραμμιστούν το νόμισμά με την παραγωγικότητά της. Σε αυτή την περίπτωση το βάρος της προσαρμογής θα πέσει πάνω στις χώρες, που για διάφορους λόγους (ιστορικούς, τεχνολογικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς) εκείνη τη στιγμή είναι λιγότερο παραγωγικές

Τη δεκαετία του '80 η ερμηνεία αυτών των φαινομένων είχε ηθικολογικό χαρακτήρα. Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, πίστευαν πως θα ωθούσε τους αδύναμους για διορθωτικές κινήσεις. Μια υπερβολική και επίμονη εισαγωγική δραστηριότητα δημιουργεί αναγκαστικά εξωτερικό χρέος (για να πληρωθούν τα εισαγόμενα προϊόντα) και απώλεια θέσεων εργασίας (οι εισαγωγές δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας στη χώρα προορισμού, αλλά στη χώρα προέλευσης). Οι αδύναμες χώρες θα βρεθούν μπροστά σ’ ένα δίλημμα: ή να γίνουν πιο παραγωγικές (ώστε να παράγουν με χαμηλότερες τιμές) ή να χάσουν θέσεις εργασίας, έτσι αναγκαστικά θα κάνουν τη σωστή επιλογή, δηλαδή, θα προβούν σε μεταρρυθμίσεις αναγκαίες για τη βελτίωση της παραγωγικότητας.

Η ιδέα σύμφωνα με την οποία, αφής στιγμής βρεθούν στην πισίνα του ενιαίου νομίσματος, οι πιο αδύναμες χώρες θα μάθουν, θέλοντας και μη, να κολυμπάνε ήδη από μόνη της ήταν αρκετά αυταρχική και κλειστή στο πνεύμα της «αλληλεγγύης» και της «όλο και πιο σφιχτής ένωσης» σύμφωνα με τη ρητορική ευρωπαϊκού οράματος. Επιπλέον, είχε διαψευσθεί από την ιταλική εμπειρία, αλλά και από αυτήν την πιο πρόσφατη της Γερμανίας, η οποία δείχνει ότι οι πιο αδύναμες περιφέρειες, δεν μπορούν εύκολα να καλύψουν την απόσταση όταν συνθλίβονται από το βάρος ενός πολύ ισχυρού νομίσματος. [Xi]

Τέλος, αυτή η ιδέα ήταν λίγο «αφελής, με την έννοια πως είναι αφελές να αυταπατάσαι ότι, χωρίς μια ανατίμηση του νομίσματος της ισχυρής χώρας, η μείωση των τιμών στην αδύναμη χώρα μπορεί να διορθώσει τα πράγματα. Φυσικά, κατ' αρχήν, για να μειωθούν οι τιμές αρκεί απλά να γίνουμε πιο παραγωγικοί, αν ο ίδιος εργαζόμενος παράγει δύο φορές παραπάνω, τα αγαθά αυτά μπορούν να πωληθούν στη μισή τιμή. Αλλά η αύξηση της παραγωγικότητας δεν επιτυγχάνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Αυτός ο μηχανισμός δεν είναι συμβατός με τον επείγοντα χαρακτήρα που προκύπτει από την οικονομική κρίση.

Με το ξέσπασμα της κρίσης, είναι η ανεργία μάλλον(ή το κλείσιμο των επιχειρήσεων), που εξασφαλίζει τη συγκράτηση των τιμών. Αλλά αν η ανεργία επιμένει, οι εργαζόμενοι φεύγουν. Για τους «ορθόδοξους» οικονομολόγους είναι κάτι θετικό: επειδή μειώνεται το ποσοστό ανεργίας, από τη στιγμή που οι άνεργοι μεταναστεύουν πλέον δεν υπάρχουν άνεργοι. Ο Δόκτορ Πάνγκλος ένα πράμα!

Οι Κεϋνσιανοί οικονομολόγοι αντιθέτως διατηρούν επαφή με την πραγματικότητα και γνωρίζουν πως αυτοί οι άνεργοι είναι και πελάτες των τοπικών επιχειρήσεων: έτσι η μαζική έξοδός τους προκαλεί κρίση ζήτησης, η οποία βυθίζει τις ασθενέστερες περιφέρειες στην παγίδα υπανάπτυξης. Αν μειωθεί η τοπική πελατεία, για να καλύψεις το κενό θα πρέπει να απευθυνθείς στις αγορές του εξωτερικού, και για να το κάνεις αυτό θα πρέπει να μειώσεις ακόμη περισσότερο το κόστος της εργασίας, δηλαδή τα εισοδήματα των εργαζομένων, πιέζοντας περαιτέρω την εγχώρια ζήτηση σε μια ατελείωτη καθοδική σπείρα.

Αυτό είναι, άλλωστε, που εξηγεί την αδυναμία σύγκλισης των τιμών μεταξύ των ιταλικών περιφερειών. Η «εσωτερική» υποτίμηση (δηλαδή η συρρίκνωση των μισθών) είναι ένας μηχανισμός πολύ πιο αργός και αδρανειακός από την «εξωτερική» υποτίμησης (μείωση της εθνικής συναλλαγματικής ισοτιμίας). Αν ξεκινήσει η διαδικασία προσαρμογής, είναι δύσκολο να τη σταματήσει την κατάλληλη στιγμή, ειδικά αν την ευνοούν οι ήδη σε εφαρμογή διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (όπως οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας σε Ιταλία και Γαλλία). Παραμονεύει ο κίνδυνος λοιπόν εγκλωβισμού σε μια αποπληθωριστική σπείρα. Είναι αυτό που παρατηρούμε εδώ και δεκαετίες στην Ιταλία και ένα από αυτά για τα οποία μας προειδοποιεί σήμερα η ΕΚΤ σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν πως η σταθερή της συναλλαγματική ισοτιμία συνοδεύεται από ασθενέστερη ανάπτυξη [ΧΠ] Δεν είναι κάτι που προκαλεί έκπληξη: όταν ο μηχανισμός προσαρμογής βασίζεται στη μείωση των μισθών, είναι αναγκαία η αύξηση της ανεργίας (ώστε οι εργαζόμενοι να δέχονται πιο εύκολα τη μείωση του εισοδήματός τους). Είναι η εργασία όμως που δημιουργεί αξία. Έτσι ένα οικονομικό σύστημα που ισορροπεί μέσω της ανεργίας είναι καταδικασμένο να δημιουργεί μικρότερη αξία.

Η ιταλική εμπειρία δείχνει πως σε αυτό το παιχνίδι δεν κερδίζει κανείς. Αν ο Βορράς για καιρό εκμεταλλεύτηκε το Νότο ως πηγή φθηνού εργατικού δυναμικού, και ταυτόχρονα ως αγορά των βιομηχανικών του προϊόντων, μακροπρόθεσμα η απόκλιση μεταξύ των δύο τμημάτων της χώρας αποτελεί ένα κίνδυνο για την ανάπτυξη, υπονομεύει την οικονομική σταθερότητα και καταλήγει να προκαλέσει αποσχιστικές τάσεις(στην Ιταλία εκπροσωπούνται από τη Λίγκα του Βορρά). Το ίδιο σενάριο παρουσιάζεται σήμερα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Νομισματική ένωσης και «εξωτερικός περιορισμός» μεταξύ οικονομίας και πολιτικής

Ότι έχει ειπωθεί μέχρι τώρα δεν είναι κάτι καινούργιο. Ο Rudiger Dornbusch (MIT) ήδη από το 1996 υποστήριζε ότι «η πιο σοβαρή κριτική που μπορεί να ασκηθεί σε μια νομισματική ένωση είναι ότι εγκαταλείποντας τη δυνατότητα προσαρμογής μέσω της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι δεδομένο ότι το καθήκον για την προσαρμογή της ανταγωνιστικότητας και των τιμών θα μεταφερθεί στην αγορά εργασίας.... Η απώλεια αγαθών και εργασίας τελικά θα επικρατήσει....»[xiii] Δύο χρόνια αργότερα, ο Paul Krugman επεσήμανε ότι «ο πιο προφανής και πιο άμεσος κίνδυνος για την Ευρώπη είναι να ιαπωνοποιηθεί: να ολισθαίνει αμείλικτα στον αποπληθωρισμό και τη στιγμή που οι κεντρικοί τραπεζίτες θα αποφασίσουν να χαλαρώσουν το ζωνάρι, θα είναι πολύ αργά»[xiv] Πολύ πριν, το 1971, ο Nicholas Kaldor (Cambridge) είχε ορίσει πως:«θα ήταν επικίνδυνο λάθος να πιστεύουμε ότι η οικονομική και νομισματική ένωση μπορεί να έρθει πριν από την πολιτική ένωση, διότι αν η δημιουργία της νομισματικής ένωσης και ο κοινοτικός έλεγχος στα οικονομικά των κρατών μελών προκαλέσουν εντάσεις που οδηγούν στην κατάρρευση του συστήματος, η νομισματική ένωση θα εμπόδιζε την ανάπτυξη μιας πολιτικής ένωσης, αντί να την ευνοήσει. »[xv]

Σήμερα συμβαίνει ακριβώς αυτό που οι πιο έγκυροι οικονομολόγοι είχαν προβλέψει: βρισκόμαστε σε περίοδο αποπληθωρισμού, επειδή η προσαρμογή στους εξωτερικούς κραδασμούς (όπως η κρίση των «subprimes») έχει μεταφερθεί στην αγορά εργασίας (στους μισθούς μέσα από την αύξηση της ανεργίας), και ασκεί πίεση στις εθνικές οικονομίες απομακρύνοντας την προοπτική ίδρυσης μιας πολιτικής ένωσης.

Από αυτή την άποψη, μπορούμε να πούμε ότι το ευρώ είναι μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της οικονομικής επιστήμης: όλα όσα είχε προβλέψει έγιναν πραγματικότητα, και ακριβώς με τον τρόπο με τον τρόπο που τα είχε προβλέψει [XVI. ] Θα μπορούσαμε αντιθέτως να συμπεράνουμε πως η νομισματική ένωση ήταν μια μεγάλη ήττα της πολιτικής: αφού αγνόησαν τις προειδοποιήσεις των οικονομολόγων, οι πολιτικοί δεν έχουν επιτύχει κανέναν από τους στόχους που διακήρυξαν (ευημερία, τη σταθερότητα, την ειρήνη) και ποιος ξέρει αν ποτέ τους επιτευχθούν. Ωστόσο, ο διάλογος στην ιταλική πολιτική μας προσφέρει μια θολή εικόνα, που θα προσπαθήσω να περιγράψω, ξεκινώντας από τις δηλώσεις τριών από τους πολιτικούς μας, οι οποίοι ανέλαβαν θέσεις ευθύνης στην Ευρώπη.

Το 2001, ο Romano Prodi(τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), δήλωσε, «Είμαι βέβαιος ότι το ευρώ θα μας υποχρεώσει στην εισαγωγή νέων εργαλείων οικονομικής πολιτικής. Είναι αδύνατο πολιτικά να προταθούν τώρα, αλλά μια μέρα θα υπάρξει μια κρίση και θα δημιουργηθούν αυτά τα νέα εργαλεία.»[Xvii]

Ποια ήταν αυτά τα εργαλεία που κρίθηκαν αναγκαία, αλλά δεν ήταν πολιτικά δυνατό να προταθούν; Φυσικά, όλα αυτά που θα μπορούσαν με μεγαλύτερη ευελιξία να οδηγήσουν τους μισθούς προς τα κάτω. Σχετικά μπορούμε να αναφέρουμε τον Tommaso Padoa-Schioppa (εκείνη την εποχή μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, και αργότερα υπουργός στην κυβέρνηση Πρόντι): «Στην Ηπειρωτική Ευρώπη, ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων πρέπει τώρα να περιλάβει τους τομείς των συντάξεων, της υγείας, την αγορά εργασίας, την εκπαίδευση και άλλους. Πρέπει όμως να διέπεται από μια και μοναδική αρχή: να χαλαρώσει το δίκτυ προστασίας που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα κι είχε απομακρύνει σταδιακά το άτομο από την άμεση επαφή με τη σκληρότητα της ζωής, με τις ανατροπές της τύχης, με την τιμωρία ή την επιβράβευση των ελαττωμάτων ή προτερημάτων του». [xviii]

Σαφώς και η ιδέα το να πλησιάσεις απότομα τη σκληρότητα της ζωής δεν θα άρεσε στους ψηφοφόρους. Αυτή η σκληρότητα, ιδιαιτέρως η ανεργία, έχει χρησιμοποιηθεί για να εξασφαλιστεί η ευελιξία των μισθών προς τα κάτω: ο μηχανισμός προσαρμογής θεωρείται απαραίτητος για την επιβίωση του ενιαίου νομίσματος και ο οποίος σήμερα αναδιπλώνεται στον ίδιο του τον εαυτό τσαλακωμένος σε μια κρίση αποπληθωρισμού (όπως άλλωστε είχε προβλέψει ο Krugman). Όμως ο μηχανισμός αυτός ακόμη κι αν μπορούσε να λειτουργήσει, ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, θα παρέμενε ένα μικρό πρόβλημα: οι μισθοί σε μια καπιταλιστική οικονομία, αποτελούν το εισόδημα της πλειοψηφίας των πολιτών. Αυτό από μόνο του καθιστά ένα οικονομικό σύστημα πολιτικά λιγότερο βιώσιμο και σε κάθε κρίση απαιτεί τη μείωσή τους. Στο πλαίσιο αυτό, το 1998, ο Mario Monti (τότε Ευρωπαίος Επίτροπος για την Εσωτερική Αγορά) είχε πει: «Εν κατακλείδι, στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα ενδιέφερε οι χώρες να ασκήσουν πολιτικές εξυγίανσης. Και δέχτηκαν να αναλάβουν το βάρος της αντιδημοτικότητας όντας πιο μακριά και λιγότερο εκτεθειμένα στην εκλογική διαδικασία». [Xix]

Η ιταλική εμπειρία παρέχει έτσι ένα νέο αναλυτικό πλαίσιο σε συμφωνία με τις δηλώσεις των Ιταλών πολιτικών: προφανώς, οι ελίτ των περιφερειακών χωρών της ΕΕ, όπως η Ιταλία, ήθελαν να διαλύσουν και να ιδιωτικοποιήσουν το κοινωνικό κράτος(Padoa Schioppa) κάτω από την πίεση μιας έκτακτης ανάγκης που προκαλείτε από τις οικονομικές κρίσεις(Prodi), χρησιμοποιώντας την ΕΕ ως αποδιοπομπαίο τράγο (Monti). Πρόκειται για μια δυναμική πολιτική που έχει θεωριτικοποιηθεί και αναλυθεί από πολλούς συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Featherstone.

Η είσοδος στο ευρώ, και προηγουμένως στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα, έχει δημιουργήσει έναν «εξωτερικό περιορισμό», με σκοπό να εξασφαλιστεί η πολιτική βιωσιμότητα του σχεδίου, σε πολλά επίπεδα: πρώτον, διότι οι κρίσεις που η διαδικασία της νομισματικής ολοκλήρωσης καθιστούν αναπόφευκτες, προσφέρουν ευκαιρίες για την πρόοδο του σχεδίου της πολιτικής ένωσης. Είναι η θεωρία του Jean Monnet, σύμφωνα με την οποία «η Ευρώπη θα οικοδομηθεί μέσα από τις κρίσεις και θα είναι το άθροισμα των λύσεων που επέφεραν αυτές οι κρίσεις.»[ΧΧ] Επιπλέον, οι οικονομικές κρίσεις επιτρέπουν να προτείνονται στους πολίτες, ως μέτρα έκτακτης ανάγκης, περικοπές στον προϋπολογισμό των οποίων τα αποτελέσματα στην κατανομή του εισοδήματος θα είναι μόνιμα. [xxi]

Ακόμα, επειδή αυτό επιτρέπει σε έναν «τρίτο», «ανεξάρτητο»οργανισμό και κυρίως εκτός δημοκρατικού έλεγχου των ψηφοφόρων, δηλαδή στην «Ευρώπη», την ευθύνη οπισθοδρομικών πολιτικών που οι ψηφοφόροι θα είχαν απορρίψει αν τους είχαν προταθεί με ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων. Εδώ είναι που τα λόγια του Monti δένουν με την ανάλυση του Featherstone περί «εξωτερικού περιορισμού»: δεδομένου ότι το ενιαίο νόμισμα δεν είναι συμβατό με το ευρωπαϊκό σύστημα προστασίας της εργασίας, το τελευταίο πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του στο πρώτο.

Για να εξασφαλιστεί η επιτυχία αυτού του πολιτικού σχεδίου, το οποίο, στην ουσία, ήταν ένα σχέδιο ανακατανομής των εισοδημάτων, έπρεπε να παρουσιαστεί ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα ανεξέλεγκτων καταστάσεων (όπως η παγκοσμιοποίηση) και σφαλμάτων του παρελθόντος (σπάταλες κυβερνήσεις). Η πραγματικότητα ήταν λίγο διαφορετική: η διάλυση του κοινωνικού κράτους καθώς και του συστήματος προστασίας της εργασίας δεν είχε ως στόχο την εξυγίανση των κρατικών προϋπολογισμών, που δεν υπήρχε ανάγκη, [xxii], αλλά κυρίως να προωθήσει την προσαρμογή των μισθών προς τα κάτω, ουσιαστικός μηχανισμός σε ένα καθεστώς ενιαίου νομίσματος.

Από αυτή την άποψη, το ευρώ ήταν αναμφίβολα μια μεγάλη επιτυχία. Τώρα πια στην Ιταλία, λίγο ως πολύ όλοι παραδέχονται πως ο μπαμπούλας του δημόσιου χρέους δεν δικαιολογεί τις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν κατά τα τελευταία πέντε έτη (από την μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, σε εκείνην στην εκπαίδευση, σε εκείνη του εργατικού κώδικα, όπως προτάθηκαν από τον Padoa Schioppa) στην Ιταλία. Η έναρξη της τραπεζικής κρίσης έδειξε σε όλους ότι το πρόβλημα βρίσκεται αλλού, δηλαδή στο ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, και όχι στον δημόσιο τομέα. [Xxiii] Η φτωχοποίηση μιας ολόκληρης χώρας με υψηλότερους φόρους και περικοπές στις κοινωνικές παροχές, επιδείνωσαν την κατάσταση, αλλά η διαγραφή των αποτελεσμάτων από αυτά τα λάθη δεν θα είναι εύκολη υπόθεση.

Bagnai, A. 2016. Italy’s decline and the balance-of-payments constraint: a multicountry analysis. International Review of Applied Economics, 20, 1-26.

[ii] Giandomenico Majone (2014) Rethinking the union of Europe post-crisis – Has integration gone too far?, Cambridge: Cambridge University Press; Jan Zielonka (2014) Is the EU doomed?, Cambridge: Polity Press.

[iii] Joh[i]n Maynard Keynes (1931) Essays in persuasion, London: MacMillan.

[iv] Su questo ultimo punto, Davide Furceri et Prakash Loungani (2015) « Capital Account Liberalization and Inequality »,

IMF Working Papers 15/243, International Monetary Fund.

[v] Banca Centrale Europea (2016) « Economic Bulletin », n. 3 (marzo).

[vi] Kevin Featherstone K. (2001) “The political dynamics of the vincolo esterno: the emergence of EMU and the challenge to the European social model”, Queen’s Papers on Europeanisation, 6, Belfast: Queens University.

[vii] Fabio Busetti, Silvia Fabiani, Andrew Harvey (2006) “Convergences of prices and rates of inflation,” Temi di discussione (Economic working papers) 575, Bank of Italy, Economic Research and International Relations Area.

[viii] Fabio Busetti, Lorenzo Forni, Andrew Harvey, Fabrizio Venditti (2007) “Inflation Convergence and Divergence within the European Monetary Union,” International Journal of Central Banking, vol. 3(2), pp. 95-121, giugno.

[ix] Carmen M. Reinhart, Belen Sbrancia (2011) “The liquidation of government debt”, BIS Working Papers, n. 363, novembre

[x]Αυτή η προσέγγιση είναι πια αποδεχτεί και από την ΕΚΤ(δες το σημείο v.).

[xi]Η γερμανική εμπειρία περιγράφεται από τον Vladimiro Giacché (2013) Anschluss. L’annessione. L’unificazione della Germania e il futuro dell’Europa. Reggio Emilia: Imprimatur Editore.

[xii] Eduardo Levy-Yeyati, Federico Sturzenegger (2003) “To Float or to Fix: Evidence on the Impact of Exchange Rate Regimes on Growth,” American Economic Review, vol. 93(4), pp. 1173-1193; Martin T. Bohl, PhilipMichaelis, Pierre L. Siklos (2016) “Austerity and recovery: Exchange rate regime choice, economic growth, and financial crises”, Economic Modelling, vol. 53, pp. 195-207

[xiii] Rudiger Dornbusch (1996) “Euro fantasies”, Foreign Affairs, vol. 75, n. 5 (la traduzione è nostra).

[xiv] Paul Krugman (1998) “The euro: beware of what you wish for”, Fortune, dicembre (la traduzione è nostra).

[xv] Nicholas Kaldor (1971) “The Dynamic Effects of The Common Market”, The New Statesman, 12 marzo.

[xvi] Απομένει να εξηγηθούν οι λόγοι για τους οποίους η πλειονότητα των οικονομολόγων υπεραμύνθηκε την περίοδο της κρίσης το ευρωπαϊκό σχέδιο του οποίου είχαν προβλέψει την αποτυχία.

[xvii] Romano Prodi (2001) “Prodi pledges to make role more visible after attacks on leadership”, intervista sul Financial Times, 5 dicembre 2001, p. 1 (edizione di Londra).

[xviii] Tommaso Padoa Schioppa (2003) “Berlino e Parigi: ritorno alla realtà”, Il Corriere della Sera, 26 agosto 2003.

[xix] Federico Rampini (1998), Intervista sull’Italia in Europa, Roma, Bari: Laterza.

[xx] Jean Monnet (1976) Mémoires, Paris: Fayard.

[xxi] Ishac Diwan (2001) “Debt as Sweat: Labor, financial crises, and the globalization of capital”, mimeo, World Bank.

[xxii] Commission Européenne (2012), “Fiscal sustainability report”, settembre.

[xxiii] Richard Baldwin, Francesco Giavazzi (2015) The Eurozone crisis: a consensus view of the causes and a few possible solutions, Londre: CEPR Press-

Πηγή: vocidallestero

* Καθηγητής οικονομικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο της Πεσκάρας στην Ιταλία.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344