Περί προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ και Μεγάλου Συνασπισμού

Του Κώστα Κωστόπουλου.

Η αλήθεια είναι ότι ακόμη και οι στενοί παρακολουθητές της επικαιρότητας, είναι δύσκολο να διατηρούνται ενημερωμένοι για τις εξελίξεις στις θέσεις, οικονομικές και πολιτικές, της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η δυσκολία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, αν μιλάμε για την πολιτική δύναμη που βρίσκεται εν αναμονή ανάληψης κυβέρνησης, αλλά πολύ περισσότερο επειδή δε πρόκειται περί μιας ακόμη κυβερνητικής εναλλαγής, αλλά μιας πρωτόφαντης κυβέρνησης Αριστεράς.

 

Η παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, από τον καθ’ ύλην αρμόδιο, Γ. Μηλιό, υπεύθυνο οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, ήρθε να προστεθεί στο μίνι «σοκ» που προκάλεσε η προ ημερών Σταθάκεια δήλωση για το 5% του χρέους ως επαχθές. Τα «εγκεφαλικά» πολλαπλά, ίσως αναμενόμενα, πιθανότατα όχι τα τελευταία.
Συμπυκνωμένα, η συλλογιστική έχει ως εξής : 

Πρώτον, το χρέος είναι μη βιώσιμο, και επειδή στόχος είναι το ελληνικό Δημόσιο να είναι αξιόχρεο (sic), θα προβούμε σε διακανονισμό του χρέους αλά Γερμανία το 1953. Δηλαδή το χρέος πρέπει να αποπληρωθεί - δεν τίθεται θέμα αν είναι δίκαιο ή όχι να αποπληρωθεί, αφού ούτως ή άλλως 5% μόνο είναι επαχθές - μόνο που είναι υπέρογκο, τεράστιο, δυσθεόρατο και δεν μπορεί να το εξυπηρετεί η Ελλάδα. Για αυτό πρέπει να παρθούν εκείνα τα μέτρα, ώστε να μπορεί να το αποπληρώνει κανονικά, ήτοι ρήτρα ανάπτυξης.
Δηλαδή θα ζητήσουμε από τους «εταίρους» της τρόικα να μας κουρέψουν το χρέος τόσο, ώστε να γίνει βιώσιμο και να αποπληρώνουμε το υπόλοιπο, με όρο να ακυρωθεί το γερμανικό δόγμα περί λιτότητας που απαρέγκλιτα ακολουθείται χρόνια τώρα. Θα τους πούμε δηλαδή, θα πληρώσουμε το χρέος, αρκεί να σταματήσετε τη λιτότητα. Τουλάχιστον μεγαλοφυές, αν σκεφτεί κανείς ότι μια βασική αξία χρήσης του χρέους για τους ευρωπαίους «εταίρους» είναι ακριβώς μέσω αυτού να μας επιβάλλουν την πολιτική τους, εν προκειμένω τη λιτότητα.

Δεύτερον, εν συνεχεία, και αφού διευθετήθηκε το ζήτημα του χρέους, εντοπίζεται συμφωνία στο στόχο των «εταίρων» για δημοσιονομική σταθερότητα, επομένως για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και πρωτογενές πλεόνασμα. Συμφωνία στο στόχο, διαφωνία στα μέσα επίτευξης του. Ο ορθός και αποδεκτός στόχος της δημοσιονομικής σταθερότητας δε θα επιτευχθεί με λιτότητα αλλά με ανατροπή της λιτότητας. Κατά Γ. Μηλιό πάντα, μέσω ενός δικαιότερου και απλοποιημένου φορολογικού συστήματος, μέσω πάταξης της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς και μιας γενναίας αναδιάρθρωσης του δημοσίου («…που θα τρίβουμε τα μάτια μας», δεν πρόλαβε να διευκρινίσει κάτι παραπάνω), όχι μόνο θα ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός, θα προκύψουν πρωτογενή πλεονάσματα, θα έρθει η πολυπόθητη δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά θα δύσει και η ανθρωπιστική κρίση που μεσουρανεί στην Ελλάδα. Η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού στα 751€, η επαναπρόσληψη των απολυμένων των ΔΕΚΟ και μέτρα όπως φθηνότερο ρεύμα για συγκεκριμένες ομάδες, ή μείωση του φόρου ακίνητης περιουσίας, είναι αυτά που χωράνε εντός του πολιτικού-οικονονικού πραγματισμού του Γ. Μηλιού.
Δηλαδή, με μια καλύτερη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και μια δικαιότερη φορολογία υπέρ των φτωχών και εις βάρος των πλούσιων, θα αφήσουμε πίσω μας τη λιτότητα, και θα ανοίξουμε, αργά πλην θριαμβευτικά, τις πύλες της ανάπτυξης, υλοποιώντας μάλιστα και τους κοινά συμφωνημένους στόχους με τους «εταίρους» μας. Με ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια.

Τρίτον και μεσο-μακροπρόθεσμο, δημιουργία σταθερού, επιχειρηματικού και κοινωνικού περιβάλλοντος με κοινωνική συναίνεση, ώστε να περάσουμε στην ανάπτυξη, αφού η έλλειψη αυτών ευθύνεται για τη μη προσέλκυση ξένων επενδύσεων ενώ η λιτότητα για την μη ανάκτηση ανταγωνιστικότητας (ξανά sic). Αφού συμβούν όλα αυτά, περίπου σε εκείνο το χρονικό ορίζοντα, θα μπορέσει η κυβέρνηση της αριστεράς να αυξήσει τους μισθούς, τις συντάξεις κλπ.

Μην περιμένετε και πολλά, κρατείστε μικρό καλάθι.

Στη βάση αυτή, ποια κοινά στοιχεία έχει το οικονομικό πρόγραμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης με νεοφιλελεύθερη αντίληψη, ποια με σοσιαλδημοκρατική-κεϋνσιανή-μεταβατική ή όπως αλλιώς, ποια με αριστερή-ριζοσπαστική; Ή μήπως γίνεται να υλοποιήσεις νεοφιλελεύθερους στόχους με κεϋνσιανά ή και αριστερά, ριζοσπαστικά μέσα;
Και ανάποδα, μιλώντας πολιτικά, τι διαφορές έχει με τον προεκλογικό λόγο του Σαμαρά στο Ζάππειο 3 τον Απρίλη του 2012 ή με τις συμβουλές Ομπάμα το περασμένο καλοκαίρι;
Η αποδοχή των πλαισίων και ο συνακόλουθος πολιτικός πραγματισμός δεν αφήνουν πολλά περιθώρια διαχωρισμού.

Πού ακριβώς διαχωρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ από τη ΝΔ;

«Όραμά μας είναι να ξαναπάρουμε τη μοίρα μας στα χέρια μας. Να ξαναπάρουμε τη χώρα μας στα χέρια μας. Με Ανάκαμψη , Κοινωνική Συνοχή , Μεγάλες μεταρρυθμίσεις και Ανάπτυξη . Ώστε να απαλλαγούμε πολύ σύντομα από τα δεσμά του Μνημονίου και του υπερδανεισμού. »
Αντώνης Σαμαράς, Ζάππειο 3, 22/04/2012

«Πρέπει εκτός από τη δημοσιονομική προσαρμογή να υπάρξει ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας»
Μπάρακ Ομπάμα, 09/08/2013

Το οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης βρίσκεται σε αδιέξοδο, προ των πυλών του χρηματοδοτικού κενού, με τους γερμανούς να μην είναι διατεθειμένοι να χαλαρώσει η λήψη και η υλοποίηση των μέτρων. Η κυβέρνηση έχει υποστεί μεγάλη φθορά λόγω της αντιλαϊκής πολιτικής που εφάρμοσε από τη στιγμή που συγκροτήθηκε. Είναι γεγονός ότι η κυβερνητική πολιτική βρίσκεται σε αδιέξοδο.
Όμως, η αστική πολιτική δεν βρίσκεται σε αδιέξοδο. Και αυτό γιατί δεν αμφισβητούνται μαζικά πολιτικά κεντρικοί πυλώνες της : 
Α. Παραμονή στην Ευρωζώνη και την ΕΕ, 
Β. Αποπληρωμή του χρέους και παραμονή στη μέγγενη του, 
Γ. Δημοσιονομική σταθερότητα, ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, πρωτογενή πλεονάσματα, λιτότητα 
Δ. Κάθαρση και αναδιάρθρωση στο δημόσιο.

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, από τα χείλη του Γ. Μηλιού, δεν έρχεται σε αντιπαράθεση ή σύγκρουση σχεδόν σε τίποτα με αυτούς τους πυλώνες. Το ΔΝΤ, ο Ομπάμα, οι Γερμανοί συμφωνούν ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, ο κόσμος το έχει τούμπανο. Η ρητορεία περί ανάπτυξης κόντρα στη λιτότητα αποτέλεσε το σαμαρικό πολιορκητικό κριό διαφοροποίησης από το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ, για να παρθεί πίσω την επόμενη μέρα των εκλογών. Για να μη συζητήσουμε την κάθαρση και την αναδιάρθρωση του δημοσίου που βρίσκεται σε κάθε προεκλογικό πρόγραμμα του δικομματισμού την τελευταία δεκαετία και βάλε.

Με βάση τα παραπάνω, έχει άδικο ο συνομιλητής του Γ. Μηλιού στο πάνελ, Θανάσης Μαυρίδης, διευθυντής της εφημερίδας Κεφάλαιο, όταν διαπιστώνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μετατοπιστεί και λογικευθεί και του απευθύνει το ερώτημα αν θα μπορούσε να υπάρξει συνεργασία με τις αστικές δυνάμεις για ένα εθνικό πρόγραμμα; 

Το φθινόπωρο ήχησαν τα πρώτα κελεύσματα των σειρήνων με τη φιλολογία περί συνταγματικού τόξου. Η από κοινού ψήφιση του νομοσχεδίου για τη χρηματοδότηση των κομμάτων αποτέλεσε ένα πρώτο δείγμα γραφής. Τον χειμώνα, αστικοί, νεοφιλελεύθεροι, φιλοκυβερνητικοί κύκλοι, (capital.gr, Καθημερινή, Έθνος) αντιλαμβανόμενοι ότι η ΝΔ και το αστικό μπλοκ θα λουστεί ισχυρή φθορά στις επερχόμενες εκλογικές διαδικασίες, προχώρησαν ακόμη ένα βήμα και μιλάνε τις τελευταίες μέρες για ένα Μεγάλο Συνασπισμό. Ρίχνουν άδεια για να πιάσουν γεμάτα; Μπορεί. Όσο όμως η απάντηση στο ερώτημα «πού διαχωρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ από τη ΝΔ;» ηχεί μειούμενα πειστική, τα άδεια θα γίνονται γεμάτα. Αν προεκλογικά η αξιωματική αντιπολίτευση έχει φτάσει στο σημείο να εγκαλείται στο ότι τεχνητά διαχωρίζεται από την κυβέρνηση, τι θα συμβεί αν βγει πρώτο κόμμα χωρίς αυτοδυναμία;
Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτό που ανοίγει το δρόμο για εθνική συνεννόηση, όχι οι «αριστεροί ψάλτες». Μόνο που αυτή η εθνική συνεννόηση, θα σημάνει την καταβαράθρωση του ΣΥΡΙΖΑ και εν γένει της αριστεράς με την παράλληλη διάσωση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος και εναπομείνασα εναλλακτική την ανάδυση της ακροδεξιάς πτέρυγας.

Υπό αυτή την έννοια, στερείται λογικής το επιχείρημα : «αν κάποιος θα αλλάξει τα πράγματα, θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ». Ακριβώς γιατί δεν αρκεί να έχει κανείς τα οργανωτικά-εκλογικά μεγέθη, χρειάζεται και ριζοσπαστικό πρόγραμμα. Σε αυτό το επίπεδο, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ τείνει να γίνει το όχημα για «εθνική» συνεννόηση, διάσωση του πολιτικού συστήματος, καταβαράθρωση της αριστεράς.

Το αναγκαίο πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση υπέρ του λαού και των εργαζομένων, εξ αντικειμένου έρχεται σε σύγκρουση με τους βασικούς πυλώνες της αστικής πολιτικής και αμφισβητεί τα πλαίσια της. Ρεαλιστικά μιλώντας, οι δυνάμεις που σήμερα συμφωνούν σε ένα τέτοιο πρόγραμμα και θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να αναλάβουν την ευθύνη να το προωθήσουν στην πράξη, βρίσκονται σκόρπιες και ασυντόνιστες. Θεωρούμε, όμως, ότι όχι μόνο θα έπρεπε, αλλά μπορούν να συγκροτήσουν το αναγκαίο μέτωπο διεξόδου. Ζητάμε το αδύνατο;

 

* Ο Κώστας Κωστόπουλος είναι μέλος της Παρέμβασης και του Σχεδίου Β' Θεσσαλονίκης.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Μπόταση 6, Εξάρχεια, 1ος όροφος 

info@sxedio-b.gr

210 3810040