Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια: είμεθα Έλληνες κ’ εμείς τι άλλο είμεθα; Του Γ. Περάκη

Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια: είμεθα Έλληνες κ’ εμείς τι άλλο είμεθα; Του Γ. Περάκη

 

 

Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια:
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς τι άλλο είμεθα;

 

Γέννηση

«Τον τόπο τούτο που γεννήθηκα τον λεν

Ελλάδα!

Η χαραυγή καθώς πρωτάνοιξα τα μάτια μου

ήρθε γλυκά να μου χαμογελάσει.

Στους δρόμους των ανθρώπων πρωταντίκρυσα

τον Περικλή και το Φειδία.

Μα πάντα

μπρος στα μάτια μου ανυπέρβλητος υψώνουνταν

ο Λεωνίδας

σε μιαν αποθέωση μεγαλείου και δόξας.

Αυτός μας έμαθε το μέγα μυστικό,

πως δεν υπάρχει δρόμος συντομότερος

για να μας ανεβάσει στην κορφή του Ολύμπου!

Παιδικά Χρόνια, Αντρωμα

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της
Aιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός;
Pώτησε την καρδιά σου,
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ;
Aξίζει να γελιούμαστε;

αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς, τι άλλο είμεθα;
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της
Aσίας
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ’ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό,
καμιά
Aραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καημένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

A, όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της
Aιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

Βάσανος, Αναζήτηση

Βάρβαρες φυλὲς μὲ μεγάλα πέλματα ἀνασκαψαν τὴν πατρικὴ γῆ καὶ μόνο ἕνα χάνι ἐρειπωμένο ἔστεκε ἀκόμα πλάι στὸ δρόμο, ὅπου ἄφηναν τὶς ψεῖρες τοὺς οἱ περαστικοί.

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία

έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο

εμπόριο

κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,

μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους

λαχειοπώλες

διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις

τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία

δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,

ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,

χρεώγραφα

κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;

«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν

ποτέ απεργία

μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές

περηφάνειες

γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ' όλη τη βέβαιη νειότη σου,

βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα

μαζέψουν

νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,

δολλάρια ασημένια

η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται

πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα θα χρειαστούν

μεθαύριο

σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,

κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο

θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω

απ' τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας

μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,

τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,

είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,

ο Pοκφέλλερ άρχισε

πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο

προστατευτικό σπίτι

με τις πέτρες που μου ρίξατε

σ' όλη τη ζωή μου.

Eίχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ' έδειχναν μόνο με το δάχτυλο κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο που όλο στένευε σε πλησιάζανε σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς.

Kι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ' όλα αξιαγάπητος κύριος.

Αναζητώ την Ελλάδα στις πέτρες
που πετούν οι αγαναχτισμένοι,
στις ανοιχτές παλάμες που τρέμουν υψωμένες
την πλατεία Συντάγματος
ξερνώντας οργή ή μήπως μια ύστατη ελπίδα, δεν ξέρω.

Αναζητώ την Ελλάδα στις γειτονιές
που προσδοκούν την επιστροφή των παιδιών,
του φίλου μου τα θυμωμένα λόγια
(έχω ακόμη το σπίτι μου, βλέπεις)
στα σφραγισμένα στόματα όσων επέλεξαν τη σιωπή.

Αναζητώ την Ελλάδα στη πόλη μου
που με μισεί γιατί με ντρέπεται,
στα κλεισμένα μαγαζιά,
στο μαύρο αριθμό των φευγάτων,
στ’ αποκαΐδια των οραμάτων μου
και σ’ ενός αγνώστου τοίχου τη φιλία.

Αναζητώ την Ελλάδα στη καλογυαλισμένη εικόνα
των υποψήφιων βουλευτών,
στις γωνιές των δρόμων όπου σφυρίζει ο θάνατος,
στους αργόσυρτους ήχους μιας καμπάνας,
στην αδύναμη φωνή του ψάλτη να ευαγγελίσει το
«Χριστός Ανέστη»

καθώς αργεί πολύ αυτή η ανάσταση.

Με το αίμα μου σε ιστορώ πατρίδα μου

πολιτείες παραδομένες στο μπετόν
δρόμοι σημαδεμένοι με ξενικές επιγραφές
κάθε οικοδομή και μια τράπεζα
κάθε γωνιά κι ένα φροντιστήριο
κάθε διαμέρισμα κι ένα διαφθορείο
οι νέοι με τα μηχανάκια
τα αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο
αναρίθμητα ξενοδοχεία και υπηρέτες
εκτρώσεις σε ιδιωτικά ιατρεία
οι άρρωστοι στους διαδρόμους των νοσοκομείων
δεκατρείς χιλιάδες δικηγόροι στην πρωτεύουσα
και οι εργολάβοι σε απεργία
με παγάκια και ξηρούς καρπούς
προδότες που δοξολογούνται
δωσίλογοι που αμείβονται
χαφιέδες που καταχωρούν τα ίχνη της αγωνίας μας

στο καφενείο του χωριού ο λαός περιμένει
πριν και μετά τις διαφημίσεις
το επόμενο έμβασμα του μετανάστη
το επόμενο αστυνομικό σήριαλ
την επόμενη μοναδική διέξοδο
κοινή ευρωπαϊκή εξαγορά
τα ψάρια νεκρά
ο αέρας μαύρος
η γη πουλημένη
ελεύθερο αστικό καθεστώς και ιδιωτική πρωτοβουλία

κι η ελιά να γαντζώνεται με πείσμα
ν’ απλώνει παλάμες στον απίστευτα γαλάζιο ουρανό
αιώνες τώρα
και τα πεύκα να χαϊδεύουν τη θάλασσα

πατρίδα μου
το μεγαλείο σου τέλος δεν έχει

Λύτρωση

Ακέρια η γης εσείστηκε κι εβρόντηξε όλη η πλάση
μια φούχτα άνθρωποι ανίσκιωτοι, μες σε μια φούχτα τόπο,
κάτι σπασμένα μάρμαρα, κάτι φαρδιά πλατάνια,
μόνο μπαρούτι τους το φως και σκάγια τους οι ελιές τους
και δίπλα τους η Παναγιά, κι η Λευτεριά μπροστά τους
να φέγγει απ’ το βαθύ καημό κι απ’ τα πορτοκαλάνθια.

Κι εκεί, στου δρόμου το σταυρό, στο μυστικό δαφνώνα,
να οι Θερμοπύλες έτοιμες, να και το Εικοσιένα,
όρθια τ’ αλέτρια κι οι πηγές, όρθιοι κι οι αποθαμένοι,
η Ελλάδα η μυριοπίκραντη με τα γαλάζια μάτια,
μ’ ένα σταμνί στην κεφαλή, μ’ ένα σπαθί στο χέρι,
κι απάνου στο χωμάτινο σπασμένο κεραμίδι
δυο καρβουνάκια κόκκινα κι ένα κουκκί λιβάνι,
η φλόγα της καλής αντρειάς, του δίκιου ο δυναμίτης
κι ακέρια η γης εβρόντηξε κι ο κόσμος εφωτίστη.

Γιάννης Περάκης

Οικονομολόγος

Πηγές

Ηλ. Σιμόπουλος, Ελλάδα (Απόσπασμα από το ποίημα «Το Μέγα Μήνυμα»)

Κ. Π. Καβάφης: Επάνοδος από την Ελλάδα» Από ταΚρυμμένα Ποιήματα 1877-1923

Ελλάδα 1979 Τ. Νικηφόρου, Ο μεθυσμένος ακροβάτης (1979) Θυμάσαι στην Ελλάδα

Τάσος Λειβαδίτης, Χοιριστάσιο.
Αναζητώ την Ελλάδα Μ. Κοκκινάκη, Η γούρνα με τα περιστέρια, Αχ Ελλάδα, σ’ αγαπώ

Γ. Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Μπόταση 6, Εξάρχεια, 1ος όροφος 

info@sxedio-b.gr

210 3810040