Πρόληψη της Αυτοκτονίας σε Κοινωνικό Επίπεδο Δημούλης Ι. Κωνσταντίνος, Μπασιώτη Παρασκευή

Πρόληψη της Αυτοκτονίας σε Κοινωνικό Επίπεδο  Δημούλης Ι. Κωνσταντίνος, Μπασιώτη Παρασκευή

Πρόληψη της Αυτοκτονίας σε Κοινωνικό Επίπεδο

Δημούλης Ι. Κωνσταντίνος, Μπασιώτη Παρασκευή

Δεδομένου ότι δίδεται έμφαση στη σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, θεωρείται σημαντικό να γίνει αναφορά σε αυτό το βασικό θεωρητικό πλαίσιο. Η Γενική Θεωρία Συστημάτων θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη, καθώς πρεσβεύει ότι η διατήρηση ενός οργανισμού έγκειται στην πολύπλοκη αλληλεπίδραση των συστατικών στοιχείων του (Goldenberg & Goldenberg, 2005). Μια βασική πεποίθηση της θεωρίας είναι ότι αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη συμπεριφορά ενός μέλους μιας οικογένειας, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να την κατανοήσουμε μέσα στα πρότυπα συμπεριφοράς όλων των μελών (Τριανταφύλλου, 2002).

«Ηίδια "λογική" ισχύει και για τη συστημική κατανόηση των ιδεών, των πιστεύω των ατόμων όπως συνδέονται, συναρτώνται κι αλληλεπιδρούν με τις ιδέες, τα πιστεύω και την ιστορία των γύρω τους, των ευρύτερων συστημάτων τους» (Τριανταφύλλου, 2002: 57). Επομένως, ο άνθρωπος και οι κοινωνικές ομάδες που δημιουργεί πρέπει να προσεγγίζονται δυναμικά ως διεργασίες (μια σειρά γεγονότων που επαναλαμβάνεται στο χρόνο και στο χώρο) και όχι ξεχωριστά από το περιβάλλον τους. Το άτομο και οι κοινωνικές ομάδες είναι ανοικτά συστήματα και εντάσσονται σε μεγαλύτερες ομάδες – υπερσυστήματα, δηλαδή τα υποσυστήματα τους. Ανταλλάσσουν πληροφόρηση, ύλη και ενέργεια με τα υπερσυστήματα και με αυτόν τον τρόπο μπορούν όχι μόνο να εξακολουθήσουν να έχουν τη δομή και τη λειτουργικότητά τους, αλλά να εμφανίσουν καινούριες δομές με δική τους λειτουργικότητα και σχέσεις (Σιγάλας, 1987).

Σήμερα, το άτομο βρίσκεται απρόσμενα σε μια κατάσταση όπου η καθιερωμένη σχέση του με την κοινότητα, την κοινωνία, τις δομές και τους θεσμούς της φαίνεται να καταρρέει, δημιουργώντας αποδιοργάνωση, έντονο στρες και πιθανή απώλεια ελέγχου. Καθίσταται παρατηρητής των εξελίξεων που το αφορούν και που επέρχονται ξαφνικά και ραγδαία.  Σύμφωνα με τον Κ. Μαρξ (2003) σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο, η αυτοκτονία δεν είναι παρά ένα από τα χιλιάδες συμπτώματα της γενικευμένης, συνεχούς κοινωνικής πάλης, από την οποία παραιτούνται τόσοι πολλοί, απλά επειδή έχουν κουραστεί να βρίσκονται διαρκώς ανάμεσα στους ηττημένους και τα θύματα.

Ο Γερμανός ιστορικός Norbert (1997) είχε πριν δεκαετίες υποστηρίξει ότι ο εκδημοκρατισμός συνεπάγεται την εκ μέρους του κράτους μονοπώληση της βίας.  Μια διαρκής, και κυρίως, υποδόρια «δομική βία», η μη – υλική βία των κοινωνικοοικονομικών δομών (Nordstrom & Martin, 1992), της φτώχειας και των στερήσεων, των ανισοτήτων και των διακρίσεων που προκαλεί απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και εξίσου έντονη κοινωνική οδύνη, αλλά επίσης μεταλλάσσεται και σε πρακτικές «καθημερινής βίας» (Bourgois, 2001). Θα μπορούσε να ισχυριστεί, λοιπόν, κανείς ότι το αποτέλεσμα είναι η θεσμοποίηση και η «ρουτινοποίηση» μιας ιδιαίτερης ανθρωπολογικής βίας, η αποδοχή της από όλο και περισσότερα στρώματα του πληθυσμού, η διάθλαση και η ανάκλασή της και σε άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής, η διάχυση της στο ευρύτερο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, πρακτικών και συμφραζομένων. Πλέον η βία αποτελεί οργανωτική αρχή στην κοινωνία, ικανή να δομήσει μέρος της κοινωνικής εμπειρίας, των αντιλήψεων και των αξιών (Abbink, 2000).

Αρκετοί ερευνητές κάνουν λόγο ότι μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η ελληνική κοινωνία μετατράπηκε σε ανομική. Ίσως και η κοινωνία μας να ήταν επί δεκαετίες ανομική: «Κανένα ζωντανό ον δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένο εκτός εάν οι ανάγκες του αναλογούν με επάρκεια στα μέσα του… Οι  απεριόριστες επιθυμίες είναι εξ’ ορισμού ανικανοποίητες ενώ η απληστία θεωρείται σωστά σαν ένα σημάδι νοσηρότητας» (Durkheim, 276 και 278). Μια πιθανή ανάγνωση, λοιπόν, είναι ότι όσο οι κοινωνικοί δεσμοί χαλάρωναν, τόσο τα άτομα έπαυαν να βάζουν όρια στις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες τους. Κι αυτό συνιστούσε μια μορφή «ανομικής» κατάστασης, όπου οι κοινωνικοί και/ή ηθικοί κανόνες ήταν μπερδεμένοι και ασαφείς. Σε μια κατάσταση στην οποία οι κανόνες και τα προκαθορισμένα όρια συμπεριφοράς απουσιάζουν, το αποτέλεσμα είναι οι πολίτες να μην μπορούν να αντιληφθούν τη θέση τους στην κοινωνία.

Ωστόσο, η έννοια της ανομίας δεν παραπέμπει μόνο στην ατομική παραβατικότητα, αλλά και στην παραβίαση κανόνων ή/και νόμων από το ίδιο το κράτος. Αυτή η μορφή ανομίας υποκρύπτει τη βαθύτερη αδυναμία της πολιτείας να ικανοποιήσει τις ανάγκες των μελών της. Σε αυτό το πλαίσιο, η «οδύνη στον αστικό χώρο» (urban suffering) παρουσιάζει αύξηση και εμπλέκει σε ένα δαιδαλώδες πλέγμα όλες τις κατηγορίες του κοινωνικού μωσαϊκού που προκάλεσε η οικονομική κρίση: άνεργους, άστεγους, μεσοαστούς που χάνουν τα σπίτια τους, τον τρόπο ζωής τους, την ταυτότητά τους.  Η κοινωνική οδύνη αντανακλά την ανεπάρκεια του συνόλου των κρατικών πολιτικών και του κοινωνικού κράτους, που μοιάζουν να δυσκολεύονται να απαντήσουν στη φτώχεια, τον αποκλεισμό, την έλλειψη ελπίδας στους νέους και την έλλειψη προοπτικής.

Αυτή η βίαιη αλλαγή της κατάστασης, η μη επαρκής γνώση διαχείρισής της, ο παρατεταμένος φόβος, η αίσθηση της μοναξιάς, της απομόνωσης, του κοινωνικού στιγματισμού και της ντροπής ενδεχομένως να επηρεάσουνκαι τους πιο ψυχικά ανθεκτικούς. Οι αλλαγές που έχει επιφέρει η οικονομική κρίση σε κάθε έκφανση της κοινωνικής μας ζωής, είτε είναι η οικογένεια, είτε ο χώρος εργασίας, είτε ο φιλικός μας περίγυρος μπορεί να προκαλέσουν συναισθήματα θλίψης και απόγνωσης, που αποτελούν πιθανούς παράγοντες αυξημένου κινδύνου για την εκδήλωση αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφοράς. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ελεύθερο και ανεξάρτητο ον, προορισμένο βέβαια να δρα και να οργανώνεται κοινωνικά και συλλογικά. Όταν όμως κοινωνικές δεσμεύσεις και κοινωνικά συμβόλαια, σκληροί και απάνθρωποι νόμοι απειλούν τη αξιοπρέπειά του, μήπως τότε νιώθει πιο ελεύθερος ενώπιον του θανάτου; (Παπαρίζος, 2000). Φυσικά εκείνοι που υποφέρουν περισσότερο δεν είναι απαραίτητα και εκείνοι που έχουν μεγαλύτερη ροπή να αυτοκτονήσουν. Αλλά δύναται κανείς να ισχυριστεί ότι όσοι απολέσουν αιφνίδια και βίαια τα κεκτημένα τους κι αναγκαστούν εκ των νέων διαμορφωμένων συνθηκών να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους και τη θέση τους μέσα στην κοινωνία, είναι πιο πιθανό να οδηγηθούν στην απόγνωση.

Η κρίση, εκτός από οικονομική, είναι πλέον και βαθιά κοινωνική, πολιτισμική, αλλά και με διαστάσεις ανθρωπιστικές. Τη στιγμή που ο κοινωνικός ιστός τείνει προς την αποδόμηση, η επισφάλεια και η ανασφάλεια «σημαδεύουν» ψυχικά και κοινωνικά, με κύριο χαρακτηριστικό την έλλειψη ελπίδας για το μέλλον. Εντέλει, η κρίση ίσως και να ακουμπά κάτι πολύ πιο βαθύ, που αφορά στην απώλεια λειτουργικών ρόλων ή στον κατακερματισμό παγιωμένων ταυτοτήτων, όπως εκείνων που συγκροτούσε ο κοινωνικός ρόλος του κανονικά εργαζόμενου και η επιδίωξη και/ή επίτευξη της οικονομικής επάρκειας. Και σε αυτή τη συνέπεια, άτομα που θεωρούν ότι δεν διαθέτουν περαιτέρω ανθεκτικότητα για να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται ως λειτουργικά κοινωνικά υποκείμενα σε όλα τα περιβάλλοντα στα οποία εντάσσονται, μπορεί να σκεφτούν να επιλέξουν την οδό της αυτοκτονίας. Ουσιαστικά, λοιπόν, πρόκειται για «υπαρξιακές αυτοκτονίες», οι οποίες οφείλονται στην οδύνη από την έλλειψη ουσιαστικών κινήτρων και το αίσθημα ότι η ζωή, ως έχει, δεν μπορεί πια να προσφέρει κάτι άλλο (Καμύ, 1973) παρά μόνο μια επώδυνη αναζήτηση νέων σκοπών. Ωστόσο, η υπαρξιακή απογοήτευση δεν είναι από μόνη της ούτε παθολογική, ούτε παθογενής. Η ανησυχία του ανθρώπου, ακόμη και όταν η απελπισία του είναι πάνω από την αξία της ζωής, είναι μια υπαρξιακή αγωνία. Και σύμφωνα με τον Καμύ (1973), «το συναίσθημα του παραλόγου μπορεί να χτυπήσει καταπρόσωπο οποιονδήποτε άνθρωπο, στη στροφή οποιουδήποτε δρόμου…[καθώς]…όταν η ελπίδα χάνεται επικρατεί ο παραλογισμός» (σελ. 26 και 28).

Πρόληψη της Αυτοκτονίας σε Κοινωνικό Επίπεδο

Είναι δύσκολο η κοινωνία, αλλά και κάθε μέλος της χωριστά, να συνειδητοποιήσει αυτή την πλευρά του εαυτού της, την τάση της για αυτοκαταστροφή. Έτσι οδηγείται στον «εξορκισμό» της πράξης της αυτοκτονίας. Παρόλα αυτά, μια τέτοια αντιμετώπιση δεν επέφερε δημιουργικές παρεμβάσεις. Η ανασφάλεια, η φτώχεια, οι ψυχικές διαταραχές, οι αυτοχειρίες δεν αντιμετωπίζονται μόνο με απαγορευτικούς νόμους και διατάγματα. Χρειάζεται η ενεργής έμπρακτη στήριξη των υπηρεσιών και η ανάπτυξη ενός κοινωνικού υποστηρικτικού μηχανισμού που θα παρεμβαίνει έγκαιρα και αποτελεσματικά, ιδίως στην πρόληψη και στη στήριξη των περισσότερο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Η εν λόγω πρόταση υποστηρίζεται και από τα ερευνητικά δεδομένα:«Παρεμβάσεις στο σχολείο, στο περιβάλλον εργασίας και στην κοινότητα, καθώς και παρεμβάσεις σε πολλά δομικά τμήματα της πρωτοβάθμιας φροντίδας μπορούν να μειώσουν τη συχνότητα αυτοκτονιών ή αυτοκτονικών συμπεριφορών, όπως μπορούν και η οργάνωση και η πρόσβαση στη φροντίδα…»(Turecki & Brent, 2016), ενώ αποτελεσματικές αποδεικνύονται και οι καμπάνιες ευαισθητοποίησης – με την προϋπόθεση ότι η θεραπεία είναι άμεσα διαθέσιμη (Feltz– Cornelisetal., 2011).

Συνακολούθως, η πρόληψη της αυτοκτονίας σημαίνει ενδυνάμωση του κοινωνικού ιστού, μέσω ενός ισχυρού κράτους πρόνοιας με μηχανισμούς προστασίας των πολιτών, ούτως ώστε να μπορέσει η κοινωνία να ανασυγκροτηθεί και να λύσει τα παθογενή προβλήματά της, να αντιμετωπίσει  τους εσωτερικούς της κακούς «δαίμονες», να ισχυροποιηθεί και να ενδυναμωθεί το αίσθημα της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, να αποκρουστεί η άνομη βία, να δοθεί ελπίδα, να αποκτήσει ξανά η ζωή νόημα και σκοπό, να δημιουργηθούν ευκαιρίες δημιουργίας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Φυσικά, η ενημέρωση και η αφύπνιση αφορά και τους θεσμούς κοινωνικοποίησης, την οικογένεια, το σχολείο, τη γειτονιά, τις υπηρεσίες. Η λύση δεν είναι απλή αλλά πολυδιάστατη. Το πρώτο βήμα είναι να αναγνωριστεί το νόημα που παράγει ο καθένας ως άτομο και το δεύτερο, η αναγνώριση αυτού του νοήματος από τους συμπολίτες του. Απαιτείται, λοιπόν, εκ παραλλήλου η ενδυνάμωση του ατόμου και η καλλιέργεια της ανεκτικότητας της κοινωνίας. Η εκπαίδευση και η ενσυναίσθηση της κατάστασης θα μπορούσαν να επιφέρουν τις αλλαγές που χρειάζονται, δηλαδή την τροφοδότηση όλων μας με ψυχική ισχύ και γνώση, ώστε να τα βγάζουμε πέρα στα δύσκολα.

Τέλος, αναλογιζόμενοι μια διαφορετική πτυχή του θέματος αυτού, κανείς δεν αμφισβητεί ότι ενίοτε στα συστήματα παρατηρούνται περίοδοι αστάθειας, στις οποίες υφίσταται η δυνατότητα για αλλαγή. Και ενώ οι περισσότεροι εξ ημών τείνουμε να περιγράφουμε μόνο τις καταστάσεις σταθερότητας, δεν αξιοποιούμε τις ευκαιρίες για αλλαγή που εγείρονται από τις χαοτικές καταστάσεις (Cecchin et al., 2009). Ομοίως, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί βασική αρχή ότι τα συστήματα διαθέτουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις δικές τους εσωτερικές σχέσεις (Σιγάλας, 1987). Ως λογικό επακόλουθο αυτού του θεωρητικού πλαισίου, διατυπώνεται το ερώτημα εάν η σύγχρονη χαοτική κατάσταση θα μπορούσε στην πραγματικότητα να αποτελέσει το εφαλτήριο για αλλαγή είτε σε ατομικό, είτε σε συλλογικό επίπεδο. Και εάν ουδείς γνωρίζει με σιγουριά ποια κατεύθυνση θα λάβει αυτή η αλλαγή, ας μη λησμονείται ότι κάθε πιθανότητα αλλαγής και κατ’ επέκταση κάθε πιθανότητα ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον, συνιστά έναν από τους σημαντικότερους προστατευτικούς παράγοντες απέναντι στον αυτοκτονικό ιδεασμό ή συμπεριφορά.  

Πηγή: http://www.hestafta.org/index.php?option=com_content&view=category&layout=blog&id=40&Itemid=132

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Μπόταση 6, Εξάρχεια, 1ος όροφος 

info@sxedio-b.gr

210 3810040