Οι Αυτοχειρίες στην Ελλάδα της Κρίσης Δημούλης Ι. Κωνσταντίνος,Μπασιώτη Παρασκευή

Οι Αυτοχειρίες στην Ελλάδα της Κρίσης  Δημούλης Ι. Κωνσταντίνος,Μπασιώτη Παρασκευή

Οι Αυτοχειρίες στην Ελλάδα της Κρίσης

Δημούλης Ι. Κωνσταντίνος,Μπασιώτη Παρασκευή

 

«…Επειδή δεν μπορώ να βρω το δίκαιο μου,

δεν μπορώ να βρω άλλο αγώνα αντίδρασης εκτός από ένα αξιοπρεπές τέλος…»

                                              (Απόσπασμα από το ιδιόχειρο σημείωμα του αυτόχειρα στο Σύνταγμα Δ. Χ.)

Στο ερώτημα γιατί οι Έλληνες προχωρούν σε αυτοκτονίες ή σε απόπειρες αυτοκτονίας, η κλασική τετραπλή τυπολογία της αυτοκτονίας, που έγινε στα τέλη του 19ουαιώνα από τον Γάλλο κοινωνιολόγο E. Durkheim, δεν είναι πλέον σε θέση να ταξινομήσει τις αιτίες, καθώς στερείται σύγχρονης στατιστικής θεμελίωσης.Επιχειρείται, λοιπόν, να ενταχθούν σε τρεις βασικές ομάδες τα περιστατικά αυτοχειρίας της περιόδου 2009 – 2012, βάσει των δημοσιευμάτων του ελληνικού τύπου. Να σημειωθεί εδώ ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητείται η επίσημη έρευνα των ειδικών ψυχικής υγείας, που διενεργείται με τις κατάλληλες επιστημονικές στατιστικές μεθόδους, ούτε αντιπροτείνεται στην επιστημονική κοινότητα η συγκεκριμένη ταξινόμηση. Η παρούσα προσπάθεια αποτελεί περισσότερο μια φιλοσοφική τοποθέτηση απέναντι στο ζήτημα, λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στον ελληνικό χώρο και συνδυάζοντάς τες με τις επικρατούσες θεωρίες, χωρίς να προβαίνει σε ερμηνεία και ανάλυση των βαθύτερων ατομικών ψυχολογικών αιτιών.

α. Η αυτοκτονία ως διαμαρτυρία:

Λίγες περιπτώσεις, αλλά πολύ χαρακτηριστικές. Αφορά αυτοχειρίες ατόμων ανώτερου μορφωτικού επιπέδου με κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες και ενδιαφέροντα: 4 Απρίλη 2012, ο 77χρονος συνταξιούχος φαρμακοποιός Δ. Χ. αυτοκτονεί στην Πλατεία Συντάγματος απέναντι από το ελληνικό κοινοβούλιο. Λίγο πριν τραβήξει τη σκανδάλη μονολόγησε πως προβαίνει σε αυτή τη πράξη για να μην αφήσει χρέη στα παιδιά του, ενώ στο άψυχο σώμα του βρέθηκε ιδιόγραφο σημείωμα, το οποίο εν ολίγοις έγραφε, πως η «κυβέρνηση κατοχής» δεν του αφήνει πολλά περιθώρια αξιοπρεπούς επιβίωσης κι επειδή δεν μπορεί να βρει το δίκιο του, δεν έχει άλλον αγώνα αντίδρασης εκτός από ένα αξιοπρεπές τέλος πριν αρχίσει να ψάχνει τα σκουπίδια για την τροφή του. Ο θύτης και θύμα ήταν ένας ενεργός πολίτης, χωρίς υπέρογκα χρέη, με συμμετοχή σε κοινωνικές εκδηλώσεις και διεκδικήσεις, που όμως δεν θέλει άλλο να αγωνίζεται στην κοινωνία. Συναφείς είναι και οι περιπτώσεις των Θιβετιανών μοναχών (σχεδόν 120 άτομα από το 2009 ως το 2012), που έχουν δημόσια αυτοπυρποληθεί διαμαρτυρόμενοι για την αδικία και την καταπίεση που βιώνουν από το καθεστώς της Κίνας (LaFraniere, 2012), ως μια διέξοδο σε ένα περιβάλλον καταστολής και απαγορεύσεων.

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι, βάσει των παραπάνω, ο προαναφερόμενος αυτόχειρας πρέπει να ηρωοποιηθεί και η πράξη του να εξαγιαστεί∙ σκοπός είναι μόνο η εξήγηση της συμπεριφοράς του μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα. Αν και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μεμονωμένη και ακραία, δεν παύει να συμβολίζει το αδιέξοδο και τον κυνισμό που επέφερε στη ζωή μας η συνεχής υποτίμηση από το ίδιο το Κράτος. Όλες οι ελευθερίες του ανθρώπου είναι πολιτικές, τις απολαμβάνει ατομικά, αλλά την ίδια στιγμή, και πριν από όλα, συλλογικά, δηλαδή ως μέλος μιας κοινωνίας. Η συμμετοχή του και μόνο σε μια κοινωνία είναι απαραίτητη και αναγκαία συνθήκη που του δίδει τη δυνατότητα να τις δημιουργεί και να τις απολαμβάνει (Παπαρίζος, 2000). Όταν αυτές τις ελευθερίες τις στερούν οι δυνάμεις εξουσίας και οι θεσμοί, τότε το άτομο καταφέρεται εναντίον τους. Η αυτοχειρία, σε κάποιες περιπτώσεις, ενώ εμφανίζεται να στοχεύει μόνο στην καταστροφή του ίδιου του ατόμου, είναι την ίδια στιγμή μια πράξη επιθετικότητας εναντίον των «άλλων» (Wekstein, 1979). Στην ουσία, συνιστά μια διαμαρτυρία εναντίον όσων μας εξουσιάζουν και μας «ιδρυματοποιούν» μέσα στην ίδια την κοινωνία που ζούμε και δραστηριοποιούμαστε, καθώς το άτομο έχει την τάση να αποζητά την αποκατάσταση της ελευθερίας των κινήσεών του σε κάθε επίπεδο, όταν αυτή του αφαιρεθεί, και να διαμαρτύρεται παντοιοτρόπως, όταν του την αρνούνται (Reser, 2004).

β. Η αυτοκτονία ως ντροπή:

Άτομα με μεγάλη αναγνωρισιμότητα – ευρέως ή τοπικώς – αλλά και άτομα που είχαν μια σταθερή, άνω του μέσου όρου, οικονομικοκοινωνική θέση. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για άνδρες ηλικίας 35 ώς 55 ετών. Είναι αφενός η γενιά που κατεξοχήν βιώνει το μεγαλύτερο φορτίο σήμερα, καθώς επωμίζεται τα βάρη των μεγαλύτερων και των μικρότερων, κι αφετέρου εκείνοι που τους είναι πιοδύσκολο να «μεταβολίσουν» ματαιώσεις.Όταν, λοιπόν, ξαφνικά σταματούν να είναι οι στυλοβάτες, όταν στερούνται εισοδήματα ή βρίσκονται στις ουρές των ανέργων, αισθάνονται προσωπική ανεπάρκεια και αδυναμία, καθώς «καταρρέει» σε συμβολικό επίπεδο η ταυτότητα και η αυτοεικόνα τους. Έχουν την αίσθηση ότι απέτυχαν ως πατέρες, σύζυγοι και άνδρες, καθώς δεν είναι πλέον σε θέση να παρέχουν τα απαραίτητα στην οικογένειά τους, ντροπιάζοντάς την κατά αυτόν τον τρόπο. Πέρα από τα πρακτικά προβλήματα που προκύπτουν, η εργασία, η οικονομική επιφάνεια και η κοινωνική αυτοπεποίθηση που συνδέεται με αυτήν επηρεάζει σε πολλά επίπεδα τον τρόπο αλληλεπίδρασης με τους άλλους, ακόμα και αν είναι οι φίλοι, οι συγγενείς, ο σύντροφος (Μπούρας & Λύκουρας, 2011). Δεν έχουν χάσει τα πάντα, αλλά δεν μπορούν να συντηρήσουν τον τρόπο ζωής που είχαν συνηθίσει τόσο οι ίδιοι όσο και η οικογένειά τους, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον. Αισθάνονται ότι «ξέπεσαν» και ντροπιάστηκαν. Δεν μπορούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, στην ξαφνική και σχεδόν βίαιη αλλαγή του τρόπου ζωής τους. Η αυτοχειρία τους δεν είναι τόσο διαμαρτυρία, όσο ομολογία «αποτυχίας» σε μια κοινωνία, όπου η οικογενειακή και επαγγελματική επιτυχία ή αποτυχία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Κλασικό παράδειγμα υπήρξε ο 57χρονος λαχανέμπορος Β.Π. από το Ηράκλειο της Κρήτης – ενός νησιού με έντονη την αίσθηση της πατριαρχικής παράδοσης και με ένα σχεδόν παλαιομοδίτικο αίσθημα περί τιμής κι αξιοπρέπειας – που τον Ιούλιο του 2010 θα χρησιμοποιούσε μια καραμπίνα και δεν θα αστοχούσε. Στα τελευταία του λόγια αναφερόταν στα χρέη και στις ασφυκτικές πιέσεις που του ασκούσαν τράπεζες και ιδιώτες (Γιάνναρου, 2012).

γ. Η αυτοκτονία ως αποτέλεσμα κοινωνικής οδύνης, αβεβαιότητας, υπαρξιακού φόβου και ανασφάλειας:

Η μεγαλύτερη, η συντριπτική μερίδα των αυτοκτονιών στην Ελλάδα αυτής της περιόδου αφορά αυτήν την ομάδα. Σε αυτήν ανήκουν άτομα κάθε ηλικίας, φύλου, κοινωνικής και μορφωτικής στάθμης και προέλευσης. Άνθρωποι που δυσκολεύονται σιωπηλά γιατί πλέον δεν μπορούν να επιβιώσουν, να ενσωματωθούν σε μια κοινωνία ξένη πια προς αυτούς, που τους απορρίπτει, τους περιθωριοποιεί και τους στερεί τα μέσα για να επιβιώσουν αξιοπρεπώς – παρόμοια η περίπτωση Αβορίγινων Αυστραλίας (Tatz, 2005). Γι’ αυτούς, η οικονομική κρίση αποτελεί τη «θρυαλλίδα», ενώ τα βαθύτερα αίτια εντοπίζονται αλλού. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Saraceno (2010):«Τα προβλήματα ψυχικής υγείας… θα είναι ολοένα και περισσότερο προβλήματα αστικής… οδύνης»(σελ. 3).

Πηγή: http://www.hestafta.org/index.php?option=com_content&view=category&layout=blog&id=40&Itemid=132

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Μπόταση 6, Εξάρχεια, 1ος όροφος 

info@sxedio-b.gr

210 3810040