Σχέδιο Β

Σχέδιο Β

Το Σχέδιο Β συγκροτήθηκε σε πολιτική κίνηση τον Μάιο του 2013. Σχέδιο Β σημαίνει σε πρώτο στάδιο την αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ, που στην πορεία μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε έξοδο από την κρίση και απαλλαγή από τα δεσμά των δανειστών, αλλά να αποτελέσει την αρχή για μια νέα Ελλάδα.

URL Ιστότοπου:

Φασισμός: Προσέγγιση του φαινομένου. Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο. Tου Νίκου Μαρκέτου, ψυχιάτρου

Φασισμός: Προσέγγιση του φαινομένου. Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο.

του Νίκου Μαρκέτου, ψυχιάτρου

Το δημοσιευόμενο κείμενο αποτελεί την πρώτη ενότητα του εξαιρετικά ενδιαφέροντως κειμένου του ψυχιάτρου Νίκου Μαρκέτου "Η Ψυχολογία του Φασισμού - μια βιβλιογραφική ανασκόπηση". Θα ακολουθήσουν έντεκα συνέχειες, ώστε να καλυφθούν και οι δώδεκα ενότητες της πολύ αξιόλογης αυτής νέας και πολύ επίκαιρης εργασίας

1.Προσέγγιση του φαινομένου. Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο

Εισαγωγή

Τότε και σήμερα

Παρακολουθώντας την επανεμφάνιση του φασισμού στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, το κοινωνικό σώμα προβάλει το αίτημα για κατανόηση και νοηματοδότηση.  Η ψυχολογική νοηματοδότηση δεν σκοπεύει να αποπολιτικοποιήσει το φασιστικό φαινόμενο. Οι φασιστικές πρακτικές είναι της ίδιας κατηγορίας με τις πρακτικές ενός συστήματος διασφάλισης των σχέσεων εξουσίας, της εκμετάλλευσης, της χειραγώγησης, της βίας και ενός γραφειοκρατικού συστήματος ηθικά τυφλού που η αποστολή του είναι να υλοποιεί με την μέγιστη αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα την πολιτική της εξουσίας.  Όσο ο καπιταλισμός γίνεται πιο αδίστακτος και ληστρικός τόσο θα αυξάνονται η χειραγώγηση η βία και η καταστολή. Ως εκ τούτου, το φασιστικό φαινόμενο εμπίπτει εξ ολοκλήρου στην αναλυτική της εξουσίας, γιατί «ο φασισμός είναι πρωτίστως και θεμελιωδώς μια πολιτική» (Badiou) και μάλιστα μια παροξυσμική εκδοχή της βιοπολιτικής (Foucault 1997).

Η παρούσα εργασία δεν σκοπεύει να ψυχιατρικοποιήσει ατομικά τον φασίστα, αλλά να συμβάλει στην κατανόηση του ακτιβισμού και της δυναμικής των φασιστικών ομάδων, της έλξης που ασκεί στην μάζα η φασιστική ρητορική και των διεργασιών της υποταγής στην εξουσία.

 Ο ολοκληρωτισμός σταδιακά και ύπουλα διεισδύει στην καθημερινότητα μας.  Όπως αναλύθηκε στο προηγούμενο άρθρο, ο μετανεωτερικός άνθρωπος έχει χάσει τα ανοσία του ενάντια στην απολυταρχία και είναι έτοιμος να καλωσορίσει την νέα μορφή τυραννίας. Θα πρέπει να κατανοήσουμε το φαινόμενο του Φασισμού, εις βάθος και να μην περιοριζόμαστε σε αφορισμούς. 

Υπάρχει μια σιωπή εκ μέρους της γνήσιας φιλοσοφικής κριτικής σε ό, τι αφορά την λεγόμενη φασιστική ιδεολογία. Η φιλοσοφία ως «σχολή» δεν έχει καμία πραγματική εργασία για το "θεωρητικό φασισμό». Οι εξηγήσεις του φασισμού ως μηδενισμός (Rauschning κ.ά.). ή ως προϊόν του «ολοκληρωτικού τρόπου σκέψης» παραμένει ασαφής και ανακριβής  (Sloterdijk P., 1987).

Για τον Sloterdijk, η ολοκληρωτική ιδεολογία δεν έχει την αξίωση ενός συστήματος που κάνει ένα ισχυρισμό της αλήθειας. Ούτε καν οι συντάκτες της, αξιώνουν να ληφθεί σοβαρά υπόψη – ο χαρακτήρας της είναι ακριβώς ενός μέσου χειραγώγησης, καθαρά εξωτερικού και εργαλειακού. Η κυριαρχία της κατοχυρώνεται όχι από την αξία της αλήθειας, αλλά από την απλή έξω-ιδεολογική βία και την υπόσχεση του κέρδους.

Ο ιστορικός Robert Paxton δεν πιστεύει ότι ο φασισμός χαρακτηρίζεται από την ιδεολογία του ή από ορισμένες αμετάβλητες πολιτικές θέσεις αλλά από τα «υπόγεια πάθη» που πυροδοτεί και αντιπροσωπεύει. Η άποψη αυτή πλησιάζει σ’ αυτό που οι ψυχαναλυτές ονομάζουν «φασιστική κατάσταση του νου» (Paxton 2004).

Ο Baudrillard στοβιβλίοτου ‘Simulacra and simulation γράφει:

«Ο ίδιος ο φασισμός, το μυστήριο της εμφάνισης του και της συλλογικής ενέργειας του, την οποία καμία ερμηνεία δεν μπόρεσε να κατανοήσει (ούτε η μαρξιστική για την πολιτική χειραγώγηση από τις κυρίαρχες τάξεις, ούτε η Ραϊχική για τη σεξουαλική καταπίεση των μαζών, ούτε η Ντελεζιανή για την δεσποτική παράνοια), μπορεί ήδη να ερμηνευθεί ως η «παράλογη» έξαρση των μυθικών και πολιτικών αναφορών, η παρανοϊκή  έξαρση της συλλογικής αξίας (αίμα, φυλή, λαός, κλπ), η επανέγχυση του θανάτου, μιας "πολιτικής αισθητικής του θανάτου» σε μια εποχή που γίνεται ήδη έντονα αισθητή στην Δύση η διαδικασία της αποιδανικοποίησης της αξίας και των συλλογικών αξιών, της ορθολογικής εκκοσμίκευσης και μονοδιάστατης αντίληψης της ζωής. Ο φασισμός είναι μια αντίσταση σε αυτό, ακόμα κι αν είναι μια βαθιά, παράλογη, παράφρων αντίσταση, δεν θα είχε αντλήσει αυτή την τεράστια ενέργεια αν δεν ήταν μια αντίσταση σε κάτι πολύ χειρότερο. Η βαναυσότητα του φασισμού, η τρομοκρατία του είναι στο επίπεδο αυτού του άλλου τρόμου που είναι η σύγχυση του πραγματικού και του λογικού, η οποία εμβάθυνε στη Δύση, και είναι μια απάντηση σε αυτήν».

(Baudrillard, J. 1981)

Αντίστοιχα, οι Horkheimer  και Adorno, βλέπουν τον φασισμό σαν  μια σκόπιμη επαναλειτουργικοποίηση (δηλαδή, που επιβάλλεται από πολιτικές ελίτ) της αντίστασης κατά την οποία η υποκειμενική φύση  αντιστέκεται στον εξορθολογισμό. Ο Horkheimer ερμηνεύει την ολοένα και πιο διαπεραστική δυσαρέσκεια εντός του πολιτισμού ως εξέγερση του υποκειμενικού χαρακτήρα κατά της πραγμοποίησης, ως «επανάσταση της φύσης»: «Όσο πιο δυνατά η ιδέα του ορθολογισμού διακηρύσσεται και αναγνωρίζεται, τόσο ισχυρότερη είναι η αύξηση, στο ψυχισμό των ανθρώπων, της συνειδητής ή ασυνείδητης δυσαρέσκειας για τον πολιτισμό και το πρακτορείο του μέσα στο άτομο, το εγώ " (Horkheimer M., Adorno W. T.,r 1947) .

 Ο Horkheimer έχει ήδη την άποψη των φαινομένων που έκτοτε έχουν υπερθεματίσει οι Foucault, Laing, Basaglia και άλλοι. Το κοινωνικο-ψυχολογικό κόστος ενός εξορθολογισμού περιορισμένου στην γνωστική-εργαλειακή διάσταση- το κόστος που εξωτερικεύεται από την κοινωνία και μετατοπίζεται στα άτομα- εμφανίζεται σε διάφορες μορφές, που κυμαίνονται από κλινικά αντιμετωπίσιμες ψυχικές ασθένειες όπως οι νευρώσεις, φαινόμενα εθισμού, ψυχοσωματικές διαταραχές, έλλειψη κινήτρων, ως στις δράσεις διαμαρτυρίας, στις αντικουλτούρες, στις θρησκευτικές σέχτες, και στις περιθωριακές εγκληματικές ομάδες. Ο Max Horkheimer  ερμηνεύει το φασισμό ως μια επιτυχή-επαναλειτουργικοποίηση, ως χρησιμοποίηση της εξέγερσης της εσωτερικής φύσης εις όφελος του κοινωνικού εξορθολογισμού κατά του οποίου στρέφεται.

Σαν πολιτικό φαινόμενο, ο φασισμός είναι μέρος του ρεπερτορίου του καπιταλισμού για να διαιωνίζει την εξουσία του. Απέδειξε την ικανότητα των προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών να ανταποκρίνονται σε κρίσιμες καταστάσεις κινδύνου επαναστατικής αλλαγής,  με την αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος και την ικανότητα του να απορροφά την εναντίωση της οργανωμένης εργασίας. Η επιρρέπεια του κόσμου να στηρίζει ένα τόσο αυταρχικό και αδίσταχτο σύστημα ή να υποτάσσεται σ’αυτό, την στιγμή μάλιστα που τα δεινά του φασισμού είναι νωπά στην ιστορική μνήμη είναι το ερώτημα που πλανάται σήμερα. Σαν το κακό και η καταστροφή να είναι μια αναγκαιότητα στις διεργασίες των ανθρώπινων συστημάτων.  Εκλύεται σε συνθήκες κρίσης και διάλυσης σα να θέλει να επιταχύνει την καταστροφή έτσι ώστε να παραχθεί το καινούργιο.

Η αδίσταχτη και ληστρική φύση του ύστερου καπιταλισμού με τις σκληρές επιπτώσεις των οικονομικών υφέσεων, τροφοδοτούν την πολιτική του μίσους. Οι αντιπαλότητες μεταξύ εθνών, φυλών και θρησκειών είναι σε έξαρση.  Η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων και μεταξύ φτώχειας και πλούτου ποτέ δεν είχε οξυνθεί τόσο πολύ.

Η έξαρση του Εθνικισμού και της αναζήτησης ομοιογένειας μπορεί να έρχεται σαν αντίδραση στην μετανεωτερικότητα. Το άτομο κοσμοπολίτης πιστεύεται ότι κατοικεί σε ένα ηλεκτρονικό, παγκοσμιοποιημένο κόσμο, αντί για μια μονή πατρίδα. Κατά συνέπεια, στον μετανεωτερικό κόσμο "η ίδια η ιδέα των ανεξάρτητων ή κυρίαρχων εθνών τίθεται σε αμφισβήτηση» (Gergen K., 2000). Η κατάρρευση των παλαιών ορίων, οι ρευστές συνθήκες του μετανωτερικού κόσμου η απώλεια της βεβαιότητας και η σύγχυση της γεωγραφικής ταυτότητας έχουν προκαλέσει αυτό που ο Giddens (1991) ονομάζει «οντολογική ανασφάλεια». Όπως υποδηλώνει ο Bauman (1992), ο μετανεωτερικός πολίτης είναι μια νομάς περιπλανώμενη μεταξύ ασύνδετων τόπων. Οι στερημένοι και ανασφαλείς δεν μπορούν να αντέξουν αυτή τη νομαδική κατάσταση. Οδηγούνται να αναζητούν ασφαλείς ταυτότητες, παλινδρομώντας συχνά σε προγενέστερο στάδιο ανάπτυξης (Billig M.,1995).

Ο Fredric Jameson στο άρθρο του «Μετανεωτερικότητα ή η πολιτιστική λογική του ύστερου καπιταλισμού, (1984)», ανήγγειλε την μετανεωτερική στροφή από ένα αλλοτριωμένο σε ένα κατακερματισμένο υποκείμενο. Μίλησε επίσης για την εξασθένηση του συναισθήματος, που χαρακτηρίζεται από ένα «νέο είδος επιπεδότητας ή ρηχότητας. Στον απόηχο αυτών των αλλαγών ανέκυψαν επιφανειακές σχέσεις συμβατές με την καταναλωτική κουλτούρα, και την επιπέδωση της πολιτικής. Η ρηχότητα της κουλτούρας συνοδεύεται από μια ψυχολογική έλλειψη βάθους. Οι Ψυχολογικοί δεσμοί, έχουν γίνει πιο αδύναμοι. Στη θέση ενός αυτόνομου εγώ, το οποίο προσδίδει στις «αλήθειες» και στις σταθερές ταυτότητες» μια συναισθηματική δύναμη, υπάρχει μια αίσθηση μετατοπιζόμενων  αβαθών (depthless) εαυτών.  Οι πολιτικές επιπτώσεις, που αναμένει ο Jameson, από την  απουσία ενός ενιαίου υποκειμένου  που να μπορεί να συνθέσει τις πολλαπλές και αντικρουόμενες αναπαραστάσεις είναι η σύγχυση, ο κυνισμός, η παθητικότητα, και η ηθική υποβουλησία. Αυτές οι συνθήκες είναι κατάλληλες για να επωασθεί ο ολοκληρωτισμός.  Σ’ αυτήν την διαπίστωση είχε καταλήξει και η Hanna Arendt μερικά χρόνια νωρίτερα (1963) λέγοντας «όσο  πιο επιφανειακός είναι  κάποιος, τόσο πιο πιθανό θα είναι ο ίδιος να ενδώσει στο κακό».

Τότε και σήμερα

Στην διάρκεια του μεσοπολέμου επικράτησαν στην Ευρώπη πολλά ολοκληρωτικά καθεστώτα (Φασίστες στην Ιταλία, Ναζί στην Γερμανία, οι φαλαγγίτες στην Ισπανία, η 4η Αυγούστου στην Ελλάδα, στην Πολωνία κλπ).  Αν και οι ιστορικοί και θεωρητικοί μιλούν χωριστά για τον Φασισμό και τον Ναζισμό σαν διαφορετικά πολιτικά και ιδεολογικά κινήματα υπάρχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο πολιτικό ρεύμα.  Σ’ αυτό το κείμενο με τον όρο φασισμός υπονοούνται και τα δύο ρεύματα τα οποία εξετάζονται δηλαδή ο Ιταλικός φασισμός και ο Εθνικοσοσιαλισμός.

Ο Erich Fromm (1942) εξετάζοντας την δεκτικότητα υποταγής στο φασιστικό καθεστώς την αποδίδει κυρίως σε μια κατάσταση εσωτερικής κούρασης και παραίτησης.  Η ματαίωση της εργατικής τάξης για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού ή τουλάχιστον για βελτίωση της οικονομικής πολιτικής θέσης, προκαλεί μια βαθιά αίσθηση παραίτησης, δυσπιστίας προς τους ηγέτες τους, αμφιβολία για την αξία και την αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε είδους πολιτικής οργάνωσης και πολιτικής δράσης.

Σε αντίθεση με την αρνητική ή την παραιτημένη στάση της εργατικής τάξης και της φιλελεύθερης και καθολικής αστικής τάξης, η φασιστική ιδεολογία ασκεί  έλξη στα κατώτερα στρώματα της μεσαίας τάξης, που αποτελούνται από μικρούς καταστηματάρχες, τεχνίτες και εργαζόμενους του λευκού κολάρου, των οποίων  η οικονομική θέση και κοινωνική αίγλη επιδεινώθηκε πιο ραγδαία.

Εκτός από αυτούς τους παράγοντες, είχε καταρρεύσει επίσης το τελευταίο προπύργιο της ασφάλειας της μεσαίας τάξης: η οικογένεια. Οι γονείς έχασαν την αίγλη και το κύρος τους και χάθηκε η παλιά ηθική της μεσαίας τάξης. Επιπλέον, η οικονομική παρακμή της μεσαίας τάξης στέρησε τους γονείς από τον ρόλο τους ως υποστηρικτές του οικονομικού μέλλοντος των παιδιών τους. Η νεότερη γενιά αισθάνεται ματαίωση από το γεγονός ότι η βάση για μια ανεξάρτητη οικονομική ύπαρξη, όπως είχαν οι γονείς τους, χάθηκε. Η επαγγελματική αγορά ήταν κορεσμένη, και οι πιθανότητες προς το ζην ως γιατρός ή δικηγόρος ήταν μικρή. Η αυξανόμενη κοινωνική ματαίωση οδήγησε σε μια προβολή η οποία έγινε μια σημαντική πηγή του φασισμού: αντί να είναι ενήμεροι για την οικονομική και κοινωνική μοίρα της παλιάς μεσαίας τάξης, τα μέλη της συνειδητά ταύτισαν την τύχη τους με την μοίρα του έθνους.  Η χρεωκοπία και η ταπείνωση από τους δανειστές παρόξυναν τις Εθνικιστικές τάσεις, όπως για την Γερμανία η ήττα στον πόλεμο και η Συνθήκη των Βερσαλλιών, την οποία η πλειοψηφία των Γερμανών θεώρησε άδικη έγιναν τα σύμβολα προς τα οποία μετατοπίστηκε η απογοήτευση. Η δυσαρέσκεια κατά των Βερσαλλιών είχε τη βάση της στην κατώτερη μεσαία τάξη· η εθνικιστική δυσαρέσκεια ήταν μια μετάθεση της κοινωνικής κατωτερότητας σε εθνική κατωτερότητα (Fromm E., 1942).

Ιστορικά, οι εκπρόσωποι  της μεγαλοαστικής τάξης προσδοκούσαν ότι ο φασισμός θα έστρεφε την συναισθηματική δυσαρέσκεια που τους απειλούσε σε άλλα κανάλια και ταυτόχρονα θα αξιοποιούσε τον εθνικισμό υπέρ των δικών τους οικονομικών συμφερόντων. Πράγματι στην Γερμανία ο ναζισμός προώθησε τα συμφέροντα των πιο ισχυρών ομάδων της γερμανικής βιομηχανίας. Το ναζιστικό σύστημα είναι η «βελτιωμένη» εκδοχή του γερμανικού προπολεμικού ιμπεριαλισμού και συνέχισε εκεί όπου η μοναρχία είχε αποτύχει. (Αλλά και η Δημοκρατία, δεν διέκοψε πραγματικά την ανάπτυξη του γερμανικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, αλλά τον διεύρυνε ακόμη περισσότερο με τα μέσα που έχει στη διάθεσή της.)

Η Ιταλία μετά τον Α παγκόσμιο πόλεμο, παρά το γεγονός ότι ήταν από την πλευρά του νικητή έχασε εδάφη, κάνοντας πολλούς να αναρωτιούνται τι κερδήθηκε από τον πόλεμο.

Η Οκτωβριανή επανάσταση, είχε σαν αποτέλεσμα την διάσπαση της αριστεράς. Εκτός από τους φόβους του κομμουνισμού, το συντηρητικό σύστημα που οδήγησε την Ιταλία στον πόλεμο είχε καταρρεύσει. Πολλοί κατηγόρησαν το κράτος ότι άφησε τους φτωχούς να πεθάνουν στο πεδίο της μάχης, ενώ οι πλούσιοι παρέμειναν προστατευμένοι.  Οι εργάτες και οι αγρότες φοβόντουσαν ότι θα χάσουν ό, τι είχε απομείνει από το βιοτικό τους επίπεδο, ενώ η σοσιαλιστική μεταρρύθμιση απειλούσε τους γαιοκτήμονες και τους βιομήχανους. Και την ίδια στιγμή οι περισσότεροι Ιταλοί απλά ήθελαν  να διατηρήσουν τα ελάχιστα που τους είχαν απομείνει και να αποφύγουν  τα περαιτέρω δεινά.

Οι πρώτοι υποστηρικτές του φασισμού ήταν δεξιοί εθνικιστές, βετεράνοι του πολέμου και πατριώτες που κατηγόρησαν την μεταπολεμική απώλεια εξουσίας και εδαφών στη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Μέσα από την κοινή τους οδύνη και την αλληλεγγύη, πολλοί βετεράνοι βρήκαν προστασία στην υπακοή στους ανωτέρους τους και στην μάχη κατά της νέας απειλής του κομμουνισμού. Εκτός από τους στρατιωτικούς, η κατώτερη μεσαία τάξη άρχισε να ελπίζει στον φασισμό, που τους υποσχόταν προστασία από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τροφοδοτούσε το όνειρο της κοινωνικής ανέλιξης. Ο αγροτικός πληθυσμός, 500.000 εκ των  οποίων  είχαν αποκτήσει γη στη διάρκεια του πολέμου, φοβόντουσαν την σοσιαλιστική κολεκτιβοποίηση και ήταν αποφασισμένοι να την προασπίσουν και ο φασισμός υποσχέθηκε να διατηρήσει τις περιουσίες τους. Οι γαιοκτήμονες και οι κάτοχοι ακινήτων υποστήριξαν τον φασισμό γιατί τους προστάτευε από τα εργατικά συνδικάτα και τις σοσιαλιστικές πολιτικές. Τέλος, υπήρχαν οι τεχνοκράτες, οι βιομήχανοι και πλούσιοι επιχειρηματίες που ενδιαφέρονταν να κάνουν επενδύσεις. Αν υπήρχε κάποια ομάδα επιφυλακτική στον φασισμό ήταν η πολιτική ελίτ, αλλά ακόμη και αυτοί προτιμούσαν μια φασιστική κυβέρνηση παρά τις απαρχαιωμένες πολιτικές ή την κομμουνιστική επανάσταση. Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος της έλξης του φασισμού βασιζόταν στην υπόσχεση της αλλαγής, μια λύση για την μεταπολεμική κατάσταση» ανημπόριας» της Ιταλίας (Barrantes S. L. 2014). 

Οι κ.κ. Θ. Λιανός, Γ. Μπήτρος και Α. Σαρρής για τη Μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ: Άγνοια ή Απόκρυψη; Του Θεόδωρου Μαριόλη

Οι κ.κ. Θεόδωρος Λιανός, Γιώργος Μπήτρος και Αλέξανδρος Σαρρής για τη Μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ: Άγνοια ή Απόκρυψη;

Θεόδωρος Μαριόλης

Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Πρόεδρος του «Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών Δημήτρης Μπάτσης» και μέλος της ομάδας εμπειρογνωμόνων του «Ευρωπαϊκού Δικτύου Ερευνών Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής» (ΕΔΕΚΟΠ).

1. Εισαγωγή

Στην εφημερίδα «Καθημερινή» της 26.02.2017 δημοσιεύτηκε άρθρο τεσσάρων μελών του Ελληνικού Οικονομικού Τμήματος του ΕΔΕΚΟΠ, δηλαδή των Ιωάννη Θεοδοσίου, Κώστα Λαπαβίτσα, Στέργιου Σκαπέρδα και εμού, με τίτλο: «Έξοδος από την ΟΝΕ για νέα οικονομική πολιτική».[1] Αφορμή ήταν το άρθρο-παρέμβαση δεκατεσσάρων Ελλήνων πανεπιστημιακών οικονομολόγων, με τίτλο: «Το Grexit παραμένει καταστροφικό για την Ελλάδα» (19.02.2017).[2] Το άρθρο μας βασιζόταν, ρητώς, στη μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ: «Η Αποτυχία της Ευρωζώνης. Προτάσεις Οικονομικής Πολιτικής για την Ανάκαμψη της Ελλάδας».[3]

            Στις 26.03.2017 δημοσιεύτηκε άρθρο-απάντηση των κ.κ. Θεόδωρου Λιανού, Γιώργου Μπήτρου και Αλέξανδρου Σαρρή (οι οποίοι δεν ανήκαν στους συγγραφείς του προαναφερθέντος άρθρου-παρέμβασης), με τίτλο: «Επικίνδυνες δραχμικές φαντασιώσεις».[4]

          Εν συνεχεία, στις 09.04.2017 δημοσιεύτηκε η ανταπάντηση των ως άνω τεσσάρων μελών του ΕΔΕΚΟΠ, με τίτλο: «Οικονομική πολιτική για την Ελλάδα»,[5] όπου τονιζόταν το εξής: «Όσον αφορά εμάς, πώς μπορούν και ισχυρίζονται [οι κ.κ Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής – Θ. Μ.] ότι δεν έχουμε συνεκτιμήσει τον πληθωρισμό κόστους, τον οποίο δημιουργεί η νομισματική υποτίμηση, ούτε εκείνον τον οποίο δημιουργεί η αναγκαία τόνωση της εσωτερικής ζήτησης; Μπήκαν στον κόπο να διαβάσουν τη μελέτη που ήδη προαναφέρθηκε [δηλαδή την ως άνω μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ – Θ. Μ.] και η οποία έχει συζητηθεί ευρύτατα από τον περασμένο Φεβρουάριο;» (πρόσθετη έμφαση).

          Τέλος, στις 23.04.2017 δημοσιεύτηκε, στην ίδια πάντοτε εφημερίδα, νέο άρθρο-απάντηση των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, με τίτλο: «Άλμα εμπρός ή επιστροφή στην πνευματική αγκύλωση;»,[6] το οποίο έκλεινε ως ακολούθως:

«Είμαστε [η Ελλάδα – Θ. Μ.] μέλος μιας παγκόσμιας οικονομίας. Μέσα σε αυτήν πρέπει να επιβιώσουμε και να ευημερήσουμε. Αυτό απαιτεί θεσμικές αλλαγές, ασφαλές περιβάλλον, τήρηση των νόμων, εκσυγχρονισμό του κράτους, άνοιγμα επαγγελμάτων και όλα όσα εμείς και πολλοί άλλοι επιμόνως επαναλαμβάνουμε επί χρόνια. Βέβαια, στη δημόσια αντιπαράθεση υπάρχει πάντα χώρος για αντίλογο. Όμως, αυτή είναι η τελευταία μας επιχειρηματολογία επί του θέματος και δεν σκοπεύουμε να επανέλθουμε.».

          Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι «να επανέλθουν» οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής. Εξάλλου, κατέστησαν σαφές το πώς αντιλαμβάνονται τη διαλεκτική: η «επιχειρηματολογία τους» συγκροτεί το «λόγο». Τα λοιπά είναι «αντίλογος», για τον οποίο «υπάρχει πάντα χώρος». Θέλουμε, βεβαίως, να ελπίζουμε: όχι μέχρι νεωτέρας.

          Το παρόν άρθρο εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής αντιμετώπισαν δύο από τα κομβικά ζητήματα της προαναφερθείσας μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ. Αυτά τα ζητήματα είναι: (i) η νομισματική υποτίμηση, και (ii) η νομισματική πολιτική. Δυστυχώς, δεν είναι δυνατόν να περιλάβω όλα όσα έγραψαν οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής, στα προαναφερθέντα άρθρα τους, διότι αυτό προϋποθέτει τη συγγραφή τόμου.

          Σκοπός του άρθρου είναι η – με χαρακτηριστικότερη (αλλά όχι μοναδική) αφορμή τα ως άνω δύο άρθρα των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή – υπεράσπιση της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ από επιστημονικά ανυπόστατες αιτιάσεις. Γράφτηκε δε με κάποια χρονική υστέρηση, γιατί είχα να πραγματευτώ ζητήματα, τα οποία, εν αντιθέσει με εκείνα των δύο άρθρων των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, αντιστοιχούσαν σε άξια μελέτης επιστημονικά προβλήματα αλλά ήταν και επείγοντα.

2. Τα Δύο Ζητήματα

2.1. Περί Νομισματικής Υποτίμησης

Στο κατά σειρά πρώτο άρθρο (26.03.2017) των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή διαβάζουμε τα εξής:

«Σ​​την «Καθημερινή» της 26ης Φεβρουαρίου δημοσιεύθηκε ένα άρθρο τεσσάρων οικονομολόγων με το οποίο επιχειρηματολογούν υπέρ της εξόδου της Ελλάδας από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και επιστροφή στη δραχμή. […] Οι υποστηρικτές της επανόδου στη δραχμή βασίζουν τα επιχειρήματά τους σε ορισμένες υποθέσεις. Πρώτον, ότι μία [νομισματική – Θ. Μ.] υποτίμηση, που θα επέλθει σύντομα μετά την αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ, είναι αναγκαία και θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών χωρίς να αυξήσει τις εγχώριες τιμές. Αυτό είναι λανθασμένο, διότι οι τιμές των εγχώριων προϊόντων εξαρτώνται σε ένα μεγάλο βαθμό από τις τιμές των εισαγόμενων, που χρησιμοποιούνται σαν [ως – Θ. Μ.] ενδιάμεσα αγαθά, πράγμα που σημαίνει ότι οι εγχώριες τιμές στην παραγωγή θα προσαρμοστούν γρήγορα στις νέες υψηλότερες τιμές των εισαγωγών που θα προκύψουν από μία υποτίμηση. Αυτό άλλωστε συνέβαινε και στην προ του ευρώ εποχή. Επιπλέον οποιαδήποτε βελτίωση του κόστους των εξαγόμενων προϊόντων σε σχέση με τα εισαγόμενα δεν θα οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση των εξαγωγών, διότι η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών δεν εξαρτάται μόνο από τις τιμές, αλλά κυρίως από την ποιότητα των προϊόντων που εξάγονται. Τρανή απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι έπειτα από επτά χρόνια μείωσης των ονομαστικών αλλά και πραγματικών αμοιβών, πράγμα που συνεπάγεται μείωση του κόστους παραγωγής και αύξηση της ανταγωνιστικότητας, οι εξαγωγές δεν έχουν αυξηθεί σημαντικά.» (πρόσθετη έμφαση).

          Ωστόσο, στο κατά σειρά δεύτερο άρθρο (23.04.2017) των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή διαβάζουμε τα εξής:

«Μας επικρίνουν επίσης ότι δεν μελετήσαμε έρευνα του ΕΔΕΚΟΠ, πάνω στην οποία στηρίζουν την επιχειρηματολογία τους. Θα αναφέρουμε μερικές από τις πολιτικές που προτείνουν στην έρευνα αυτή σε συνδυασμό με την επιστροφή στη δραχμή και ας κρίνουν οι αναγνώστες σε ποια από τις δύο πλευρές της συζήτησης βρίσκεται η αναδρομή σε «απολιθωμένες σκέψεις» για τις οποίες μας κατηγορούν. Ειδικότερα, στο μέρος ΙΙΙ της εν λόγω μελέτης διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι αβάσιμοι ισχυρισμοί σχετικά με την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση: 1. Θα χρειαστεί μια υποτίμηση της τάξεως του 30-50%. Αυτό ισχυρίζονται ότι θα προκαλέσει πληθωρισμό λόγω εισαγωγών της τάξεως του 6-10% τον πρώτο χρόνο και 4-6% τον δεύτερο. Μακροπρόθεσμα οι τιμές θα αυξηθούν κατά το μέγεθος της υποτίμησης, αλλά ισχυρίζονται ότι στα χρόνια αμέσως μετά την υποτίμηση, θα δημιουργηθεί κάποιο πλεονέκτημα ανταγωνιστικότητας, της τάξεως του 23-37%, που θα αυξήσει την παραγωγή και τις εξαγωγές εμπορεύσιμων προϊόντων και άρα θα βελτιώσει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Εμείς γνωρίζουμε από τη βιβλιογραφία ότι οποιοδήποτε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κερδίζεται μέσω υποτίμησης του εθνικού νομίσματος χάνεται το πολύ σε έξι μήνες. Συνεπώς, αυτό που αποκρύπτουν είναι ότι η χώρα μας θα μπει σε έναν φαύλο κύκλο υποτιμήσεων της δραχμής με συνεχή περαιτέρω αύξηση των τιμών και καταβαράθρωση των εισοδημάτων των πλέον αδύναμων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας.» (πρόσθετη έμφαση).

          Επί αυτών παρατηρούμε τα εξής:

(i). Στο κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής γράφουν ότι η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ βασίζεται στην υπόθεση ότι δεν θα αυξηθούν οι εγχώριες τιμές. Στο κατά σειρά δεύτερο άρθρο τους, οι  κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής γράφουν ότι η ίδια μελέτη ισχυρίζεται ότι, συνεπεία νομισματικής υποτίμησης της τάξεως του 30%-50%, θα προκληθεί πληθωρισμός της τάξεως του 6%-10% τον πρώτο χρόνο και 4%-6% τον δεύτερο χρόνο, ενώ «[μ]ακροπρόθεσμα οι τιμές θα αυξηθούν κατά το μέγεθος της υποτίμησης».

          Επειδή η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ – πράγματι – δίνει τις ως άνω μετρήσεις (όχι, βεβαίως, ισχυρισμούς! – αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε) για τον συνεπεία της νομισματικής υποτίμησης πληθωρισμό, έπεται ότι: γράφοντας το κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής ασκούσαν οξεία κριτική στη μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ χωρίς να την έχουν διαβάσει ή την είχαν διαβάσει αλλά όχι κατανοήσει ή, τέλος, την είχαν κατανοήσει, αλλά αποκρύπταν το περιεχόμενό της. Άλλη περίπτωση δεν υπάρχει.

(ii). Σε αντίθεση με ό,τι διατείνονται στο δεύτερο άρθρο τους οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ δεν εκτιμά ότι «στα χρόνια αμέσως μετά την υποτίμηση, θα δημιουργηθεί κάποιο πλεονέκτημα ανταγωνιστικότητας, της τάξεως του 23-37%». Εκτιμά ότι, συνεπεία μίας ονομαστικής υποτίμησης της τάξεως του 30% με 50%, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (μετρούμενη σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας των εισαγομένων προς τα εγχωρίως παραγόμενα εμπορεύματα) θα αυξηθεί κατά 23% με 37%, αντιστοίχως, στο πρώτο έτος μετά την εν λόγω υποτίμηση (βλέπε τις σσ. 78-79 μελέτης).

(iii). Οι μετρήσεις της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ, για τις συνέπειες της νομισματικής υποτίμησης, αναφέρονται: στον εισαγόμενο πληθωρισμό κόστους, στη διεθνή ανταγωνιστικότητα, στο εξωτερικό ισοζύγιο και στο ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας.

          Βασίζονται σε συνολικό υπόδειγμα του εξωτερικού τομέα, το οποίο συντίθεται από:

(α) ένα δυναμικό τιμιακό υπόδειγμα εισροών-εκροών, και

(β) το διευρυμένο υπόδειγμα εξωτερικού ισοζυγίου-ρυθμού μεταβολής του ημεδαπού προϊόντος του Thirlwall(2011) (βλέπε τις σσ. 78-80 της μελέτης).

          Τέλος, αυτό το συνολικό υπόδειγμα συνίσταται σε εξήντα τέσσερις (64) εξισώσεις και εφοδιάστηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, με στατιστικά στοιχεία (κυρίως, από τις ΕΛΣΤΑΤ, EUROSTAT και Τράπεζα της Ελλάδας) για την ελληνική οικονομία. Επομένως, σε ευθεία αντίθεση με τα γραφόμενα των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, οι εν λόγω μετρήσεις της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ (όπως, βεβαίως, και όλες οι άλλες μετρήσεις της) δεν βασίζονται σε «υποθέσεις» και «ισχυρισμούς».[7]

          Όμως, για ό,τι συζητούμε σε αυτό ειδικά το σημείο, το πλέον σημαντικό είναι το εξής: Ακριβώς επειδή το υπόδειγμά μας ενέχει ένα δυναμικό τιμιακό υπόδειγμα εισροών-εκροών, έπεται ότι συλλαμβάνει, εκ κατασκευής, το – όντως πρωτεύον για το ζήτημα της υποτίμησης – γεγονός ότι (ας χρησιμοποιήσουμε τα λόγια των κ.κ.  Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, αν και δεν αποδίδουν το φαινόμενο σε όλες τις διαστάσεις του): «οι τιμές των εγχώριων προϊόντων εξαρτώνται […] από τις τιμές των εισαγόμενων, που χρησιμοποιούνται σαν ενδιάμεσα αγαθά».

          Συμπέρασμα: Οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής αγνοούν τι σημαίνει «τιμιακό υπόδειγμα εισροών-εκροών» ή δεν το αγνοούν, αλλά αποκρύπτουν ότι σε ένα τέτοιο υπόδειγμα βασίζονται οι εμπειρικές μετρήσεις του ΕΔΕΚΟΠ για υποτίμηση-πληθωρισμό-διεθνή ανταγωνιστικότητα. Άλλη περίπτωση δεν υπάρχει.

(iv). Οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής διατείνονται: «οι τιμές των εγχώριων προϊόντων εξαρτώνται σε ένα μεγάλο βαθμό […]» και «οι εγχώριες τιμές στην παραγωγή θα προσαρμοστούν γρήγορα […]». Τι σημαίνουν, άραγε, «σε ένα μεγάλο βαθμό» και «γρήγορα»;

          Χάρη συντομίας, ας ασχοληθούμε μόνο με τον «ένα μεγάλο βαθμό» των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, διότι ό,τι θα επισημάνουμε ισχύει, τηρουμένων των αντιστοιχιών, και για το «γρήγορα» (σε αυστηρά μαθηματικούς όρους, βλέπε την ανάλυση της κατανομής των ιδιοτιμών των μητρών τεχνικών συντελεστών της ελληνικής οικονομίας, η οποία αναπτύσσεται στα KatsinosandMariolis, 2012, και MariolisandTsoulfidis, 2016, Chaps. 5-6):

(α). Σημαίνει, ας πούμε, 10%, 50% ή 90%;

Διότι, για παράδειγμα, τόσο το 0.03% όσο και το 99.90% είναι «μεγάλα», δεδομένου ότι και τα δύο είναι μεγαλύτερα από άπειρα στο πλήθος άλλα ποσοστά.

(β). Ο «ένας μεγάλος βαθμός», τον οποίο εικάζουν οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής (γράφω: «εικάζουν», διότι δεν προσφέρουν κάποια μέτρηση), είναι ο ίδιος για όλους τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας ή αυτός κυμαίνεται διακλαδικά;

(γ). Εάν κυμαίνεται διακλαδικά, τότε σε ποιο εύρος; Κυμαίνεται, κατά κανόνα, στο εύρος του 10%-40% ή στο εύρος του 80%-90%;

Διότι, άλλες επιπτώσεις (από την υποτίμηση) αναμένονται στην πρώτη περίπτωση (του 10%-40%) και άλλες στη δεύτερη περίπτωση (του 80%-90%), σε συνάρτηση, επιπλέον, με:

(γ1). Το «μηχανισμό μετάδοσης ή, αλλιώς, διάχυσης της υποτίμησης» στα κόστη παραγωγής των ημεδαπών εμπορευμάτων (περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των μισθολογικών κοστών και των περιθωρίων κέρδους), τον οποίο είναι αναγκασμένος να προϋποθέσει και μοντελοποιήσει η/ο μελετητής (βάσει θεωρητικών ή και εμπειρικών-ιστορικών στοιχείων).

(γ2). Τη δομή των συνολικών – άμεσων και έμμεσων – διακλαδικών συνδέσεων (linkages) της ημεδαπής οικονομίας (η οποία προσδιορίζεται βάσει των διαθέσιμων Πινάκων Εισροών-Εκροών).

          Αφού, λοιπόν, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής επιθυμούν να έχουν θέση για το ζήτημα της νομισματικής υποτίμησης στην ελληνική οικονομία, οφείλουν να μοντελοποιήσουν ένα μηχανισμό διάχυσης της υποτίμησης και, εν συνεχεία, να απαντήσουν σε όλα τα ως άνω ερωτήματα. Η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ το έχει κάνει. Διότι εάν δεν το είχε κάνει, δεν θα ήταν σε θέση να προχωρήσει στις εμπειρικές μετρήσεις που εμπεριέχει.

          Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ δεν καινοτόμησε σε αυτό το ζήτημα, αλλά ακολούθησε τους γενικούς κανόνες μίας επιστημονικής μέτρησης των επιπτώσεων της ονομαστικής υποτίμησης, τους οποίους φαίνεται να ακολούθησε και, για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (όπως θα δούμε στη συνέχεια του παρόντος), όταν ανακοίνωσε δικές της μετρήσεις (για τις επιπτώσεις της υποτίμησης του ευρώ).

(v). Στο κατά σειρά δεύτερο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής είτε ανακάλυψαν είτε ομολόγησαν ότι η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ περιέχει μετρήσεις για τις επιπτώσεις της νομισματικής υποτίμησης – έστω – στον ημεδαπό ποσοστιαίο ρυθμό πληθωρισμού και στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

          Φαίνεται, όμως, ότι αυτές οι μετρήσεις αφήνουν παντελώς ανικανοποίητους τους κ.κ. Λιανό, Μπήτρο και Σαρρή, δεδομένου ότι τις χαρακτηρίζουν ως: «αβάσιμους ισχυρισμούς». Γιατί; Απαντούν: «Εμείς γνωρίζουμε από τη βιβλιογραφία ότι οποιοδήποτε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κερδίζεται μέσω υποτίμησης του εθνικού νομίσματος χάνεται το πολύ σε έξι μήνες.».

          Ατυχώς, αυτή η απάντηση είναι:

(α). Αυτοαναφορική: «εμείς γνωρίζουμε».

(β). Αοριστολογική: «από τη βιβλιογραφία». Ρωτάμε: ποια βιβλιογραφία;

          Ενδέχεται, όμως, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρήςνα θεωρούν ότι στα άρθρα των εφημερίδων δεν είναι δυνατόν, λόγω χώρου ή ύφους κειμένων, να παρατίθενται οι εννοούμενες συγκεκριμένες βιβλιογραφικές πηγές. Όποιος/α δείχνει ευαισθησία για τέτοιες παραμέτρους, οφείλει πρώτα να δείχνει τον αντίστοιχο σεβασμό στη δουλειά των άλλων.

          Έχω, όμως, και άλλες, πολύ σοβαρές, επιφυλάξεις για το: «από τη βιβλιογραφία», γιατί διαπιστώνω, για παράδειγμα, ότι, σε ένα αυστηρά ακαδημαϊκό και τεχνικό σύγγραμμά του, ο κ. Αλέξανδρος Σαρρής χειρίζεται τη βιβλιογραφία με τρόπο δανεισμένο από μάλλον αλλότριες δραστηριότητες και, συγκεκριμένα, με την τεχνική του – άνευ της ελάχιστης ειδικής αναφοράς – κολλάζ: παρέβαλε το λεκτικό κείμενο, εξισώσεις, σχήματα και ασκήσεις του Silberberg (1978) με την αναπαραγωγή τους στο Σαρρής (1986).

(γ).Suigeneris: Εάν, όπως δηλώνουν οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής, ισχύει ότι «οποιοδήποτε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κερδίζεται μέσω υποτίμησης του εθνικού νομίσματος χάνεται το πολύ σε έξι μήνες», έπεται ότι, σε γενικές, έστω, γραμμές, μία νομισματική υποτίμηση κατά x% οδηγεί, το πολύ εντός έξι μηνών, σε μέσο ποσοστιαίο ρυθμό πληθωρισμού της τάξης του x% και, έστω πολύ χονδρικά, σε μέσο ποσοστιαίο ρυθμό πληθωρισμού της τάξης του 2x%, εντός δώδεκα μηνών ή ενός έτους.

          Ήτοι, κατά τους κ.κ. Λιανό, Μπήτρο και Σαρρή ο λόγος ετήσιου ρυθμού πληθωρισμού-ποσοστού ονομαστικής υποτίμησης είναι της τάξης του 2.        Άραγε, υποστηρίζεται αυτός ο κατά τους κ.κ. Λιανό, Μπήτρο και Σαρρή «κανόνας του 1 (εξάμηνο) ή του 2 (έτος)» από ευρήματα;

(γ1). Μεταξύ πολλών πηγών, ας στραφούμε, καταρχάς, σε μία σχετικά πρόσφατη, και υπεράνω πάσης υποψίας (ελπίζουμε!), ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

          Όταν, λοιπόν, μετά το Μάρτιο του 2014, το ευρώ άρχισε – (και) εκουσίως! – να ολισθαίνει αισθητά έναντι βασικών νομισμάτων (έως τον Μάρτιο του 2015 είχε υποτιμηθεί κατά, περίπου, 22% έναντι του αμερικανικού δολαρίου και κατά 13% έναντι της βρετανικής λίρας), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταπιάστηκε με τις εν δυνάμει θετικές επιπτώσεις των νομισματικών υποτιμήσεων (βλέπε EuropeanCommission, 2015, pp. 50-52). Και, ακολούθως, η Τράπεζα της Ελλάδας (2015) αναπαρήγαγε τις αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως εξής:

«Τα αίτια της σημαντικής εξασθένησης του ευρώ σχετίζονται κυρίως με το διαφορετικό κύκλο της νομισματικής πολιτικής, καθώς η ΕΚΤ ξεκίνησε πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης την περίοδο που η Fed προανήγγειλε τη φάση αντιστροφής της πολύ χαλαρής δικής της νομισματικής πολιτικής. Η υποτίμηση του ευρώ μεταβάλλει τις σχετικές τιμές μεταξύ προϊόντων εντός και εκτός της ζώνης του ευρώ, προκαλώντας μεταβολές στη σύνθεση της ζήτησης. Ο βαθμός στον οποίο η μεταβολή των συναλλαγματικών ισοτιμιών επιδρά στις σχετικές ποσότητες εξαρτάται κυρίως από τρεις παράγοντες: α) από το βαθμό στον οποίο οι μεταβολές των ισοτιμιών ενσωματώνονται στις τελικές τιμές εισαγομένων και εξαγομένων και δεν απορροφώνται από τα περιθώρια κέρδους των εισαγωγέων και των εξαγωγέων (περίπου το 80% του ποσοστού της υποτίμησης του ευρώ μετακυλίεται στις τιμές των εισαγομένων), β) από το βαθμό εμπορικού ανοίγματος κάθε οικονομίας της ζώνης του ευρώ στις εκτός ευρωζώνης οικονομίες (λ.χ. μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης, η Μάλτα, το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία έχουν τις περισσότερες εξαγωγές, ως ποσοστό του ΑΕΠ τους, εκτός ζώνης του ευρώ) και γ) από τη συγκεκριμένη γεωγραφική σύνθεση των εκτός ζώνης του ευρώ εμπορικών εταίρων και τη συγκεκριμένη εξέλιξη της διμερούς συναλλαγματικής ισοτιμίας με τον καθέναν από αυτούς (λ.χ. οι χώρες της Βαλτικής και η Φινλανδία αντιμετώπισαν ανατίμηση και όχι υποτίμηση της ονομαστικής σταθμισμένης συναλλαγματικής τους ισοτιμίας, καθότι έχουν ως κυριότερο εμπορικό εταίρο τη Ρωσία, το νόμισμα της οποίας υποτιμήθηκε σοβαρά έναντι του ευρώ [κατά 30% – Θ. Μ.]). Η χαμηλότερη ισοτιμία του ευρώ κάνει γενικώς φθηνότερα τα εξαγόμενα προϊόντα της ζώνης του ευρώ και ακριβότερα τα εισαγόμενα, τελικά και ενδιάμεσα αγαθά και τις πρώτες ύλες. Κατά μέσο όρο στις χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ, το 30% της αξίας των εξαγωγών αποτελείται από εισαγόμενα ενδιάμεσα αγαθά και πρώτες ύλες, γεγονός που υπογραμμίζει την επίπτωση της υποτίμησης στο κόστος παραγωγής σε επιχειρήσεις και κλάδους εντάσεως εισαγόμενων βασικών εμπορευμάτων (πετρέλαιο, μέταλλα κ.λπ.) και ενδιάμεσων αγαθών. Ως προς τις ξένες άμεσες επενδύσεις μη κατοίκων, η υποτίμηση του ευρώ, εάν θεωρηθεί ότι θα διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα, μειώνει το κόστος υλοποίησης νέων επενδύσεων, αλλά ταυτόχρονα μειώνει την αξία σε ξένο νόμισμα των κερδών από τις ήδη υπάρχουσες. Σε γενικές γραμμές, η σημειωθείσα υποτίμηση του ευρώ, εάν διατηρηθεί, αναμένεται ότι θα οδηγήσει σε αύξηση των καθαρών εξαγωγών και υποκατάσταση εισαγωγών προς όφελος των εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων, ενισχύοντας τις επενδύσεις, την ανάπτυξη και την απασχόληση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μια υποτίμηση της ονομαστικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ κατά 10% μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 0.6% το πρώτο έτος και κατά 0.4% το δεύτερο έτος.» (Τράπεζα της Ελλάδος, 2015, σσ. 32-33 – πρόσθετη έμφαση).

            Περαιτέρω, οι ως άνω αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιείχαν και άλλες δύο εκτιμήσεις: Κατά μέσο όρο, μία υποτίμηση του ευρώ κατά 5% οδηγεί, πρώτον, σε αύξηση των ευρωζωνικών τιμών καταναλωτή κατά 0.3% μετά από ένα έτος, και, δεύτερον, σε μείωση των σε ξένο νόμισμα εκφρασμένων τιμών των εξαγωγών κατά 2% μετά από ένα έτος (βλέπε EuropeanCommission, 2015, pp. 51-52).

(γ2). Τώρα, ας εστιάσουμε, για παράδειγμα, σε εμπειρικά παρατηρηθέντες λόγους ποσοστιαίου ρυθμού πληθωρισμού-ποσοστού ονομαστικής υποτίμησης κατά μήκος νομισματικών υποτιμήσεων (διαφόρων νυψών), οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τη δεκαετία του 1990, σε διάφορες, αρκετά ανομοιογενείς και μη-ανομοιογενείς μεταξύ τους, εθνικές οικονομίες, και έχουν αναλυθεί εκτενώς στη διεθνή βιβλιογραφία (βλέπε, για παράδειγμα, Bursteinetal., 2005).

          Λοιπόν, τα στοιχεία δείχνουν ότι, εάν είναι να διατυπώσουμε κάποιον «κανόνα», τότε αυτός μάλλον είναι ο «κανόνας του 0.20 με 0.40» και, μάλιστα, με χρονικό ορίζοντα αναφοράς της τάξης των δεκαοκτώ (παρά των έξι ή των δώδεκα) μηνών.

          Μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις (εάν όχι η μοναδική) κάποιας προσέγγισης του κατά τους κ.κ. Λιανό, Μπήτρο και Σαρρή «κανόνα του 2» είναι εκείνη του Μεξικού, κατά την περίοδο άνοιξη 1997-φθινόπωρο 1999, όπου ο ρυθμός πληθωρισμού ήταν περί το 28% και το ποσοστό υποτίμησης ήταν περί το 16% (ήτοι, 28/16 = 1.75).

(γ3). Τέλος, πρέπει, αν και κάθε άλλο παρά μου είναι ευχάριστο, να ανατρέξουμε στο τι έγραφε ο κ. Θεόδωρος Λιανός για ορισμένες από τις επιπτώσεις της νομισματικής υποτίμησης στην ελληνική οικονομία, σε δύο άρθρα του, τα οποία δημοσιεύτηκαν σε διάστημα δύο εβδομάδων μετά την κατά 14% υποτίμηση της δραχμής στις 14.03.1998:

«Πριν από μερικές ημέρες η δραχμή υποτιμήθηκε κατά 14%. Στη διάρκεια της εβδομάδας που πέρασε έχουν διατυπωθεί διάφορες αναλύσεις και γνώμες για τις επιπτώσεις της υποτίμησης επί του ύψους του επιτοκίου, της εξέλιξης των επενδύσεων, των εισαγωγών, των εξαγωγών, επί των τιμών των μετοχών κλπ. Λίγα όμως έχουν γραφτεί για το πώς η υποτίμηση θα επηρεάσει τον καταναλωτή και για το τι μπορεί ο καταναλωτής να κάνει για να αποφύγει, στον βαθμό που είναι δυνατό, μερικές αρνητικές συνέπειες.[…] Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να αναμένεται μια γενική αύξηση των τιμών των καταναλωτικών προϊόντων. Εντούτοις είναι πιθανό δαιμόνιοι Έλληνες επιχειρηματίες και έμποροι να θελήσουν να εκμεταλλευθούν το υποτιθέμενο κλίμα του αναμενόμενου πληθωρισμού και να αυξάνουν αυθαίρετα τις τιμές χωρίς να έχει αυξηθεί το κόστος παραγωγής. Τέτοια φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί σε αρκετές περιπτώσεις και για τον λόγο αυτό το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) έχει κινητοποιηθεί για να ελέγξει το ενδεχόμενο κύμα κερδοσκοπίας εις βάρος των καταναλωτών. Πώς μπορεί ο καταναλωτής να προστατεύσει το εισόδημά του σε αυτές τις περιπτώσεις, δηλαδή της κερδοσκοπίας και της υποτίμησης; Ως προς τις επιπτώσεις της υποτίμησης ο καταναλωτής έχει μόνο μία άμυνα, δηλαδή να μεταβάλει τις καταναλωτικές του συνήθειες και να υποκαταστήσει τα εισαγόμενα προϊόντα που τώρα είναι ακριβότερα με ελληνικά που είναι σχετικά φθηνότερα. Σε πολλές περιπτώσεις η υποκατάσταση είναι εύκολη. Π.χ. μπορεί κανείς να φτιάξει εξίσου νόστιμη μακαρονάδα με ελληνικά μακαρόνια αντί των ιταλικών ή να αγοράσει γραβιέρα Κρήτης αντί για δανικό τυρί. Βέβαια, αν κάποιος επιμένει πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς γαλλικά υποκάμισα, τότε είναι αναγκασμένος να υποστεί το επιπλέον κόστος. Η στροφή της κατανάλωσης από τα εισαγόμενα προϊόντα στα εγχωρίως παραγόμενα θα έχει επιπλέον θετικές συνέπειες για την οικονομία στο σύνολό της. […] Είναι φανερό ότι η υποτίμηση θα επηρεάσει αρνητικά, τουλάχιστον βραχυχρονίως, τους καταναλωτές, διότι θα αναγκαστούν να υποστούν το μεγαλύτερο κόστος του καλαθιού της νοικοκυράς. Οι καταναλωτές όμως μπορούν με τις ενέργειές τους να μειώσουν αυτές τις αρνητικές επιπτώσεις. Βέβαια, μακροχρόνια τα πράγματα θα είναι διαφορετικά και κατά πάσα πιθανότητα θετικά για την απασχόληση, για τα εισοδήματα των ατόμων και για την οικονομία γενικά. (Λιανός, 1998α). […] Η υποτίμηση όμως της δραχμής αναμένεται να αυξήσει τον πληθωρισμό κατά 2.5 περίπου μονάδες. (Λιανός, 1998β).».

          Θα σταθούμε σε ένα μόνο σημείο, διότι στην αντίθετη περίπτωση έχουμε κάθε δικαίωμα, προφανώς, να μακρηγορήσουμε: Τότε (έτος 1998), ο κατά τον κ. Λιανό «κανόνας» ήταν εκείνος του 0.18 (2.5/14), ενώ τώρα (έτος 2017), ο κατά τον κ. Λιανό «κανόνας» είναι εκείνος του 2. Συγκλονιστική μεταβολή «κανόνα», θα λέγαμε, μέσα σε δύο δεκαετίες, ήτοι κατά 1011% ή, αλλιώς, κανόνας-λάστιχο.

          Πάντως, σύμφωνα με το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ο πληθωρισμός που όντως προκλήθηκε από εκείνη την κατά 14% υποτίμηση της δραχμής ήταν της τάξης 1.2%, ήτοι 1.2/14 = 0.09 (βλέπε την Εξαμηνιαία Έκθεση Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, 1999, και Το Βήμα, 10.01.1999, ένθετο Ανάπτυξη, σελ. 4).

          Όπως και να έχουν τα πράγματα με τον κανόνα των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, ο κ. Λιανός έγραφε πριν από την προαναφερθείσα υποτίμηση της δραχμής τα εξής: «Νομίζω ότι πολύ σύντομα η ελλειμματικότητα του ισοζυγίου πληρωμών θα γίνει το κύριο πρόβλημα της οικονομίας. Και είναι σκόπιμο να ληφθούν μέτρα τώρα προς δύο κατευθύνσεις, δηλαδή μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων για μακροπρόθεσμο δανεισμό και ταχύτερη υποτίμηση της δραχμής. Η υποτίμηση της δραχμής θα προωθήσει το εξωτερικό μας εμπόριο και τον τουρισμό χωρίς επιπτώσεις στον πληθωρισμό, ενώ η μείωση του επιτοκίου σε συνδυασμό με την υποτίμηση θα αποθαρρύνει τον εξωτερικό δανεισμό.» (Λιανός, 1997).

          Θα συμφωνήσετε, νομίζω, ότι δεν αξίζει να σχολιάσουμε.

(vi). Καίτοι αποκρύπτεται (από πολλές πλευρές, «Ευρω-δεξιές» και «Ευρω-αριστερές») στη δημόσια «συζήτηση», όσοι γνωρίζουν στοιχειωδώς, έστω, την οικονομική επιστήμη, γνωρίζουν επίσης ότι, πέραν πάσης αμφιβολίας, οι νομισματικές υποτιμήσεις έχουν θετικές και αρνητικές ή αρνητικές και θετικές επιπτώσεις.

          Έτσι, για παράδειγμα, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ επισημαίνει: «[Μ]ια ονομαστική υποτίμηση στο εύρος του 30% με 50%, θα προκαλούσε: Α. Εισαγόμενο μέσο πληθωρισμό της τάξης του 6% με 10% για το πρώτο έτος, με τάση μείωσης στο 4% με 6% για το δεύτερο έτος. Αυτό το ύψος πληθωρισμού είναι ένα «κόστος» που πρέπει να καταβληθεί από την ελληνική οικονομία για την αδυναμία του Ιδιωτικού τομέα της να ανταπεξέλθει στον διεθνή ανταγωνισμό.» (σελ. 78 – πρόσθετη έμφαση).[8]

(vii). Στο κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής διαβεβαιώνουν, όπως είδαμε, ότι «οποιαδήποτε βελτίωση του κόστους […] δεν θα οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση των εξαγωγών, διότι η ανταγωνιστικότητα» εξαρτάται «κυρίως από την ποιότητα των προϊόντων που εξάγονται».

          Εάν αφήσουμε στην άκρη τις γενικολογίες («οποιαδήποτε βελτίωση», «μεγάλη αύξηση», «κυρίως από την ποιότητα»), τότε στρεφόμαστε στις καθοριστικές πλευρές της πραγματικότητας: ποια είναι η προέλευση, ο βαθμός, οι επιπτώσεις και, τέλος, οι συνεπαγωγές για την εθνική οικονομική πολιτική της υπονοούμενης εξάρτησης; Το ζήτημα υπάρχει αλλά είναι πολύ πιο βαθύ από όσο αφήνουν να εννοηθεί οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής και, ταυτοχρόνως, παραπέμπει στην αναγκαιότητα μεταβολής της διατομεακής δομής της ελληνικής οικονομίας. Μεταβολής η οποία – σύμφωνα με όλα τα έως σήμερα και τα προβλεπόμενα δεδομένα – δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί εντός-ΟΝΕ.

          Ειδικότερα, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ πραγματεύεται το όλο ζήτημα αναλύοντας θεωρητικά και εμπειρικά (καταρχάς μέσω ενός συστήματος δώδεκα (12) δεικτών για κάθε ένα από τα εξήντα τρία (63) εμπορεύματα-κλάδους της ελληνικής οικονομίας, τα οποία απεικονίζονται στους διαθέσιμους Πίνακες Εισροών-Εκροών): τη δομή της ελληνικής οικονομίας και το διεθνές εμπόριο (Ενότητα 9.5), το αναπτυξιακό αδιέξοδο, το οποίο επιβάλλεται (και) από αυτήν τη δομή (Ενότητα 9.6) και τις – λεγόμενες – διαρροές (leakages) στον εξωτερικό τομέα της ελληνικής οικονομίας (Κεφάλαιο 10). Σε αυτή τη βάση θεμελιώνεται, καταρχάς, η «αναγκαιότητα αλλαγής πορείας» (Κεφάλαιο 11) και ο «νέος δρόμος για την Ελλάδα» (Μέρος ΙΙΙ), τον οποίο αυτή η μελέτη συγκεκριμένα προτείνει.

(viii). Στο κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής προσφέρουν, όπως είδαμε, μία – κατά τους ίδιους –  «τρανή απόδειξη», συγκρίνοντας την – όντως εφαρμοσθείσα – υποτίμηση μισθών με την – υποθετική – νομισματική υποτίμηση. Μήπως, όμως, τους διαφεύγει ένα σύνολο σημαντικών «παραμέτρων»; Εν συντομία, κάποιες από αυτές είναι:

(α). Λόγω κοινωνικο-πολιτικών περιορισμών και τριβών, είναι πολύ πιο εύκολο να γίνει μία εφάπαξ νομισματική υποτίμηση της τάξης του 50% και 60% από το να γίνει μία εφάπαξ υποτίμηση μισθών του ιδίου ύψους. Και για αυτό δεν έγινε, το έτος 2010, υποτίμηση μισθών τέτοιου ύψους (το πόσο θα υποτιμηθούν οι μισθοί, σε βάθος χρόνου, μέσω των αλλεπάλληλων «μνημονίων» είναι, βεβαίως, διαφορετικό ζήτημα).[9]

(β). Στην Ελλάδα, η πολιτική υποτίμησης μισθών εφαρμόστηκε υπό συνθήκες, πρώτον, παράλληλης αύξησης των συντελεστών εμμέσων φόρων, και, δεύτερον, μη-ελέγχου, από τις εθνικές αρχές, της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Έτσι, για παράδειγμα, οι όποιες θετικές επιπτώσεις της στη διεθνή ανταγωνιστικότητα αντιστρέφονταν στις περιόδους εκείνες, κατά τις οποίες σημειώνονταν ανατιμήσεις του ευρώ, όπως – ιδίως – κατά τον Ιούνιο 2010-Μάιο 2011 (ανατίμηση 19% ως προς το δολάριο ΗΠΑ) και κατά τον Ιούλιο 2012-Μάιο 2014 (ανατίμηση 13% ως προς το δολάριο ΗΠΑ).

(γ). Για να συγκρίνει κανείς τις επιπτώσεις των δύο υποτιμήσεων στη διεθνή ανταγωνιστικότητα προαπαιτείται αναλυτική εμπειρική μελέτη της συμβολής όλων των επιμέρους συνιστωσών κόστους στη διαμόρφωση των τιμών της ελληνικής οικονομίας. Νέες, adhocμετρήσεις μας, οι οποίες ανακοινώθηκαν μετά τη δημοσίευση της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ, δείχνουν ότι η εφαρμοσθείσα πολιτική υποτίμησης μισθών συνιστά, ακόμα και υπό ευνοϊκές συνθήκες (δηλαδή, χωρίς την αύξηση των συντελεστών εμμέσων φόρων και τη μεταβολή της ισοτιμίας του ευρώ), συγκριτικά αργή και αναποτελεσματική διαδικασία βελτίωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, η οποία ανακατανέμει, επιπλέον, το κοινωνικό εισόδημα υπέρ των κερδών, σε όχι ασήμαντο βάθος χρόνου (βλέπε Μαριόλης και Ροδουσάκης, 2017, Μαριόλης και Σώκλης, 2017).

          Έτσι, σύμφωνα με αυτές τις νέες μετρήσεις, η εφαρμοσθείσα πολιτική δεν μπορούσε να οδηγήσει σε αξιόλογη άνοδο της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, καίτοι συνέβαλε, πράγματι, στη μείωση του μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ (το οποίο ήταν, εξάλλου, συστηματικά χαμηλό σε ευρωζωνικούς όρους) και, κατ’ επέκταση, στη συμπίεση της συνολικής ενεργού ζητήσεως, στην εκβάθυνση της ύφεσης, στην υπερακόντιση της ανεργίας και, μέσω συρρίκνωσης της όλης οικονομικής δραστηριότητας, σε διόρθωση των εξωτερικών και δημοσίων ελλειμμάτων της ελληνικής οικονομίας.

          Ούτως ή άλλως, πρέπει εξαρχής να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη την κατά Friedman (1953, p. 173) προσομοίωση της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας με την αλλαγή της ώρας σε θερινή:

«Προφανώς, είναι πολύ πιο απλό να αλλάξουν οι δείκτες του ρολογιού, το οποίο καθοδηγεί τους πάντες, από το να αλλάξει κάθε άτομο μεμονωμένα το υπόδειγμα αντίδρασής του ως προς το ρολόι, ακόμα και εάν όλοι θέλουν να το κάνουν. Η κατάσταση είναι ακριβώς ίδια στην αγορά συναλλάγματος. Είναι πολύ πιο απλό να καταστεί εφικτή η αλλαγή μίας τιμής, ήτοι η τιμή του συναλλάγματος, από το να βασιστείτε σε αλλαγές στην πληθώρα των τιμών, οι οποίες συναποτελούν τη διάρθρωση των ημεδαπών τιμών.».

          Τέλος, σε απόλυτη συμφωνία – πρέπει να λέγεται – με ορισμένους Έλληνες «αριστερούς ή και μαρξιστές οικονομολόγους» (όπως επιθυμούν να ονομάζονται), οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής δεν διστάζουν να τονίζουν τον πληθωρισμό και, άρα, την ανακατανομή του εισοδήματος εις βάρος των μισθών που θα δημιουργούσε η νομισματική υποτίμηση. Ακόμα και εάν παραβλέψουμε το γεγονός ότι αυτό το «άρα» δεν είναι (και ποτέ δεν πρόκειται να γίνει) θεώρημα της οικονομικής επιστήμης, παραμένει το εξής: σχετικά με ό,τι έχει ήδη συντελεστεί, στην Ελλάδα, μέσω της υποτίμησης μισθών, οι προαναφερθέντες (όλοι ανεξαιρέτως) παραμένουν εγκρατείς.

2.2. Περί Νομισματικής Πολιτικής

Στο πρώτο άρθρο των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή γράφεται το εξής:

«[Υ]ποστηρίζουν [τα μέλη του ΕΔΕΚΟΠ – Θ. Μ.] ότι πρέπει να τονωθεί η ζήτηση, σε πρώτη φάση με αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας, δηλαδή με χρηματοδότηση των κυβερνητικών ελλειμμάτων με έκδοση νέου χρήματος. Υποστηρίζουν δε ότι αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να αυξηθούν οι εγχώριες τιμές. Αυτή η ουσιαστικά «κεϋνσιανή» συνταγή έχει νόημα και εφαρμογή σε οικονομίες των οποίων η παραγωγική βάση έχει μεγάλα περιθώρια αύξησης λόγω μη απασχολούμενων εγχώριων πόρων, βασικά εργαζομένων και κεφαλαίου. Για την Ελλάδα, ενώ πράγματι υπάρχει μεγάλη ανεργία και μη απασχολούμενο κεφαλαιακό δυναμικό σε κάποιες βιομηχανίες, αυτή η ανεργία εστιάζεται κυρίως στους ανειδίκευτους εργάτες και σε τομείς όπως το εμπόριο και οι κατασκευές. Οι τομείς αυτοί αποτέλεσαν την αιχμή της φούσκας που γέννησε η υπερβολική αύξηση της ζήτησης, η οποία προήλθε από τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια που συνόδευσαν την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Δεν νομίζουμε ότι κανένας επιθυμεί την επάνοδο σε μία τέτοιου είδους αύξηση της ζήτησης και του ΑΕΠ. Μία μη στοχευμένη αύξηση της ζήτησης δεν μπορεί να δημιουργήσει την παραγωγή και την απασχόληση που έχει ανάγκη η Ελλάδα για μία διατηρήσιμη μεγέθυνση του ΑΕΠ και των πραγματικών εισοδημάτων.» (πρόσθετη έμφαση).

          Κατά το δεύτερο άρθρο των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή άλλοι «αβάσιμοι ισχυρισμοί σχετικά με την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση» της μελέτης του ΕΔΕΟΠ είναι:

«3. Η πολιτική της αύξησης της ζήτησης θα γίνει κυρίως από τον δημόσιο τομέα, ο οποίος θα ενισχύσει συγκεκριμένους κλάδους που έχουν μεγάλους «πολλαπλασιαστές» εισοδήματος, όπως προκύπτει από ανάλυση πινάκων εισροών-εκροών. […] 4. Νομισματική χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών. Δηλαδή τύπωμα χρήματος. Η εμπειρία έχει δείξει ότι η αύξηση των τιμών και κατά συνέπεια ο πληθωρισμός από μια τέτοια πολιτική είναι και μεγάλη και άμεση. Άρα αυτή η πολιτική δεν είναι δόκιμη. […] Όπως έλεγε ο J. M. Keynes, η χρησιμοποίηση νομισματικής επέκτασης για να επιτευχθεί ανάπτυξη είναι σαν να προσπαθεί κανείς να παχύνει φορώντας μεγαλύτερη ζώνη.» (πρόσθετη έμφαση).

          Επί αυτών παρατηρούμε τα εξής:

(i). Στο κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής γράφουν ότι η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει τα εξής:

(α). Η «χρηματοδότηση των κυβερνητικών ελλειμμάτων με έκδοση νέου χρήματος […] μπορεί να γίνει χωρίς να αυξηθούν οι εγχώριες τιμές.».

          Όπως θα δούμε, πολύ συγκεκριμένα (καίτοι συνοπτικά), στη συνέχεια του παρόντος άρθρου, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο: Ορισμένης έκτασης και προϋπολογισμένη χρηματοδότηση δημοσίων δαπανών με έκδοση νέου χρήματος, η οποία θα συμβαδίσει με ημεδαπό πληθωρισμό της τάξης του 10%. Επίσης, ανακατανομή υφιστάμενων δημοσίων δαπανών, ούτως ώστε να επιτευχθούν τα κατά το δυνατόν ευνοϊκά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην οικονομική μεγέθυνση, στην απασχόληση της εργασίας και στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας.

(β). «[Μ]η στοχευμένη αύξηση της [ενεργού – Θ. Μ.] ζήτησης».

          Όπως θα δούμε, πολύ συγκεκριμένα (καίτοι συνοπτικά), στη συνέχεια του παρόντος άρθρου, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο: Προϋπολογισμένη, κλαδικά στοχευμένη και επιμερισμένα προωθούμενη από διαφορετικά μέσα οικονομικής πολιτικής αύξηση της ενεργού ζητήσεως.

          Συμπέρασμα: Ισχύει ακριβώς ό,τι επισημάναμε και για το ζήτημα της νομισματικής υποτίμησης. Δηλαδή, ότι, γράφοντας το κατά σειρά πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής αναφέρονταν στη μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ χωρίς να την έχουν διαβάσει ή την είχαν διαβάσει αλλά όχι κατανοήσει ή, τέλος, την είχαν κατανοήσει, αλλά αποκρύπταν το περιεχόμενό της.

(ii). Ακολούθως, θα ασχοληθούμε με τα γραφόμενα στο δεύτερο άρθρο των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή.

          Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι, τώρα, οι συγγραφείς ομολογούν ότι η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει τη στοχευμένη τόνωση της ζήτησης, δεδομένου ότι γράφουν:

«Η πολιτική της αύξησης της ζήτησης θα γίνει κυρίως από το δημόσιο τομέα, ο οποίος θα ενισχύσει συγκεκριμένους κλάδους που έχουν μεγάλους «πολλαπλασιαστές» εισοδήματος, όπως προκύπτει από ανάλυση πινάκων εισροών-εκροών.».        

          Βεβαίως, όπως θα δούμε στη συνέχεια του παρόντος, η περιγραφή που δίνουν είναι ατυχής. Προς το παρόν, ας σημειώσω μόνο ότι, στη μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ, η πολιτική της στοχευμένης αύξησης της ενεργού ζητήσεως δεν βασίζεται στη μέτρηση των κλαδικών ««πολλαπλασιαστών» εισοδήματος», αλλά – τουλάχιστον – των σραφφαϊανών πολλαπλασιαστών (α) προϊόντος, (β) εισαγωγών, και (γ) απασχόλησης εργασίας (Kurz, 1985, Mariolis, 2008, MariolisandSoklis, 2015), καθώς και των σραφφαϊανών «χρονολογημένων ποσοτήτων εισαγομένων εισροών» (για αυτή την έννοια, βλέπε Sraffa, 1960, Chap. 6, και Katsinos and Mariolis, 2012).

          Περαιτέρω, ας ανατρέξουμε στην 3η έκδοση του ακαδημαϊκού συγγράμματος των κ.κ. Θεόδωρου Λιανού και Θεοφάνη Μπένου (1988), και, ιδιαιτέρως, στο Κεφάλαιο 14 αυτού, το οποίο έχει τίτλο: «Δημοσιονομική Πολιτική, Νομισματική Πολιτική και πλήρης Απασχόληση».

          Εκεί, λοιπόν, αναλύεται, εντός του συνήθους, μπορεί να λεχθεί, κεϋνσιανού πλαισίου, ο τρόπος «με τον οποίο η κυβέρνηση με τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική επιτυγχάνει να ωθήσει την οικονομία προς το επίπεδο της πλήρους απασχολήσεως.» (ό.π., σελ. 373). Ειδικότερα, στις σελίδες 391-403 διερευνώνται συγκριτικά οι επιπτώσεις μίας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία στοχεύει στη επίτευξη πλήρους απασχολήσεως της εργασίας και χρηματοδοτείται με έναν από τους ακόλουθους τρεις τρόπους:

(α) δανεισμός (σσ. 391-394), ή

(β) τύπωμα χρήματος (σσ. 394-398), ή

(γ) φορολογία εισοδήματος (σσ. 400-403).

          Από τη συγκριτική ανάλυση των συγγραφέων συνάγεται όχι μόνο ότι ο ως άνω τρόπος (β) δεν είναι αβάσιμος, αλλά και ότι είναι μάλλον ο καλύτερος από τους τρεις (βλέπε, ό.π. σελ. 394 και σελ. 397).

          Επειδή, όμως, από τη δημοσίευση του εν λόγω συγγράμματος έχουν περάσει τρεις δεκαετίες, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, στο μεταξύ, έχουν μεταβληθεί οι σχετικές θεωρήσεις του κ. Λιανού. Ως εκ τούτου, ανατρέξαμε στο πλέον πρόσφατο (από ό,τι γνωρίζουμε) και αντίστοιχο ακαδημαϊκό σύγγραμμα του κ. Λιανού και της κας Αναστασίας Ψειρίδου (2015). Λοιπόν, από τα Κεφάλαια 15 και 21 αυτού του νέου συγγράμματος, δεν συνάγεται μεταβολή στις θεωρήσεις του κ. Λιανού.

          Και για να συμπληρωθεί η «εικόνα», πρέπει να εστιάσουμε στο πώς ακριβώς θέτει και επιλύει το όλο ζήτημα της τόνωσης της ενεργού ζητήσεως, στην ελληνική οικονομία και για την τρέχουσα συγκυρία, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ: «Παράλληλα με την [νομισματική – Θ. Μ.] υποτίμηση, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να τονώσει την αυτόνομη ζήτηση (κρατικές τελικές καταναλωτικές δαπάνες, επενδύσεις και καθαρές εξαγωγές, δηλαδή εξαγωγές μείον εισαγωγές). Η μεταβολή της ζήτησης θα πρέπει να γίνει με συγκεκριμένο τρόπο σε εκείνα, δηλαδή, τα εμπορεύματα και κλάδους, τα οποία προσφέρουν τις μεγαλύτερες δυνατότητες ώστε να αυξηθεί στο μέγιστο βαθμό το συνολικά παραγόμενο προϊόν και η συνολική απασχόληση. Η δυσκολία για την ελληνική οικονομία είναι ότι αυτή η μεταβολή της ζήτησης θα πρέπει να συντελεστεί, ενώ παράλληλα θα πρέπει να μειωθεί το δημόσιο έλλειμμα και το εξωτερικό έλλειμμα της χώρας. Τέλος, αυτό θα πρέπει να γίνει παίρνοντας υπόψη την σύνθεση της αυτόνομης ζήτησης που όντως υπάρχει και η οποία αποτελεί ρεαλιστικό δείκτη των βαθμών ελευθερίας στην οικονομική πολιτική για την ελληνική κυβέρνηση. (σελ. 81) […] [Η] υποτίμηση θα υποβοηθούσε σημαντικά την τόνωση της ζήτησης και θα αύξανε ιδιαίτερα την διεθνή ανταγωνιστικότητα του Πρωτογενούς τομέα και του τομέα των Υπηρεσιών [όπως προκύπτει, μονοσήμαντα, από τις μετρήσεις, οι οποίες παρουσιάζονται στις σελίδες 78-79 της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ και την εκεί εκτιθέμενη ειδική βιβλιογραφία – Θ. Μ.]. Παράλληλα απαιτείται μία «επιθετική» πολιτική στοχευμένης ανακατανομής και, ταυτοχρόνως, αύξησης των δημοσίων δαπανών. Οι δημόσιες δαπάνες χρηματοδοτούνται, κατά κανόνα, με δανεισμό, φορολόγηση, και έκδοση νέου χρήματος («νομισματική χρηματοδότηση ελλειμμάτων»). Δεδομένης της κατάστασης, στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία το 2016, οι δύο πρώτοι τρόποι – σε πρώτη φάση – απορρίπτονται. Απομένει, λοιπόν, η έκδοση νέου χρήματος, για την οποία συχνά ακούγεται ότι μπορεί να οδηγήσει σε «υψηλό πληθωρισμό». Αυτή η άποψη παραβλέπει, ωστόσο, την υποαπασχόληση της δυναμικότητας παραγωγής, η οποία στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά μεγάλη [βλέπε τη σελίδα 80 της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ – Θ. Μ.]. Για παράδειγμα, με βάση τους πολλαπλασιαστές αυτόνομης ζήτησης [βλέπε τις σελίδες 61-65 και 81-85 της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ, όπου συνοψίζονται ευρήματα από τριάντα χιλιάδες  πολλαπλασιαστές και δείκτες για την ελληνική οικονομία – Θ. Μ.], μία αύξηση της «νομισματικής βάσης» κατά 10 δισ. ευρώ, για τη χρηματοδότηση κρατικών δαπανών σε εμπορεύματα του Πρωτογενούς τομέα και των Υπηρεσιών, θα ήταν συμβατή με διευθυνόμενο πληθωρισμό της τάξης του 10% (ο οποίος προκύπτει, όπως αναφέρθηκε, από νομισματική υποτίμηση κατά 50%) και μπορεί να οδηγήσει σε:

(α) Δημιουργία 420 χιλ. θέσεων εργασίας.

(β) Αύξηση του ΑΕΠ κατά 11.4 δισ. ευρώ ή 6.4% (ποσοστό αντίστοιχο με κείνο το οποίο είναι συμβατό, όπως αναφέρθηκε, με νομισματική υποτίμηση κατά 50%). [βλέπε τη σελίδα 79 της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ – Θ. Μ.]

(γ) Μείωση του δημοσίου ελλείμματος κατά 3.4 δισ. ευρώ.

Σε αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, θα υπήρχε και αύξηση του εξωτερικού ελλείμματος κατά 2.8 δισ. ευρώ, και αυτό ακριβώς υποδεικνύει ότι δεν αρκεί το μέσο της νομισματικά χρηματοδοτούμενης δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά πρέπει να συνδυαστεί με εκείνο της νομισματικής υποτίμησης (σελ. 86). Για τις εκτιμήσεις υποθέτουμε ότι ο ποσοστιαίος ρυθμός μεταβολής της ονομαστικής ποσότητας χρήματος ισούται με αυτόν της νομισματικής βάσης, η μερική ελαστικότητα χρήματος ως προς το εισόδημα είναι της τάξης του 0.6-0.7 (σε αντιστοιχία με ευρήματα διαφόρων εμπειρικών μελετών) και, όπως προηγουμένως, έναν μέσο φορολογικό συντελεστή της τάξης του 0.30. Τέλος, βάσει του Πίνακα 6 [βλέπε τη σελίδα 83 της μελέτης – Θ. Μ.], χρησιμοποιούμε τους αντίστοιχους μέσους τομεακούς πολλαπλασιαστές, ήτοι 1.14 (προϊόντος), 42 (απασχόλησης) και 0.28 (εισαγωγών). (σσ. 86-87, υποσημείωση 68)» (πρόσθετη έμφαση).

          Συμπέρασμα: Οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής ξεχνούν στο δεύτερο άρθρο τους τι έγραψαν στο πρώτο άρθρο τους, ξεχνούν τι έχουν γράψει οι ίδιοι σε άλλα, ακόμα πιο επίσημα  (μπορεί να λεχθεί) κείμενα τους (έστω, μόνο ο κ. Λιανός), διαστρεβλώνουν ή και παρακάμπτουν τις μετρήσεις της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ, αποφεύγουν να προσφέρουν τις δικές τους μετρήσεις και, έτσι, αυτοπεριορίζονται, τελικά, σε δηλώσεις: «η αύξηση των τιμών και κατά συνέπεια ο πληθωρισμός από μια τέτοια πολιτική είναι και μεγάλη και άμεση».           Ατυχώς, αυτές οι νέες δηλώσεις των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή δεν οδηγούν παρά μόνο σε νέα ερωτήματα, τα οποία δεν μπορεί παρά να είναι της ίδιας ακριβώς φύσεως με τα ερωτήματα στα οποία οδήγησαν οι δηλώσεις τους για τη νομισματική υποτίμηση. Τα ερωτήματα είναι: Πόσο «μεγάλη» και πόσο «άμεση»;

          Όπως είδαμε, καίτοι επιγραμματικά, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ δεν προσφέρει μόνο μετρήσεις αλλά και, αυτό είναι το πλέον σημαντικό, συναρμόζει μεταξύ τους τις επιμέρους, τοπικές μετρήσεις και επακόλουθες προτάσεις της, έτσι ώστε το συνολικό μείγμα οικονομικής πολιτικής, στο οποίο απολήγει, να είναι συνεκτικό ως προς όλους τους άξονές του: νομισματική υποτίμηση, δημοσιονομική, νομισματική, βιομηχανική (Ενότητες 9.5 έως και 9.7, και Κεφ. 10 και 16) και συνολική συναλλαγματική (Κεφ. 17) πολιτική. Ή, για να μην είμαι, ίσως, υποκειμενικός, αυτή ακριβώς τη – βασισμένη σε μετρήσεις και θεωρήματα της οικονομικής επιστήμης – συνεκτικότητα επιδιώκει.

         Αλλά φαίνεται ότι όλα αυτά δεν αφήνουν ικανοποιημένους τους κ.κ. Λιανό, Μπήτρο και Σαρρή. Ωστόσο, για να είναι σε θέση να προσδιορίσει κανείς πότε οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής θα αισθανθούν ικανοποιημένοι, θα πρέπει να γνωρίζει, τουλάχιστον, ποιοι πρέπει να είναι, έστω κατά αυτούς, οι συγκεκριμένοι στόχοι της οικονομικής πολιτικής, στην κατάσταση όπου έχει περιέλθει η πατρίδα μας.

          Το «κλειδί» της μη-ικανοποίησης των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, εντοπίζεται έπειτα από μία «δεύτερη» ανάγνωση των δύο άρθρων τους: Σε αυτά τα άρθρα δεν εκτίθενται συγκεκριμένοι στόχοι. Δηλώνονται οι Βιβλικές καταστροφές, οι οποίες θα επέλθουν στην πατρίδα μας, εάν αυτή δεν ακολουθήσει, έως τέλους, την πολιτική των «μνημονίων». Τέλος, για τα ανήκουστα και πολύπλευρα ζητήματα, τα οποία έχουν ήδη ανακύψει από την επί επτά συνεχή χρόνια εφαρμογή της πολιτικής των «μνημονίων», δεν ξοδεύεται ούτε μισή λέξη.

           

(iii). Στα ως άνω δύο ακαδημαϊκά συγγράμματα του κ. Λιανού υποστηρίζεται, επίσης, ότι, υπό ορισμένες συνθήκες (οι οποίες έχουν εξάλλου προ-αναλυθεί εκτενώς στη διεθνή βιβλιογραφία, όπως η απουσία «παγίδας ρευστότητας») και πάντοτε εντός του συνήθους κεϋνσιανού πλαισίου ανάλυσης, η επεκτατική νομισματική πολιτική μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ημεδαπού προϊόντος, ακόμα και χωρίς να συνδυαστεί με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική (βλέπε Λιανός και Μπένος, 1988, σσ. 403-404, και Λιανός και Ψειρίδου, 2015, σσ. 130, 193-198, 275-277 και 279-281).

          Δεδομένων αυτών, πώς είναι δυνατόν:

(α) ο κ. Λιανός να προσυπογράφει το: «Όπως έλεγε ο J. M. Keynes, η χρησιμοποίηση νομισματικής επέκτασης για να επιτευχθεί ανάπτυξη είναι σαν να προσπαθεί κανείς να παχύνει φορώντας μεγαλύτερη ζώνη»;

(β) να ισχύει το: «όπως έλεγε ο J. M. Keynes…»;

          Καίτοι είμαστε αναρμόδιοι για να απαντήσουμε στο ερώτημα (α), οφείλουμε να σταθούμε στο ερώτημα (β). Θα δούμε, λοιπόν, τι όντως «έλεγε ο J. M. Keynes», πότε, σε ποιόν και πώς το «έλεγε».

          Έχουμε να κάνουμε με το περίφημο «AnOpenLettertoPresidentRoosevelt» (16.12.1933), το οποίο συντάσσεται σε μία ιδιάζουσα συγκυρία (με τις «λεπτομέρειες» της οποίας είναι αδύνατον να ασχοληθούμε εδώ), δηλαδή εν μέσω της «Μεγάλης Ύφεσης» αλλά αφού έχει αρχίσει η θέσπιση της «NewDeal» και έχουν ήδη εμφανιστεί (από την Άνοιξη του 1933) κάποια σημάδια ανάκαμψης στην οικονομία των ΗΠΑ. Σε αυτή, λοιπόν, την επιστολή του, ο Keynesγράφει, μεταξύ άλλων, τα οποία μάλλον μπορούμε να παρακάμψουμε για τις παρούσες ανάγκες μας, τα εξής:

«My second reflection relates to the technique of Recovery itself. The object of recovery is to increase the national output and put more men to work. In the economic system of the modern world, output is primarily produced for sale; and the volume of output depends on the amount of purchasing power, compared with the prime cost of production, which is expected to come on the market. Broadly speaking, therefore, and increase of output depends on the amount of purchasing power, compared with the prime cost of production, which is expected to come on the market. Broadly speaking, therefore, an increase of output cannot occur unless by the operation of one or other of three factors. Individuals must be induced to spend more out of their existing incomes; or the business world must be induced, either by increased confidence in the prospects or by a lower rate of interest, to create additional current incomes in the hands of their employees, which is what happens when either the working or the fixed capital of the country is being increased; or public authority must be called in aid to create additional current incomes through the expenditure of borrowed or printed money. In bad times the first factor cannot be expected to work on a sufficient scale. The second factor will come in as the second wave of attack on the slump after the tide has been turned by the expenditures of public authority. It is, therefore, only from the third factor that we can expect the initial major impulse.Now there are indications that two technical fallacies may have affected the policy of your administration. The first relates to the part played in recovery by rising prices. Rising prices are to be welcomed because they are usually a symptom of rising output and employment. When more purchasing power is spent, one expectsrising output at rising prices. Since there cannot be rising output without rising prices, it is essential to ensure that the recovery shall not be held back by the insufficiency of the supply of money to support the increased monetary turn-over. But there is much less to be said in favour of rising prices, if they are brought about at the expense of rising output. Some debtors may be helped, but the national recovery as a whole will be retarded. Thus rising prices caused by deliberately increasing prime costs or by restricting output have a vastly inferior value to rising prices which are the natural result of an increase in the nation’s purchasing power. […] The other set of fallacies, of which I fear the influence, arises out of a crude economic doctrine commonly known as the Quantity Theory of Money. Rising output and rising incomes will suffer a set-back sooner or later if the quantity of money is rigidly fixed [αυτόδεντοαρνείταιο Keynes, ούτεεδώούτεαλλούΘ. Μ.]. Some people seem to infer from this that output and income can be raised by increasing the quantity of money. But this is like trying to get fat by buying a larger belt [απόεδώ, λοιπόν, έχει «ξεριζωθεί» το: «όπωςέλεγεο J. M. Keynes», τωνκ.κ. Λιανού, ΜπήτρουκαιΣαρρήΘ. Μ.]. In the United States to-day your belt is plenty big enough for your belly. It is a most misleading thing to stress the quantity of money, which is only a limiting factor, rather than the volume of expenditure, which is the operative factor.It is an even more foolish application of the same ideas to believe that there is a mathematical relation between the price of gold and the prices of other things. It is true that the value of the dollar in terms of foreign currencies will affect the prices of those goods which enter into international trade. In so far as an over-valuation of the dollar was impeding the freedom of domestic price-raising policies or disturbing the balance of payments with foreign countries, it was advisable to depreciate it. But exchange depreciation should follow the success of your domestic price-raising policy as its natural consequence, and should not be allowed to disturb the whole world by preceding its justification at an entirely arbitrary pace. This is another example of trying to put on flesh by letting out the belt.These criticisms do not mean that I have weakened in my advocacy of a managed currency or in preferring stable prices to stable exchanges. The currency and exchange policy of a country should be entirely subservient to the aim of raising output and employment to the right level. But the recent gyrations of the dollar have looked to me more like a gold standard on the booze than the ideal managed currency of my dreams. […] If you were to ask me what I would suggest in concrete terms for the immediate future, I would reply thus. In the field of gold-devaluation and exchange policy the time has come when uncertainty should be ended. This game of blind man’s buff with exchange speculators serves no useful purpose and is extremely undignified. It upsets confidence, hinders business decisions, occupies the public attention in a measure far exceeding its real importance, and is responsible both for the irritation and for a certain lack of respect which exists abroad. You have three alternatives. You can devalue the dollar in terms of gold, returning to the gold standard at a new fixed ratio. This would be inconsistent with your declarations in favour of a long-range policy of stable prices, and I hope you will reject it. You can seek some common policy of exchange stabilisation with Great Britain aimed at stable price-levels. This would be the best ultimate solution; but it is not practical politics at the moment unless you are prepared to talk in terms of an initial value of sterling well below $5 pending the realisation of a marked rise in your domestic price-level. Lastly you can announce that you will definitely control the dollar exchange by buying and selling gold and foreign currencies so as to avoid wide or meaningless fluctuations, with a right to shift the parities at any time but with a declared intention only so to do either to correct a serious want of balance in America’s international receipts and payments or to meet a shift in your domestic price level relatively to price levels abroad. This appears to me to be your best policy during the transitional period. In other respects you would regain your liberty to make your exchange policy subservient to the needs of your domestic policy – free to let out your belt in proportion as you put on flesh.In the field of domestic policy, I put in the forefront, for the reasons given above, a large volume of Loan-expenditures under Government auspices. It is beyond my province to choose particular objects of expenditure. But preference should be given to those which can be made to mature quickly on a large scale, as for example the rehabilitation of the physical condition of the railroads. The object is to start the ball rolling. The United States is ready to roll towards prosperity, if a good hard shove can be given in the next six months. […] I put in the second place the maintenance of cheap and abundant credit and in particular the reduction of the long-term rates of interest. […] I see no reason why you should not reduce the rate of interest on your long-term Government Bonds to 2½ per cent or less with favourable repercussions on the whole bond market, if only the Federal Reserve System would replace its present holdings of short-dated Treasury issues by purchasing long-dated issues in exchange. Such a policy might become effective in the course of a few months, and I attach great importance to it.» (πρόσθετη έμφαση).

          Τι όντως, λοιπόν, «έλεγε ο J. M. Keynes», στο ως άνω επίμαχο σημείο; Ασκούσε κριτική στη λεγόμενη παραδοσιακή Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος και ήθελε να υπογραμμίσει ότι, εν αντιθέσει με ό,τι θα έτειναν να θεωρήσουν ορισμένοι (και πράγματι θεωρούσαν, τότε), βασιζόμενοι στο εν λόγω «τραχύ οικονομολογικό δόγμα», οι όποιες επιπτώσεις μίας εξωγενούς μεταβολής (εν προκειμένω, αύξησης) της ονομαστικής ποσότητας χρήματος στην ενεργό ζήτηση και, κατ’ επέκταση, στο ύψος του παραγόμενου προϊόντος και, τελικά, στο επίπεδο τιμών δεν επέρχονται αυτομάτως αλλά καταρχάς μέσω της επακόλουθης, ενδεχόμενης μεταβολής (εν προκειμένω, μείωσης) του επιτοκίου.           Ειδικότερα, αυτή η επακόλουθη μεταβολή ή μη-μεταβολή του επιτοκίου (η παραδοσιακή Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος είναι σε θέση να συλλάβει μόνο την περίπτωση της μη-μεταβολής του επιτοκίου) επιδρά στη ζήτηση επενδύσεων και, έτσι, συνιστά, διαμέσου του μηχανισμού που αποκαλείται πολλαπλασιαστής επενδύσεων ή, γενικότερα, δαπάνης (Kahn, 1931), τον αρχικό προσδιοριστικό παράγοντα όλων των άλλων επιπτώσεων μίας εξωγενούς μεταβολής της ποσότητας χρήματος.

          Όπως άπαντες γνωρίζουν, η εν λόγω κριτική του Keynes αποτέλεσε, τελικά, μία από τις κυριότερες συμβολές του στην οικονομική επιστήμη, και εκτέθηκε αναλυτικά στα Κεφ. 15, 20 και – ιδίως – 21 του βιβλίου του: «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος» (1936).

          Τώρα, όσον αφορά ειδικά στην «τεχνική της Ανάκαμψης» και στις προτάσεις οικονομικής πολιτικής προς τον Πρόεδρο Ρούζβελτ, τι «έλεγε ο J. M. Keynes»; Σωστά ή όχι, «έλεγε», πάντως, τα εξής: Προϋπολογισμένη και στοχευμένη αύξηση δημοσίων δαπανών, οι οποίες ήταν, στην τότε δεδομένη συγκυρία, η μόνη συνιστώσα του «λειτουργικού παράγοντα» (συνολικός όγκος δαπάνης) που δύναται άμεσα να αυξηθεί, χρηματοδότηση των δαπανών με δανεισμό ή και με τύπωμα χρήματος, αύξηση της ποσότητας χρήματος (δεδομένου ότι η ποσότητα χρήματος συνιστά «περιοριστικό παράγοντα»), μείωση επιτοκίου, μεταβολή συναλλαγματικής ισοτιμίας.

          Τέλος, όσο βέβαιο είναι ότι, φορώντας, και μόνο, μία μεγαλύτερη ζώνη, είναι αδύνατον να παχύνει κανείς, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι, όταν φασκιώνεις κάποιον με σιδερένιες ζώνες ή – όπως ακριβώς το διατυπώνει η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ δανειζόμενη μία έκφραση του αείμνηστου Δημήτρη Μπάτση – όταν τον τοποθετείς σε «ασφυκτικό κλωβό μόνιμης υπότασης» (σελ. 67 της μελέτης), είναι αδύνατον να παχύνει. Οπωσδήποτε θα παραμορφωθεί, ενώ καθόλου δεν αποκλείεται, τελικά, να μας αφήσει χρόνους.

          Παρόλα αυτά, όπως στην παλαιά Κίνα, υπήρχαν αρκετοί, οι οποίοι θεωρούσαν αντι-αισθητική τη γυναικεία πατούσα, στα από τη Φύση προκαθορισμένα μήκη της, και, επομένως, φάσκιωναν έως φρικτής παραμορφώσεως τις πατούσες των κοριτσιών, προκειμένου να μην αναπτυχθούν, δεν αποκλείεται να υπάρχουν και σήμερα ορισμένοι, οι οποίοι θεωρούν θελκτική μία αντιστοίχως παραμορφωμένη Ελλάδα.

          Εν κατακλείδι, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής ξανακτύπησαν «κάτω από τη ζώνη». Αλλά, αυτή τη φορά, τον μακαρίτη Keynes. Ειδικά, όμως, ο κ. Λιανός, προχωρώντας στο δρόμο που ο ίδιος διάνοιξε με το ζήτημα της νομισματικής υποτίμησης, έχει εμπλακεί σε μάχες MuayThai. Με αντίπαλο τον εαυτό του.

3. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Η στοιχειώδης παραβολή και επεξεργασία των τριών κειμένων απέδειξε ότι, αφού στην αρχή, δηλαδή στο πρώτο άρθρο τους, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής ισχυρίστηκαν ότι οι μετρήσεις της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ είναι απλώς ανύπαρκτες, εν συνεχεία, δηλαδή στο δεύτερο άρθρο τους, μάλλον δήλωσαν ότι αυτές είναι οιονεί-υπαρκτές, αλλά δεν ικανοποιούν, ωστόσο, τα μέτρα και τα σταθμά, τα οποία οι ίδιοι αναγνωρίζουν. Όμως, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής δεν μπήκαν στον κόπο να εκθέσουν ούτε τη ζυγαριά τους ούτε τις μετρήσεις τους.

          Ποια διέξοδος τους απέμεινε; Από τη μία πλευρά, προέβησαν σε δηλώσεις του τύπου: «σε ένα μεγάλο βαθμό», «οποιαδήποτε βελτίωση», «μεγάλη αύξηση», «κυρίως από την ποιότητα», «γρήγορα», «εμείς γνωρίζουμε», «από τη βιβλιογραφία», «και μεγάλη και άμεση». Από την άλλη πλευρά, εφάρμοσαν τη «λαϊκοδημοκρατική» (δηλαδή, κατά Mátyás Rákosi) τακτική της σαλαμοποίησης του μείγματος Νέας Οικονομικής Πολιτικής της μελέτης του ΕΔΕΚΟΠ, προκειμένου να το ανα-παρουσιάσουν, στο κοινό, ως σωρείτες υποθέσεων, εμφανώς αυθαίρετων-εσφαλμένων ισχυρισμών και, κατά συνέπεια, ασυναρτησιών.

          Τέλος, επί αυτής της εξαιρετικά βολικής, για εκείνους, βάσης, οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής ανέπτυξαν λαϊκίστικη επιχείρηση χλευασμού των προτάσεων του ΕΔΕΚΟΠ διά της επιστράτευσης – δήθεν – εύληπτων παραδειγμάτων από την «καθημερινή ζωή», τουτέστιν τη μιντιακή τέτοια: η Ζιμπάμπουε, ο Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων, το ασφαλές περιβάλλον, η τήρηση των νόμων, ο εκσυγχρονισμός του κράτους, τα εμπόδια και οι επιβαρύνσεις στην επιχειρηματικότητα, ο εξοστρακισμός της Ελλάδας, η ανερμάτιστη-υποχείρια νομισματική πολιτική του Ξ. Ζολώτα, και, τέλος, ακόμα και…τα καθεστώτα λαϊκής δημοκρατίας.  

          Ή, για να εκθέσουμε τα πράγματα με το επίσημο ένδυμά τους, το: Μπας και – εσείς του ΕΔΕΚΟΠ – είστε μηχανορράφοι κρυπτο-λαϊκοδημοκράτες; Με το στυλ των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή:

          «Εκτός αν οι θιασώτες της δραχμής [sic! – Θ. Μ.] έχουν υπόψη τους τη μετατροπή της Ελλάδας σε καθεστώς τύπου λαϊκής δημοκρατίας, όπως των πρώην σοσιαλιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, το οποίο οι ίδιες οι χώρες σήμερα απεχθάνονται και στο οποίο δεν επιθυμούν επ’ ουδενί να επιστρέψουν.».

          Δεν γνωρίζω τι ρητώς υποστήριζαν οι κ.κ. Λιανός, Μπήτρος και Σαρρής, όταν ο αείμνηστος Ξενοφών Ζολώτας ήταν Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας. Κρατώντας τις απαιτούμενες αποστάσεις, η μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ (σελ. 67) θυμάται, όμως, τι υποστήριζε ο ίδιος ο Ζολώτας: «[Ε]άν μία χώρα λόγω μεγαλυτέρου πληθωρισμού εν σχέσει με τον μέσο πληθωρισμό των ευρωπαϊκών νομισμάτων (περίπου τετραπλάσιος) υφίσταται συνέπειες επί της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της, θα είναι αναγκασμένη να προβεί σε υποτίμηση του νομίσματός της. […] Η πολιτική της διολίσθησης του εθνικού μας νομίσματος, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε επιτυχής και συντέλεσε στην εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας με ευνοϊκές επιδράσεις επί του ισοζυγίου πληρωμών. Δύο φορές στο παρελθόν επιπόλαια επιχειρηθήκαν, παράλληλα προς τη διολίσθηση, δύο εφάπαξ υποτιμήσεις που είχαν δυσμενείς επιδράσεις και προκάλεσαν δυνατό σοκ στην οικονομία με φυγή κεφαλαίων, κερδοσκοπικές υψώσεις τιμών κ.λπ. Οι βλαβερές αυτές επιπτώσεις θα είχαν αποφευχθεί εάν διαλέγαμε την μέθοδο της ταχυτέρας διολισθήσεως» (Απρίλιος 1989 – πρόσθετη έμφαση).

          Και με την ευκαιρία, τώρα θυμήθηκα και εγώ μία από τις λύσεις, τις οποίες είχε προτείνει, κατά τη δεκαετία του 1980, ο κ. Λιανός (1985, σελ. 6) για τη διδασκαλία της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας στα ελληνικά ακαδημαϊκά ιδρύματα: την εισαγωγή εγχειρίδιων – όχι από Λαϊκές αλλά ακόμα πιο προωθημένα – από Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες. Άλλη εποχή, άλλα λόγια.

Πηγή: http://www.erensep.org/index.php/el/2016-03-20-13-17-12/2016-03-20-13-17-40/384-oi-k-k-theodoros-lianos-giorgos-bitros-kai-aleksandros-sarris-gia-ti-meleti-tou-edekop-agnoia-i-apokrypsi

Σημειώσεις

[1]. http://www.kathimerini.gr/897879/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/apoyh-e3odos-apo-thn-one-gia-nea-oikonomikh-politikh

[2]. http://www.kathimerini.gr/896973/opinion/epikairothta/politikh/to-grexit-paramenei-katastrofiko-gia-thn-ellada

[3]. Συγγραφείς της μελέτης είναι ο Κώστας Λαπαβίτσας, ο Κωνσταντίνος Γαβριηλίδης και ο γράφων.

http://www.erensep.org/images/pdf/EReNSEP_Report_Eurozone_Failure_GR.pdf

[4]. http://www.kathimerini.gr/902026/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/apoyh-epikindynes-draxmikes-fantasiwseis

[5]. http://www.kathimerini.gr/904434/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/apoyh-oikonomikh-politikh-gia-thn-ellada

[6]. http://www.kathimerini.gr/906313/opinion/epikairothta/politikh/alma-empros-h-epistrofh-sthn-pneymatikh-agkylwsh

[7]. Ακόμα και η πιο «τετριμμένη» μέτρηση, όπως, ας πούμε, της χωρικής απόστασης Γερολιμένα-Αρεόπολης, πρέπει να γίνεται βάσει καλώς-ορισμένων υποθέσεων, οι οποίες είναι πολύ πιο θεμελιώδεις από εκείνες που – συνήθως – νομίζουμε. Βεβαίως, εδώ μιλάμε για «υποθέσεις» άλλης, τελείως, τάξεως από τις «υποθέσεις» των κ.κ. Λιανού, Μπήτρου και Σαρρή, και σίγουρα δεν μιλάμε για «ισχυρισμούς».   

[8]. Για το τι υποστήριζα, πριν από 20 χρόνια, σε μία μελέτη, η οποία διέβλεπε την επερχόμενη υποτίμηση της δραχμής (στην οποία αναφερθήκαμε στα προηγηθέντα) και προϋπολόγισε με ακρίβεια τις επιπτώσεις της στον πληθωρισμό, βλέπε Μαριόλης etal. (1997). Την ίδια ακριβώς περίοδο είχε δημοσιευτεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο (ανεξαρτήτως του ότι δεν συμφωνώ με διάφορα σημεία του) με συν-συγγραφέα τον κ. Γιώργο Μπήτρο, το οποίο συνιστούσε αλλαγή του μείγματος οικονομικής πολιτικής στην ελληνική οικονομία, και, όσον αφορά στο σκέλος της νομισματικής πολιτικής, πρότεινε: «Ελεύθερη και ανταγωνιστική διαμόρφωση της ισοτιμίας της δραχμής με άμεση προσχώρηση της δραχμής στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος.» (Κορλίρας και Μπήτρος, 1997, σελ. 102). Κατά την περίοδο 2002-2008, δηλαδή από την περίοδο ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωζώνη έως το ξέσπασμα της λεγόμενης διεθνούς κρίσης-λίγο πριν το ξέσπασμα της λεγόμενης κρίσης του Ευρω-Νότου, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανατίμησης του ευρώ ως προς το δολάριο ΗΠΑ ήταν 7% (ή, περίπου, 61% αθροιστικά). Ποιες εθνικές οικονομίες δεν θα εκδήλωναν, τελικά, πρωτοφανείς ανισορροπίες, στον εξωτερικό και, κατ’ επέκταση, εσωτερικό τομέα τους, υπό: (i) ένα τέτοιο ρυθμό ανατίμησης έναντι του δολαρίου, και (ii) σύστημα ενιαίου νομίσματος με άλλες εθνικές οικονομίες – βασικά – υψηλότερου και πολύ υψηλότερου επιπέδου παραγωγικοτεχνικής ανάπτυξης;

[9]. Σύμφωνα με τις μετρήσεις, οι οποίες εκτίθενται στα KatsinosandMariolis (2012) και Mariolis (2013), περί το έτος 2010 (δηλαδή, πριν αρχίσει η αναπροσαρμογή της ελληνικής οικονομίας) ήταν αναγκαία μία ονομαστική νομισματική υποτίμηση τάξης άνω του 50%. Πιο συγκεκριμένα, για να ισοσκελισθεί το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών ήταν αναγκαία μία υποτίμηση κατά 55.9%, ενώ για να μην μειωθεί το ΑΕΠ ήταν αναγκαία μία υποτίμηση κατά 56.97% με 61.97% (αναλόγως των τιμών διαφόρων παραμέτρων εκείνων των μετρήσεων).

Αναφορές

Ελληνόγλωσσες

Τράπεζα της Ελλάδος (2015) Νομισματική Πολιτική 2014-2015, Αθήνα, Τράπεζα της Ελλάδος, Ιούνιος 2015.

Κορλίρας, Τ. και Μπήτρος, Γ. (1997) Οι αντιφάσεις της οικονομικής πολιτικής, στο: Η Ελληνική Οικονομία 1997. Οικονομική Επισκόπηση, Ειδική ετήσια έκδοση με τη συνεργασία του περιοδικού Επιλογή, Αθήνα, Φεβρουάριος 1997.

Λιανός, Θ. (1985) Μαρξιστική Οικονομική Θεωρία, Αθήνα, Οδυσσέας.

Λιανός, Θ. (1997)Το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, Το Βήμα, 29.04.1997.

Λιανός, Θ. (1998α) Τι σημαίνει η υποτίμηση για τον καταναλωτή, Το Βήμα, 22.03.1998.

Λιανός, Θ. (1998β) Η ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ, Το Βήμα, 29.03.1998.

Λιανός, Θ. και Μπένος, Θ. (1988) Μακροοικονομική Ανάλυση και Δημοσιονομική Πολιτική, 3η έκδοση, Αθήνα, Οδυσσέας.

Λιανός, Θ. και Ψειρίδου, Α. (2015) Οικονομική Ανάλυση & Πολιτική – Μακροοικονομική. Βασικές αρχές και προεκτάσεις, Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, www. kallipos.gr, Αθήνα, Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

          https://repository.kallipos.gr/handle/11419/1954

Μαριόλης, Θ., Οικονομίδης, Χ., Σταμάτης, Γ. και Φουστέρης, Ν. (1997) Ποσοτική Εκτίμηση των Επιπτώσεων της Υποτίμησης στο «Κόστος» Παραγωγής, Αθήνα, Κριτική.

Μαριόλης, Θ. και Ροδουσάκης, Ν. (2017) Εσωτερική έναντι εξωτερικής υποτίμησης στην ελληνική οικονομία, Άρθρο που παρουσιάστηκε στο 2ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα  «Παραγωγική Ανασυγκρότηση της Ελλάδας: Οικονομική Κρίση και Προοπτικές Ανάπτυξης», ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας, Σέρρες, 5-6 Μαΐου 2017.

          http://www.erensep.org/index.php/el/2016-03-24-19-11-17/2017-02-23-09-57-12/356-esoteriki-enanti-eksoterikis-ypotimisis-stin-elliniki-oikonomia

Μαριόλης, Θ. και Σώκλης, Γ. (2017) Η συμβολή συνιστωσών κόστους στη διαμόρφωση των τιμών της ελληνικής οικονομίας: Εμπειρική διερεύνηση βάσει του συμμετρικού πίνακα εισροών-εκροών του έτους 2010, Άρθρο που παρουσιάστηκε στο 2ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα  «Παραγωγική Ανασυγκρότηση της Ελλάδας: Οικονομική Κρίση και Προοπτικές Ανάπτυξης», ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας, Σέρρες, 5-6 Μαΐου 2017.

          http://www.erensep.org/index.php/el/2016-03-24-19-11-17/2017-02-23-09-57-12/355-i-symvoli-synistoson-kostous-sti-diamorfosi-ton-timon-tis-ellinikis-oikonomias-empeiriki-diereynisi-vasei-tou-pinaka-eisroon-ekroon-tis-ellinikis-oikonomias-etous-2010

Σαρρής, Α. I. (1986) Παραδόσεις Μαθηματικής Οικονομικής, Αθήνα, Gutenberg.

Ξενόγλωσσες           

Burstein, A., Eichenbaum, M, and Rebelo, S. (2005) Large devaluations and the real exchange rate, Journal of Political Economy, 113 (4), pp. 742-784.

European Commission, European Economic Forecast, Winter 2015, European Commission, Brussels, February 2015.

Friedman, M. (1953) Essays in Positive Economics, Chicago, The University of Chicago Press.

Kahn, R. F. (1931) The relation of home investment to unemployment, The Economic Journal, 41 (162), pp. 173-198.

Katsinos, A. and Mariolis, T. (2012) Switch to devalued drachma and cost-push inflation: A simple input-output approach to the Greek case, Modern Economy, 3 (2), pp. 164-170.

Kurz, H. D. (1985) Effective demand in a ‘classical’ model of value and distribution: The multiplier in a Sraffian framework, The Manchester School, 53 (2), pp. 121-137.

Mariolis, T. (2008) Pure joint production, income distribution, employment and the exchange rate, Metroeconomica, 59 (4), pp. 656-665.

Mariolis, T. (2013), Currency devaluation, external finance and economic growth: A note on the Greek case, Social Cohesion and Development, 8 (1), pp. 59-64.

Mariolis, T. and G. Soklis (2015), The Sraffian multiplier for the Greek economy: Evidence from the supply and use table for the year 2010, Centre of Planning and Economic Research, Discussion Paper No. 142, Athens, June 2015 (extended version: Review of Keynesian Economics (forthcoming)). http://www.kepe.gr/index.php/el/erevna/dimosieyseis/ergasies-gia-sizitise-el/item/2735-dp_142

Mariolis, T. and Tsoulfidis, L. (2016) Modern Classical Economics and Reality: A Spectral Analysis of the Theory of Value and Distribution, Tokyo, Springer Verlag.

Silberberg, Ε. (1978) The Structure of Economics. A Mathematical Analysis, New York, McGraw-Hill.

Sraffa, P. (1960) Production of Commodities by Means of Commodities. Prelude to a Critique of Economic Theory, Cambridge, Cambridge University Press, (ελληνικήέκδοση, μεπρολογικόσημείωματουΓιώργουΚριμπάκαιμετάφρασητουΣπύρουΒασιλάκη, απότιςεκδόσειςΣύγχροναΘέματα, Θεσσαλονίκη, 1985).

Thirlwall, A. P. (2011) Balance of payments constrained growth models: history and overview, PSL Quarterly Review, 64 (259), pp. 307-351.

Οι «ιδιωτικοποιήσεις» τύπου Eldorado ή του Ελληνικού, οι «εντιμότατοι» επενδυτές και η τιμωρία των «ασεβών» στην αρχαία Ελλάδα, του Γ. Περάκη

Οι «ιδιωτικοποιήσεις» τύπου Eldorado ή του Ελληνικού, οι «εντιμότατοι» επενδυτές και η τιμωρία των «ασεβών» στην αρχαία Ελλάδα

Επιτέλους «δικαιώνετε» ο Κωνστ. Μητσοτάκης που το 2005 έλεγε ότι «πριν από 25 χρόνια είχα πει εδώ, από την ίδια θέση ως υπουργός Συντονισμού, ότι η Ελλάς έχει δύο πληγές: τη Δασική Υπηρεσία και την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Δυστυχώς μετά από 25 χρόνια πρέπει να ξαναπώ το ίδιο. Πρέπει να απελευθερωθεί η ελληνική γη  όσο μπορούμε γρηγορότερα, για αποτελεί μοχλό ανάπτυξης». Μάλλον δεν γνώριζε ότι ότι μια πρωτοδεύτερη φορά «αριστερή» κυβέρνηση θα γινόταν ο πιο ικανός και ο πιο καταζητούμενος εκποιητής των δημόσιων τιμαλφών. Οι βουλευτές των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, Ν.Δ, ΠΑΣΟΚ, ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΝ με «εθνική ομοψυχία», ψήφισαν το νομοσχέδιο με το οποίο επικυρώνεται η συμφωνία της κυβέρνησης με τους θεσμούς για το τρίτο πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας (με 222 «ναι» 64 «όχι» και 11 «παρών», στίς 14-08-2015). Ιδού τι ψήφισαν οι «ασεβείς»:

 

1η) «Ιδιωτικοποίηση»: Το σκάνδαλο της EldoradoGold1.

Πρώτη «Ασέβεια»:To τίμημα της πώλησης EldoradoGold. Στην «νεώτερη ιστορία» των Μεταλλείων Κασσάνδρας στη Χαλκιδική, που αρχίζει μετά την εγκατάλειψή τους από την καναδική TVX, κρύβει ουκ ολίγες… αμαρτίες. Τα Μεταλλεία Κασσάνδρας που πουλήθηκαν από το Δημόσιο με το αστείο τίμημα των 11 εκατ. ευρώ, έκρυβαν αποθέματα χρυσού, πιθανά και βεβαιωμένα, 7,6 εκατ.  ουγγιών, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του 2011 από την European Goldfields. Με τις τιμές χρυσού εκείνης της εποχής, η αξία τους ξεπερνούσε τα 9 δισ. δολ., ενώ η εταιρεία είχε ανακοινώσει ότι πιθανόν να εντοπίζονταν περισσότερα αποθέματα, με ένα ερευνητικό πρόγραμμα κόστους μόλις 9,2 εκατ. ευρώ. Τον 1ο του 2003 όλα τα στοιχεία ενεργητικού της TVX στην Κασσάνδρα περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο και η καναδική εταιρεία αποζημιώθηκε με 11 εκατ. ευρώ2. Η συναλλαγή αυτή παραπέμπει μάλλον σε ιδιωτικοποίηση… ρωσικού τύπου. Τον 12ο του 2015, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε οριστικά αυτή την υπόθεση, υποχρεώνοντας την Ελληνικός Χρυσός να επιστρέψει τις παράνομες κρατικές ενισχύσεις.

Δεύτερη «Ασέβεια»: Κοινωνικές και Οικονομικές και Περιβαντολλογικές Επιπτώσεις των Μεταλλείων Χρυσού στη Χαλκιδική3.

  • Συνοπτική περιγραφή του έργου: Το «επενδυτικό» σχέδιο της ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ  ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε περιλαμβάνει το υφιστάμενο μεταλλείο στις «Μαύρες Πέτρες» δημιουργία μεταλλείου επιφανειακής και υπόγειας εξόρυξης στις «Σκουριές» υπόγειο μεταλλείο στην «Ολυμπιάδα», στοά μεταφοράς μεταλλεύματος, μεταλλουργία Χαλκού-Χρυσού εργοστάσιο παραγωγής θειικού οξέως, τέσσερα τέλματα αποβλήτων, βιομηχανικό λιμάνι δεξαμενές αποθήκευσης και 14 περιοχές δυνητικής εξόρυξης.
  • Συνοπτικά οι φάσεις των έργων:
  1. Αποψίλωση δασικής βλάστησης έκτασης μεγαλύτερης των 2.500 στρεμ. και κρατήρα επιφανειακής εξόρυξης, με αρχικά εκτιμώμενη διάμετρο 705 m και βάθος 220 m.
    1. Φράγματα, κτηριακές και βοηθητικές εγκαταστάσεις, Ορυξη 9 γεωτρήσεων αποστράγγισης περιμετρικά του κρατήρα στις Σκουριές σε βάθος μέχρι και 750 m (140 m κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας), επιφανειακή εξόρυξη μεταλλεύματος 24.000 τόνων ημερησίως, με εκσκαφή και ανατίναξη (ημερησία χρήση 6 τόνων εκρηκτικών) και μεταφορά-πρόθραυση-απόθεση μεταλλεύματος σε στεγασμένη πλατεία αποθηκευτικής ικανότητας 80.000 τόνων.
    2. Λειοτρίβηση – χημική επεξεργασία (εμπλουτισμός).
  • Μεταφορά- του τελικού προϊόντος, που αποτελεί μόλις το 1,97 % του μεταλλεύματος, στο εργοστάσιο μεταλλουργίας και των αποβλήτων εμπλουτισμού, που αποτελούν το 98,03% του μεταλλεύματος, στα φράγματα / τέλματα.
  • Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων

Σύμφωνα με ανεξάρτητους επιστημονικούς φορείς, η κατατεθείσα από την εταιρεία Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων παρουσιάζει σωρεία προβλημάτων. Καταγγέλλουν ελλείψεις στην τεκμηρίωση ελλιπή επιστημονικά δεδομένα. Για παράδειγμα η μέθοδος ακαριαίας τήξης που προτείνεται:

α) δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ σε βιομηχανική κλίμακα για παραγωγή καθαρού χρυσού. 

β) δε δίνει καθαρό χρυσό αλλά μίγματα με χαλκό, μόλυβδο και σίδηρο για τα οποία δεν αναφέρεται μέθοδος διαχωρισμού, όπου πιθανότατα θα εφαρμοστεί τελικά η μέθοδος της κυάνωσης. Τον Ιούλιο του 2011 το Ελληνικό Δημόσιο προβαίνει στην έγκριση των Περιβαλλοντικών Όρων,  μετά από μια σκανδαλωδώς προσχηματική δημόσιαδιαβούλευση.

  • Οικονομική διάσταση

Έκθεση του ΟΗΕ για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη στον κόσμο παρατηρεί ότι χώρες οι οποίες εξάγουν πρώτες ύλες, όπως μεταλλεύματα, αναπτύσσονται με χαμηλότερους ρυθμούς και αποκλίνουν από τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Θεωρητικά όμως η μεταλλευτική δραστηριότητα μπορεί να είναι αειφορική εφόσον δεν αλλάζει το χαρακτήρα της περιοχής και αναπτυξιακή αν γίνεται συνολικά προς το συμφέρον της κοινωνίας. Αντίθετα εκτιμάται ότι πρόκειται για οριστικό και αμετάκλητο αφανισμό σημαντικού φυσικού κεφαλαίου σε τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

  1. Τουρισμός: Η συμμετοχή του στο ΑΕΠ της Β.Α. Χαλκιδικής εκτιμάται στο 15-20%. Η μεταλλευτική δραστηριότητα θα φέρει ανεπανόρθωτο πλήγμα στην τουριστική φυσιογνωμία της περιοχής., θα υποβαθμίσει την ποιότητα ζωής κατοίκων και επισκεπτών.
  2. Αγροτικός τομέας: H Χαλκιδική παρουσιάζει σημαντική δραστηριότητα στον αγροτικό τομέα. Υπάρχουν 108.900 στρέμ. καλλιεργούμενων εκτάσεων και 276.000 στρέμ. βοσκότοποι, 814 μελισσοκόμοι και 152.385 κυψέλες (9,7% του συνόλου της χώρας) βιοκαλλιέργειες, αλιευτική δραστηριότητα και υδατοκαλλιέργειες, η υλοτομία ξύλων, οι δασικοί καρποί, τα θηράματα και τα αρωματικά φυτά και βότανα. Όλες αυτές οι δραστηριότητες κινδυνεύουν από την αποψίλωση του δάσους του Κακκάβου.
  • Περιβαλλοντικές επιπτώσεις
  1. Υδατικοί πόροι: Το όρος Κάκκαβος υδροδοτεί ολόκληρη την προ του Άθω περιοχή και η σχεδιαζόμενη μεταλλευτική δραστηριότητα θα πλήξει ανεπανόρθωτα τους υδατικούς πόρους της περιοχής. Η ΜΠΕ4 δεν πληροί κανέναν από τους σκοπούς της οδηγίας πλαίσιο 60/2000/ΕΚ η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με το νόμο 3199/2003.
  2. Ατμόσφαιρα: Οι εκτιμήσεις της ΜΠΕ για την ατμοσφαιρική ρύπανση παραβιάζουν τα θεσμοθετημένα όρια για αέριους και σωματιδιακούς ρύπους. Μόνο στις Σκουριές υπολογίζεται εκπομπή αιωρουμένων σωματιδίων, με υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων, ιδιαίτερα αρσενικού, μεγάλες συγκεντρώσεις θειούχων ενώσεων βαρέων μετάλλων όπως αντιμονίου, κ.ά.  
  3. Εδαφος: Το έδαφος θεωρείται μη ανανεώσιμος φυσικός πόρος. Σχεδόν σε όλες τις χώρες που λειτουργούν ή λειτουργούσαν μεταλλεία χρυσού, τα εδάφη που γειτνιάζουν με μεταλλεία ή βρίσκονται ακόμη και σε μεγάλη απόσταση από αυτά παραμένουν ρυπασμένα με βαρέα μέταλλα αρκετές 100ετίες μετά τη διακοπή λειτουργίας των μεταλλείων.
  4. Οικοσυστήματα: Η σχεδιαζόμενη επέμβαση χαρακτηρίζεται ως βίαια και θα αλλάξει ανεπανόρθωτα τόσο το τοπίο όσο και τις οικοσυστημικές λειτουργίες. Η περιοχή επέμβασης καλύπτει 264.000 στρέμ. με 90% δασοκάλυψη. Μεγάλο μέρος της ανήκει στο δίκτυο NATURA 2000 και άλλες προστατευόμενες περιοχές, με αρχέγονα δάση και πλούσια χλωρίδα και πανίδα με σπάνια, κινδυνεύοντα και αυστηρά προστατευόμενα από διεθνείς συμβάσεις είδη. 
  5. Μεταλλευτικά Απόβλητα. Τα στερεά απόβλητα εξόρυξης υπερβαίνουν τα 182 εκατ. κυβικά και είναι επικίνδυνη λόγω υψηλής περιεκτικότητας σε αρσενικό. Για την απομάκρυνση του αρσενικού από το βιομηχανικό νερό της μεταλλουργίας εφαρμόζεται μια εντελώς νέα μέθοδο που ενώ δεν έχει εφαρμοσθεί ούτε πιλοτικά, θα εφαρμοστεί στη μονάδα του Μαντέμ Λάκκο όπου θα καίγονται την ημέρα 120 τόνοι αρσενικού.
  6. Ανθρώπινη υγεία. Η μεταλλευτική δραστηριότητα ενέχει σοβαρότατους κινδύνους τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους κατοίκους και επισκέπτες της ευρύτερης περιοχής. Εργαζόμενοι σε μεταλλεία χρυσού έχουν μικρότερο προσδόκιμο επιβίωσης, εμφανίζουν συχνότερα καρκίνο της τραχείας και βρόγχων πνεύμονα, στομάχου και ήπατος, πνευμονική φυματίωση, ελονοσία, δάγκειο πυρετό απώλεια ακοής, νοσήματα του αίματος, δέρματος και μυοσκελετικού συστήματος, αναιμία, υπέρταση, νεφρικές βλάβες οξείες και χρόνιες δηλητηριάσεις, καρκίνος ηπατίτιδα, ηπατική κίρρωση, ίκτερος.
  7. Κοινωνικές επιπτώσεις: Οι επιπτώσεις των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων στις τοπικές κοινωνίες μπορούν να είναι καταστροφικές. Κάποιες από τις σημαντικότερες είναι η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, η εσωτερική μετανάστευση λόγω απώλειας ή υποβάθμισης οικονομικών δραστηριοτήτων. Είναι γενικά αποδεκτό ότι οι πολυεθνικές εξορυκτικές εταιρείες, ακολουθούν συγκεκριμένες τακτικές με στόχο την εξασφάλιση της κοινωνικής συναίνεσης. Συγκεκριμένα, επιδιώκουν σταδιακά την ρήξη του κοινωνικού ιστού ενώ ταυτόχρονα χρηματοδοτούν αντισταθμιστικά κοινωνικά έργα. Τρομοκρατούν πολίτες που αντιδρούν, ενώ προβαίνουν σε αλλεπάλληλες δικαστικές διαμάχες με τους αντιδρώντες ώστε να τους εξαντλήσουν οικονομικά. Αναγνωρίζουμε  τις τακτικές αυτές στη στρατηγική της Ελληνικός Χρυσός Α.Ε. στη Β.Α. Χαλκιδική.

Τρίτη «ασέβεια»: Τα διαφυγόντα φορολογητέα έσοδα5. Η επιτροπή Φορολογίας του ΟΗΕ έχει επισημάνει ότι οι διακρατικές συμβάσεις6 που προβλέπουν χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, σε συνδυασμό με την πρακτική των πολυεθνικών εταιρειών να διαλέγουν σε ποια σύμβαση θα υπαχθούν, στερούν σημαντικά έσοδα από τις χώρες όπου πραγματικά δραστηριοποιειούνται.

 

 

Υπολογίζοντας τις απώλειες φορολογικών εσόδων για την Ελλάδα, μέρος 1ο
Έτος Αξία ομολογιακών δανείων από Ολλανδικές εταιρίες στο τέλος του έτους  σε ευρώ Συνολικά ποσά που οφείλονται από την Ελλην. Χρυσός Α.Ε. στις 4 Ολλανδικές ετιαρίες σε ευρώ Οι παρακρατούμενοι φόροι που οφείλονται από την Ελληνικός Χρυσός ΑΕ στις Ολλανδικές εταιρίες σε ευρώ Οι παρακρατούμενοι φόροι που οφείλονται από την Ελληνικός Χρυσός ΑΕ  στον Καναδό ιδιοκτήτη σε ευρώ Υπολογιζόμενη απώλεια για την Ελλάδα σε ευρώ
2009 8.000.000 32.356 1.618 11.325 9.707
2010 21.000.000 582.898 29.145 204.014 174.869
2011 24.000.000 1.203.735 60.187 120.373 60.187
2012 86.197.000 4.128.499 206.425 412.850 206.425
2013 (μέχρι τον Ιούνιο) 176.418.000 3.507.862 175.393 350.786 175.393
2013 (απο τον Ιούλιο) 176.418.000 3.507.862 € - 350.786 350.766
Σύνολο   12.963.211 472.767 1.450.135 977.367

Η Eldorado απέκτησε τις περισσότερες από τις θυγατρικές της στην Ολλανδία (όταν εξαγόρασε την European Goldfields  το 2012). Η European Goldfields ήδη από το 2001 είχε συστήσει στην Ολλανδία ένα πλέγμα εταιρειών για τις επενδύσεις της στην Ελλάδα σε μια περίοδο που δεν υπήρχε συμφωνία διπλής φορολόγησης μεταξύ Ελλάδας και Καναδά. Οι φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα ανέρχονταν στο 35%. Η ελληνο-ολλανδική σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας προέβλεπε φορολόγηση αρκετά χαμηλότερη: 10% επί των τόκων και 7% επί των δικαιωμάτων. Αυτό έδωσε στην European Goldfields ένα πλεονέκτημα της τάξης του 25%, παρότι δεν είχε υπαρκτή δραστηριότητα στην Ολλανδία.

Υπολογίζοντας τις απώλειες φορολογικών εσόδων για την Ελλάδα, μέρος 2ο
Ετος Συνολικοί τόκοι που οφείλονταν από τρεις ολλανδικές επιχειρήσεις για  τα δάνεια που έλαβε από τις υπεράκτιες στα Μπαρμπάντος σε ευρώ Φόρος εισοδήματος στην Ελλάδα σε ευρώ Υπολογιζόμενες απώλειες κερδών από φόρους στην Ελλάδα σε ευρώ
2012 3.363.750,08 20% 672.750,00
2013 4.150.084,63 26% 1.079.022,00
Σύνολο 7.513.834,71   1.751.772,02

 

2η) «Ιδιωτικοποίηση» 7 : Η πώληση του λιμανιού του Πειραιά

 

Τέταρτη «Ασέβεια»: Η COSCO αγόρασε ολόκληρo το λιμάνι του Πειραιά για ένα ... πιάτο noodles: Μόλις 368,5 εκατ. ευρώ αντί 5 δισ.!

 

Πέμπτη «Ασέβεια»: Επίσης στο σφυρί και οι αρχαιολογικοί χώροι στον Πειραιά! Το Έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού  (19/10/2015):

Το υπουργείο Πολιτισμού αναφέρει στο έγγραφό του το οφθαλμοφανές και λογικό: «Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας ως δημόσιου κοινωνικού αγαθού σχετίζεται με τον ευρύτερο εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η ανάπτυξη ενός αστικού υπαίθριου δημόσιου χώρου με ταυτότητα μέσα στην καρδιά του λιμανιού, πυρήνα παιδείας, τέχνης και αναψυχής σε διασύνδεση με τον αστικό ιστό και τους πολίτες» και καταλήγει επισημαίνοντας: Να εξαιρεθούν της όποιας συναλλαγής τα αρχαία μνημεία που βρίσκονται εντός των ορίων της χερσαίας ζώνης του λιμένα. Να εξαιρεθεί της συναλλαγής η περιοχή της Πολιτιστικής Ακτής, στο σύνολό της:

  • Οποιαδήποτε δραστηριότητα εντός της χερσαίας ζώνης του λιμένα εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 3028/2002 και θα πρέπει να τύχει έγκρισης του ΥΠΠΟΑ, ως προαπαιτούμενης οποιασδήποτε άλλης έγκρισης. Στη ζώνη παραχώρησης περιλαμβάνονται οι κάτωθι χαρακτηρισμένοι χώροι:

Α. Στην επίμαχη περιοχή βρίσκονται οι κάτωθι αρχαιολογικοί χώροι και αρχαία μνημεία:

  • Ο αρχαιολογικός χώρος της Ηετιώνειας Πύλης μαζί με τη θέση Καστράκι. Τμήματα του αρχαίου τείχους του Πειραιά, τόσο εντός, όσο και πλησίον της Χερσαίας Ζώνης ΟΛΠ. 
    • Ο αρχαιολογικός χώρος Αμπελακίων και Κυνόσουρας, όπου βρίσκονται τα κατάλοιπα της αρχαίας πόλης της Σαλαμίνας, ο Τύμβος των Σαλαμινομάχων, ο ιστορικός τόπος της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Επισημαίνεται ότι με η περιοχή της Κυνόσουρας καθορίστηκε Ζώνη Α΄ (ΦΕΚ 1459/Β/26-10-2001), Απολύτου Προστασίας «απαγορεύεται η δόμηση και η οποιαδήποτε αλλοίωση του εδάφους, καθώς και οποιαδήποτε κατασκευή για την οποία απαιτείται ή δεν απαιτείται έγκριση της αρμόδιας πολεοδομικής Αρχής» και το φερόμενο ταφικό μνημείο του Θεμιστοκλή, μνημείο προστατευόμενο αυτοδικαίως.

Β. Εντός της εν λόγω περιοχής, καθώς και σε άμεση γειτνίαση με αυτήν εντοπίζονται νεώτερα μνημεία που αποτελούν τοπόσημα για την πόλη, διαμορφώνουν το πολιτιστικό περιβάλλον στο θαλάσσιο μέτωπο και έχουν συνδεθεί με τις ιστορικές μνήμες των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής:

  •  Τα κτίρια του ιστορικού συγκροτήματος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, που ιδρύθηκε το 1845, τα κατάλοιπα του πρώτου Φάρου των νεότερων χρόνων, γνωστού ως Φάρος του τάφου του Θεμιστοκλέους που λειτούργησε το 1837.

Κτιριακές εγκαταστάσεις που χαρακτηρίστηκαν ως νεώτερα μνημεία με το ΦΕΚ 350/ΑΑΠ/4-10-2013 και συγκεκριμένα: 

1) το κεντρικό κτίριο του Σταθμού Επιβατών του,τα κελύφη του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά, ο Ναός του Αγίου Νικολάου, στον ελεύθερο περιβάλλοντα χώρο του οποίου σώζονται και τα κατάλοιπα του αρχαίου τείχους.

2) Οι Αποθήκες του Τελωνείου, που αποτελούν από τα παλαιότερα σωζόμενα κτήρια του 19ου αι. και αποδίδονται στον αρχιτέκτονα Κλεάνθη, Κτίριο επί της Ακτής Μιαούλη, Κτίριο επί της Ακτής Μιαούλη 15, Μπουμπουλίνας 2 και Αγ. Σπυρίδωνος, Κτίριο επί της Ακτής Μιαούλη 13, Μπουμπουλίνας 1 και Αγ. Σπυρίδωνος.

3) Η Πλατεία Καραϊσκάκη, διαμορφωμένη επάνω στον υπόγειο σταθμό του ΟΛΠ.

Ακολουθούν άλλοι 13 χώροι που χαρακτηρίστηκαν ως νεότερα μνημεία...

Γ. Εντός την χερσαίας ζώνης του Λιμένα του Πειραιά βρίσκεται η ονομαζόμενη Πολιτιστική Ακτή Πειραιά, έκτασης 180.000 τ.μ. στην οποία βρίσκονται βιομηχανικές εγκαταστάσεις με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, μαρτυρίες της ανάπτυξης του λιμανιού στους σύγχρονους χρόνους. Ο όρος Πολιτιστική Ακτή αφορά το πρόγραμμα δημιουργίας ενός πρωτότυπου κέντρου πολιτισμού στην περιοχή. Σημειώνουμε ότι η Πολιτιστική Ακτή όπως περιληπτικά αναφέρεται ανωτέρω περιλαμβάνεται και στο Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας-Αττικής (Ν.4277-ΦΕΚ 156/Α/2014).

3η) «Ιδιωτικοποίηση»: Η πώληση του Ελληνικού

Εκτη «ασέβεια»: Το Ελληνικό, που προ κρίσης κοστολογείτο έως και 20 δισ. ευρώ, πωλείται μόλις 915 εκατ. ευρώ. υπό την ''σκέπη'' της Lamda Development του ομίλου Λάτση. Σε τιμές οικοπέδου στο Βραχάτι που  συμφώνησε τελικώς η κυβέρνηση να πουληθεί το «φιλέτο της Ευρώπης» για 99 χρόνια. Δηλαδή 92 ευρώ ανά τ.μ. δόμησης, «όσο περίπου κι ένα οικόπεδο στο Βραχάτι», Σε 3 δισ. ευρώ υπολογίζει την αξία της έκτασης του Ελληνικού-Αγίου Κοσμά η οικονομοτεχνική μελέτη του ΤΕΕ με νεώτερη εκτίμηση (31-10-2014), δηλαδή κατά 222% μεγαλύτερη από τα 915 εκατ. ευρώ που συμφώνησε κατ' αρχήν το ΤΑΙΠΕΔ για την πώληση της συγκεκριμένης έκτασης.

Εβδομη «ασέβεια»8 . Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της πόλης της Αθήνας, η πόλη επεκτείνεται σε βάρος του παραλιακού μετώπου και μάλιστα σε μήκος 2 χιλιομ. και έκταση όσο ένας Καλλικρατικός Δήμος πωλείται και πολεοδομείται από ιδιώτη δημιουργώντας μία πόλη μέσα στην πόλη. Ο Ν. 4062/12 θεσπίζει και επιβάλλει μια σειρά σημαντικών πολεοδομικών, χωροταξικών και περιβαλλοντικών επεμβάσεων μεγάλης εμβέλειας σε βάρος της προστασίας του περιβάλλοντος της Αθήνας και αυτή η παράνομη επιλογή έγινε για δυο λόγους:

α) Για να παρακαμφθεί το ισχύον Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας. (ΡΣΑ) του 2012 του οποίου οι αρχές ήταν αντίθετες,  με πολλά απ όσα αναφέρονται στον εν λόγω νόμο.

β)  Για να παρακαμφθεί η διαδικασία της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ.

Η όλη διαδικασία συγκεκριμένα παραβιάζει:

  1. Το άρθρο 107 κ.ε. της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεδομένου των κρατικών ενισχύσεων υπέρ του επιλεγέντος επενδυτή, την Οδηγία 2001 / 42 / ΕΚ.
  2. Την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων κλπ  καθώς η επέκταση μαρίνας, η αλλαγή χρήσης γης κλπ, θα καταστρέψουν, τα «είδη προτεραιότητας» υφάλους με κοραλλιογενείς σχηματισμούς. Το ΕΛΚΕΘΕ9 δηλώνει ότι οι επεμβάσεις αυτές θα υποβαθμίσουν  την οικολογική ποιότητα του Εσωτερικού Σαρωνικού
  3. Την Συνθήκη του Άαρχους: Όσον αφορά το θέμα της διαβούλευσης, στις 5 Ιουλίου του 2015 ο Ελληνικός λαός σε δημοψήφισμα είπε όχι στο σχέδιο που τότε προτάθηκε από τους «θεσμούς» και το οποίο εκτός των άλλων περιελάμβανε και ως προαπαιτούμενο την συγκεκριμένη λύση και πώληση της έκτασης για το Ελληνικό.    
  4. Την Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Φλωρεντίας για την προστασία του τοπίου
  5. Την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς (άρθρο 1, παρ1, άρθρο 3 παρ β), καθώς εν όψει της ψήφισης της σύμβασης από τη Βουλή σταμάτησε η διαδικασία ανακήρυξης μεγάλου τμήματος του Ελληνικού ως Αρχαιολογικού χώρου. Επιπλέον, η σύμβαση που υπογράφτηκε υποχρεώνει, εντός μόλις 60 ημερών, την απομάκρυνση αρχαιολογικών ευρημάτων καθώς και αποζημιώσεις στον αγοραστή σε περίπτωση που κάποιος χώρος κηρυχθεί αρχαιολογικός. Έτσι σκανδαλωδώς και για πρώτη φορά στα χρονικά θα απουσιάζει ουσιαστικά η αρχαιολογική υπηρεσίας από τον χώρο.
  6. Την Σύμβαση της Γρανάδας για την Προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς.

Επιπροσθέτως:

  • Η δημιουργία αυτής της νέα πόλης δεν ανταποκρίνεται στα βασικά  xαρακτηριστικά της σε καμία πολεοδομική και περιβαλλοντική ανάγκη της Αθήνας σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής. Είναι προφανές ότι η ΣΜΠΕ ανετέθηκε από την Λάμδα σε κάποια εταιρία που ανέλαβε να παρουσιάσει μελέτη που εξυπηρετεί τον «επενδυτή». Η δόμηση που επιβάλλεται στην έκταση είναι υπέρμετρη που θα προκαλέσουν σοβαρά θέματα αερισμού, φωτισμού και θέας στην ευρύτερη περιοχή, θα κρύβει το πραγματικό τοπόσημο της Αθήνας που είναι η Ακρόπολη και ο Παρθενώνας.

Ο κατάλογος των παραβάσεων είναι μακρύς....

Η ποινή με την οποία καταδικάζονται οι ασεβείς βάσει των αρχαίων ελληνικών κειμένων

Καταστροφή των Ερμών (Αλκιβιάδης)

Σειρά πολύκροτων δικών ασεβείας προκάλεσε η νύχτα των Ερμοκοπιδών του 415 π.Χ. Πρόκειται για μια υπόθεση που ενέπλεξε δύο σκάνδαλα, τα οποία, όμως, ήταν ξεχωριστά παρόλο που θεωρήθηκε, ότι διεπράχθησαν από την ίδια ομάδα ατόμων. Αν και η εξακρίβωση των γεγονότων δεν είναι δυνατή, αξίζει να αναφερθούμε στην ασεβή αυτή ενέργεια, η ανοσιότητα της οποίας διέγειρε την αγανάκτηση των Αθηναίων: Το εν λόγω γεγονός αναφέρει εν συντομία ο Θουκυδίδης.Το «χάριν παιδιᾶς» τόλμημα του 15ετούς Αλκιβιάδη που μαζί με συνομηλίκους φίλους τους απέκοψαν μια νύχτα τα σε στύση γεννητικά όργανα των Ερμών της Αθήνας, επειδή ήθελαν μόνον αυτοί να είναι ιθύφαλλοι10 συγχωρέθηκε μεν τότε λόγω ανηλικότητας των, αργότερα, όμως, ο πρωτεργάτης πλήρωσε πολύ ακριβά γι΄αυτό. Οι στήλες που τις χαρακτήριζαν ως Ερμές, είχαν για τους Αθηναίους ξεχωριστή ιερότητα. Κάποιοι είπαν, ότι τις Ερμές κατέστρεψαν οι αντίπαλοι του Αλκιβιάδη για να ενοχοποιήσουν κατόπιν αυτόν και τους οπαδούς του. Ακόμη, κάποιοι μετέθεσαν τις ευθύνες εκτός Αθηναίων. Εκλεγείς στρατηγός των Αθηναίων, ο Αλκιβιάδης, και ενώ έμελλε να αποπλεύσει στη Σικελία επικεφαλής του πιο λαμπρού εκστρατευτικού, σώματος, διείδε αμέσως τους πολιτικούς σκοπούς των σχετικών διαδόσεων των αντιπάλων του, οι οποίοι απέδιδαν σε αυτόν όλη την ευθύνη του θλιβερού αυτού γεγονότος και διαλαλούσαν, ότι η απομίμηση των μυστηρίων και η καταστροφή των Ερμών έγινε με σκοπό την κατάλυση του δήμου, και παρόλο που ήταν έτοιμος να αποπλεύσει, νοιώθοντας αθώος, ζήτησε να δικασθεί αμέσως, προκειμένου να μην αναχωρήσει με το βάρος της κατηγορίας. Η αντίθετη, όμως γνώμη των αντιπάλων του επικράτησε και ο Αλκιβιάδης απέπλευσε στη Σικελία. Ό,τι είχε προβλέψει ο Αλκιβιάδης συνέβη. Το γεγονός της καταστροφής των Ερμών έδωσε αφορμή να ξεχυθούν ουκ ολίγοι συκοφάντες στις οδούς των Αθηνών και να κατηγορούν τους πάντες για τα πάντα, μεταξύ των οποίων και τον ρήτορα Ανδοκίδη. Κάποιοι από αυτούς έσπευσαν να καταμηνύσουν για την καταστροφή των Ερμών τον ίδιο τον Αλκιβιάδη. Κατά την απουσία του έγιναν πολλές σχετικές δίκες  κατά υπόπτων ερμοκοπιδών, πολλοί από τους οποίους καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Ο Αλκιβιάδης δικάσθηκε και καταδικάσθηκε ερήμην σε θάνατο. Δημεύθηκε η περιουσία του και αποφασίσθηκε από όλους τους ιερείς και όλες τις ιέρειες να τον αφορίσουν. Μεγάλος όγκος πληροφοριών αυτών των γεγονότων αντλείται από το λόγο του Ανδοκίδη «Περί των Μυστηρίων».

Ποινές

Η ασέβεια μπορούσε να διαπραχθεί με πλείστους και διάφορους τρόπους, όμως, η ποινή ήταν πολύ αυστηρή. Οι κύριες ποινές που προβλέπονταν ήταν θάνατος ή εξορία ή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ή φυλάκιση ή χρηματική ποινή. Μαζί με την κύρια ποινή επιβάλλονταν και παρεπόμενες ποινές, όπως η δήμευση της περιουσίας και οι «νόμιμες απαγορεύσεις», δηλαδή η απαγόρευση εισόδου σε ναούς κλπ. Αλλωστε, συχνά, οι Αθηναίοι θεωρούσαν την προδοσία και την ασέβεια μαζί ως τα πιο σοβαρά εγκλήματα. Οι ποινές των Ευμολπιδών εκτός της ποινής του θανάτου, ίσως επέβαλλαν ακόμη, δημόσιες κατάρες. Εκτελεστές τους θεωρούνταν οι στυγερές Ερινύες.

Τα προηγούμανα χρόνια η συντηρητική παράταξη του σημερινού μπλόκ «μένουμε ευρώπη», διαλαλούσε την  «εθνικοφροσύνη της», κατόπιν την «ευρωπαικότητά της» και σήμερα μετά το «αριστερό άλλοθι» του ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αναβαπτίσθηκαν όλοι μαζί σε ντελιβεράδες στη υπό εκποίηση μετά απο καταδολίευση της Ελληνικής δημόσιας περιουσίας.

Στη σημερινή Ελλάδα έχει καταργηθεί μεν η θανατική ποινή αλλά όχι ο εθελούσιος εξοστρακισμός11 και  η δήμευση περιουσιών.

Γιάννης Περάκης

Οικονομολόγος

Πηγές:

1. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει την ευθύνη της συνέχισης της λειτουργίας απο το 2005.

2. Ν. Χαλδούπης Σοφοκλέους in: Δημοσιεύθηκε: 11/09/2017 

3. Από το ιστολόγιο ΣΚΕΨΕΙΣ Τρίτη, 27 /11/ 2012  antigoldgreece

4. Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) 

5. Nick Barnets, Νίκος Τσιραμπίδης, Νικόλας Λεοντόπουλος «ThePressProject»  

6. Λόγω των συμφωνιών αποφυγής διπλής φορολογίας αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η διπλή φορολόγηση αλλά συχνά οδηγούν στη διπλή… μη φορολόγηση.  Οι συμφωνίες αυτές ορίζουν συνήθως χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές σε σχέση με τις εθνικές φορολογίες των εμπλεκόμενων κρατών ώστε να ενισχύσουν τις μεταξύ τους επενδύσεις.  Ο φόρος παρακρατείται στην πηγή του εισοδήματος που καταβάλλεται σε ξένους υπηκόους ή σε αλλοδαπές εταιρείες και γενικά στα παθητικά εισοδήματα (μερίσματα, δικαιώματα, τόκοι).

7. Πηγή: e-dromos. gr  

8. Καμπούρη Γιούλυ (Ευστρατία), Χημικός  και Περιβαλλοντολόγος, πρώην επιθεωρήτρια περιβάλλοντος 

9. Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών

10. Ιθύφαλλος= ομοίωμα του ανδρικού γεννητικού μορίου (από ψημένη ζύμη), που έφεραν οι θιασώτες στα Μεγάλα Διονύσια ως σύμβολο της γονιμότητας και της αναπαραγωγής και ως ευχή για τον πολλαπλασιασμό των κατοίκων της πόλης.

11. Το μέτρο εισήχθη από τον Κλεισθένη και σύμφωνα με αυτό, το άτομο που εξοστρακίζονταν έπρεπε να φύγει από την Αθήνα για δέκα ολόκληρα χρόνια!  Ουσιαστικά ήταν κάτι σαν την σημερινή εξορία

Κινητή οικολογική βόμβα το Δ/Ξ "Αγία Ζώνη ΙΙ"

13/9/2017

ΚΙΝΗΤΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΤΟ Δ/Ξ «ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ ΙΙ»

Υπερήλικο ανασφαλές και επικίνδυνο

Τραγική καθυστέρηση και πρωτοφανής ανεπάρκεια των κρατικών αρχών

στην αντιμετώπιση της θαλάσσιας οικολογικής καταστροφής στον Σαρωνικό

Δελτίο Τύπου

Τεράστια και αναπάντητα ερωτηματικά δημιουργεί η βύθιση του μικρού Δ/Ξ «ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ ΙΙ» της Ναυτιλιακής εταιρίας του Θ. Κουντούρη το οποίο ήταν αγκυροβολημένο στο Βόρειο τμήμα του αγκυροβολίου Πειραιά.

Το πλοίο απέπλευσε έμφορτο τις πρωινές ώρες της 10/9/2017 από τα διυλιστήρια Ασπροπύργου (ΕΛΠΕ) μεταφέροντας 2.200 μετρικούς τόνους fuel oil και 370 μετρικούς τόνους marine gas oil. Στο πλοίο φέρονται να επέβαιναν 2 μέλη του πληρώματος σε σύνολο 11…..

Οι δύο Ναυτικοί που επέβαιναν στο πλοίο διασώθηκαν την τελευταία στιγμή από ρυμουλκό που είχε προσεγγίσει την περιοχή βύθισης του πλοίου. Να σημειωθεί ότι στην περιοχή επικρατούσαν πολύ καλές καιρικές συνθήκες.

Να υπογραμμίσουμε επίσης ότι το πλοίο ήταν κατασκευής του 1972 χωρητικότητας 3205 τόνων. Υπερήλικο το οποίο όπως αποδείχθηκε ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας ενώ σύμφωνα με διάφορες αναφορές και καταγγελίες, στο μηχανοστάσιο, εκεί όπου σημειώθηκε η εισροή υδάτων έφερε διάφορα πρόχειρα  μπαλώματα με σκοπό να κλείσουν τις ανοιχτές τρύπες!!!

Επίσης η ανακοίνωση του ΥΕΝ σχετικά με την βύθιση του πλοίου έγινε μετά από 13 ώρες ενώ στην ίδια αυτή ανακοίνωση όλως περιέργως εκείνο το οποίο βγάζει μάτι είναι η βεβιασμένη αναφορά ότι όλα τα πιστοποιητικά του πλοίου είχαν ελεγχθεί και βρέθηκαν εντάξει!!

Ταυτόχρονα γεννιούνται σοβαρά ερωτηματικά όπως ότι ενώ το πλοίο ήταν φορτωμένο και έπρεπε σε αυτό να υπάρχει πλήρης επάνδρωση του πληρώματος, αντίθετα έλειπαν 9 από τα 11 μέλη του πληρώματος!!

Ταυτόχρονα οι προδιαγραφές των πλοίων αυτής της ηλικίας, σε συνδυασμό με την μεταφορά και επεξεργασία πετρελαιοειδών μέσα και γύρω από το λιμάνι του Πειραιά τα καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνα για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και ειδικότερα για την πρόκληση θαλάσσιας ρύπανσης σε περίπτωση ναυτικού ατυχήματος.

Σε ότι αφορά την βύθιση του πλοίου αποδείχτηκε  περίτρανα η ανικανότητα, η ανεπάρκεια σχεδιασμού – οργάνωσης και κυρίως των μέσων για τον περιορισμό της θαλάσσιας ρύπανσης και κατ’ επέκταση της οικολογικής καταστροφής που συντελέστηκε στην Σαλαμίνα αλλά και σε μεγάλο μέρος της ακτογραμμής του Πειραιά.

Αποτέλεσμα αυτής της ανεπάρκειας είναι το γεγονός ότι η πετρελαιοκηλίδα κατέκλυσε ακόμη και το κεντρικό τμήμα των ακτών του Πειραιά, όπως την Πειραϊκή, την Φρεατύδα κ.λπ.      

Οι ευθύνες της κυβέρνησης και του ΥΕΝ σχετικά με τα αδιαμφισβήτητα προβλήματα που αφορούσαν την ασφάλεια του συγκεκριμένου πλοίου σε συνδυασμό με την πλήρη αποτυχία που σημειώθηκε στην μη επέκταση της πετρελαιοκηλίδας και της οικολογικής καταστροφής που συντελέστηκε δείχνουν για άλλη μια φορά πόσο μικρή σημασία δίνεται στην ασυδοσία των εφοπλιστών και μέσα από ανεπαρκείς και αναποτελεσματικούς ελέγχους διασφαλίζεται η χρησιμοποίηση πλοίων που αποτελούν κινητές οικολογικές βόμβες έτοιμες σε κάθε στιγμή να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη περιβαλλοντική καταστροφή!!!  

Ενδιαφέρον έχει και πρέπει να σημειωθεί ότι τις ημέρες της βύθισης του πλοίου και έως χθες ο Υπουργός Ε.Ν παρέμεινε ακλόνητος στο ταξίδι του στο Λονδίνο και στις συναντήσεις του με τους εκεί εκπροσώπους του εφοπλιστικού κεφαλαίου για να συζητάει μαζί τους την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών τους και περιχαρής δήλωνε από εκεί σε ραδιοφωνικούς σταθμούς  ότι «το ΥΕΝ έδρασε άμεσα και αποτελεσματικά» και ότι «έχει ελεγχθεί κατά 90 έως 95% η πετρελαιοκηλίδα»  ενώ μόλις σήμερα ανακοινώθηκε ότι θα γίνει σύσκεψη με υπηρεσιακούς παράγοντες και άλλους φορείς, δηλαδή 4 μέρες μετά το τραγικό συμβάν.

Τα συμπεράσματα οφείλουν να τα βγάλουν ο λαός και οι κάτοικοι της Σαλαμίνας και του Πειραιά που ένα τριήμερο βιώνουν την δυσοσμία και την καταστροφή των ακτών τους!!

Η ΠΕΝΕΝ απαιτεί να γίνει εξονυχιστικός έλεγχος από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες κυρίως για την κατάσταση στο πλοίο, τις συνθήκες και τα αίτια της βύθισής του καθώς και τους λόγους που ξέφυγε από κάθε έλεγχο η πετρελαιοκηλίδα η οποία προκάλεσε πρωτοφανή θαλάσσια ρύπανση και καταστροφή..

Το Δ.Σ της ΠΕΝΕΝ

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344